waiting__by_amadeorikefake.jpg

Η κόκκινη φούστα

ΙΑ΄ - Η έξοδος

Για την Γωγώ δεν ήταν τόσο εύκολο. Για οποιαδήποτε γυναίκα δεν θα ήταν. Δεν γίνεται τόσο απλά να αφήσεις ίσως το μοναδικό σου αποκούμπι και να κοιτάξεις κατάματα την έξοδο. Αισθάνθηκε όμως ότι η θεία της είχε κάνει πολλά για εκείνη και δεν μπορούσε να της φορτώσει και τη γέννηση ενός παιδιού. Και μάλιστα εκτός γάμου.

Μαζί με τα Μέγαρα άφησε και τη δουλειά της δακτυλογράφου. Είχε μαζέψει κάποια χρήματα πήρε και από τη θεία της κάποια άλλα, μαζί με την διαβεβαίωση ότι η πόρτα της θα είναι πάντα ανοικτή.

Μέχρι να φύγει έψαχνε στις εφημερίδες για ένα σπίτι αν είναι δυνατόν κοντά στον Πειραιά και κάποια δουλειά. Βρήκε στο Αιγαλεω ένα μικρό ισόγειο σπίτι με αυλή και με λουλούδια, της άρεσε ήταν χαμηλό και το ενοίκιο και το έπιασε.

Όταν άρχισε πια να μένει εκεί δεν ήταν περισσότερο από 21 χρονών. Δίπλα ακριβώς υπήρχε μια πολυκατοικία και στον δεύτερο όροφο έμενε η Σούλα μια ανύπαντρη γυναίκα 40 ετών τότε που τα επόμενα χρόνια θα γινόταν η καλύτερη φίλη της. Εκείνη συνάντησε από την πρώτη στιγμή και της είπε λεπτομέρειες για το σπίτι για την μικρή - μεγάλη ιστορία που κουβαλούσε μέσα του. Η Γωγώ κέρδισε την εκτίμηση και την αγάπη της Σούλας από την αρχή.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν στην εξεύρεση εργασίας και ειδικά για μια έγκυο γυναίκα χωρίς κάποιον δίπλα της ήταν ακόμα μεγαλύτερο. Ο αγαπημένος της Παντελής και μελλοντικός πατέρας χωρίς να το γνωρίζει, ήταν στο πρώτο του ταξίδι στους ωκεανούς και δεν είχε δώσει ίχνος ζωής εδώ και ένα μήνα. Η Γωγώ επικοινώνησε με την ναυτιλιακή εταιρεία και τους έδωσε το τηλέφωνο της Σούλας μέχρι να εγκαταστήσει το δικό της, για να το έχει ο Παντελής υπόψη του.

Ένα απόγευμα ανέβηκε στην Καστέλλα, έκατσε στο ίδιο τοιχαλάκι που γνωρίστηκαν. Και κεί κοιτάζοντας το πέλαγος είδε ξανά τα μάτια του να την κοιτάνε με την ίδια φλόγα όπως την πρώτη φορά. Μόνο που τώρα είχε κάτι από εκείνον μέσα της. Τα βράδια η Γωγώ πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά περιδιαβαίνοντας τα μέρη που περπατούσαν μαζί.

Έτσι συναντήθηκε μια μέρα με τον Σταμάτη. Την είδε μόνη της νύχτα στο λιμάνι, πίστεψε ότι είναι πόρνη και την πλησίασε.

- Θες να πάμε μαζί;

- Πού να πάμε;

- Δεν ξέρω, όπου να ‘ναι, εσύ να μου πεις. Στο σπίτι σου ή σε κάποιο ξενοδοχείο ας πούμε.

Η Γωγώ κατάλαβε τι ήθελε ο νεαρός αλλά της άρεσε το παιχνίδι με τις λέξεις και τις παρεξηγήσεις.

- Θες να κοιμηθούμε μαζί, έτσι;

- Να κοιμηθούμε αν το θες και συ.

- Έχεις ανάγκη λοιπόν από γυναικεία συντροφιά απόψε.

- Ναι όπως το λες είναι. Και είσαι πολύ όμορφη.

Δεν του είπε ότι δεν είναι πόρνη, δεν του είπε ότι είναι έγκυος. Εξάλλου εκείνον τον ενδιέφερε η συντροφιά της. Και μόνο.

Του έδωσε ότι γύρεψε. Κι εκείνη το ήθελε. Πήγαν στο Αιγάλεω κι έκαναν ξέφρενο έρωτα όλο το βράδυ. Όχι με χρονικά όρια και κανόνες. Πέρασαν έτσι μια γλυκειά ερωτική νύχτα. Μόνο κάθε φορά που το έκαναν, έκλεινε τα μάτια η Γωγώ , έλεγε “μέρα μου”, φανταζόταν τον Παντελή και ευχαριστιόταν την στιγμή. Μόνο έτσι.

Το πρωϊ φεύγοντας, της άφησε δέκα χιλιάδες και την ξύπνησε μ’ ένα φιλί στο στόμα.

- Θα ξανάρθω, με λένε Σταμάτη.

- Να ξανάρθεις.