Δεν είχε φύγει ακόμα το καλοκαίρι. Τα ξανθά χρώματα όμως στα φύλλα στα δέντρα και στο δρόμο έκαναν ζωηρή την παρουσία του φθινοπώρου. Και από τις δροσοσταλιές στις βιτρίνες καταλάβαινες την υγρασία της ατμόσφαιρας. Πρωϊ Σεπτέμβρη. Η επόμενη μέρα των εκλογών. Στην υπηρεσία που δουλεύω μας δίνουν πάντα άδεια αυτές τις Δευτέρες.
Απο την προεκλογική περίοδο απέμειναν απλωμένα στα πεζοδρόμια σαν σεντόνια μονόχρωμα φειγ-βολάν ανάμικτα κομμουνιστών και χρυσαυγητών, αφίσες κακόγουστες, σκισμένες και βρώμικες, με συνθήματα που υπόσχονται ή κατηγορούν. Οι ίδιοι οι επαγγελματίες των εκλογών αυτή τη μέρα κοιμούνται είτε πάνω σε επίπλαστες δάφνες, είτε για να ξεγελάσουν την πίκρα.
Προσπέρασα αδιάφορα το παρατημένο βαθυκόκκινο αντιεξουσιαστικό κιόσκι κι ένα φιλελεύθερο μπλου ρουά κι είπα να χωθώ σ’ ένα σινεμά δύο ταινιών -στην Αγίου Κωνσταντίνου κατεβαίνοντας δεξιά- για να δω περιπέτειες της Τζήνα αν και τις έχω μελετήσει σε dvd αμέτρητες φορές. Μέχρι να τελειώσει η προηγούμενη παράσταση (ποτέ δεν είδα ταινία από τη μέση όσο τσόντα κι αν είναι) χάζεψα στο διπλανό σεξ-σοπ τους πολύχρωμους δονητές με ζήλεια -κάνοντας τον παραλληλισμό- αλλά ανάμικτη και με περιέργεια για τα σχέδια και τα μεγέθη. Οι φουσκωτές -έτοιμες για όλα- κούκλες δεν έλεγαν πολλά.
Η κοπέλα -μελαχροινή γλυκούλα -στο ταμείο του σινεμά, που με είδε από μακριά να την πλησιάζω, αδιάφορα κι αμίλητα πήγε να μου βγάλει το εισιτήριο.
-Ποιά θέση έχω; την πρόλαβα πιο πολύ για να της πιάσω την κουβέντα.
-Όπου θες κάτσε, είπε και της ξέφυγε το χαμόγελο.
Στα δάχτυλά της έπαιζε με το χαρτάκι έτοιμο να κοπεί από τη δεσμίδα.
- Τις έχεις δει τις ταινίες;
- Θες ανάλυση;
- Όχι, ειλικρινά σου μιλάω, φοβάμαι ότι τις έχω ξαναδεί.
- Και τι σε πειράζει άλλη μια φορά, θα τις εμπεδώσεις.
- Εκείνη που είναι με το συμμαθητή του γιού της, απίθανη είναι, διδάσκει.
- Ποιά καλέ;
- Η Τζήνα.
- Ποιά είναι η Τζήνα;
- Η πρωταγωνίστρια, καλά δεν ξέρεις ποιά παίζει;
- Συμπάθα με φίλε μου, αλλά για να κόβω εισιτήρια είμαι εδώ. Δεν έχω ιδέα από τις ταινίες. Να το κόψω το εισιτήριο τώρα ή θα με βασανίσεις κι άλλο;
- Δεν θα μπω ακόμα. Είναι νωρίς, δεν τέλειωσε η δεύτερη ταινία.
- Και σε χαλάει να την δεις από τη μέση, έτσι;
- Διακρίνω μια ειρωνία…. το όνομά σου;
- Ρένια… Σε πειράζω, συγνώμη. Αλλά όσοι έρχονται εδώ ενδιαφέρονται μόνο για να φτιαχτούν, να ξεχαστούν και να πάρουν δουλειά για το σπίτι.
- Κι εγώ της ίδιας κατηγορίας είμαι, αλλά μ’ αρέσει να αντιμετωπίζω με τη σειρά τα πράγματα. Με λένε Βασίλη.
- Όπως λέμε “my name is Bond”…
- Καλά κορόιδευε… Δεν μου λες βρε Ρένια, τόση ώρα είμαστε εδώ και δεν ακούγεται τίποτα από μέσα, ούτε μπαίνει ούτε βγαίνει κανένας. Μήπως σταμάτησε η παράσταση;
- Πάμε να δούμε, δεν αποκλείεται. Σήμερα ειδικά δεν πατάει ψυχή.
Η Ρένια βγήκε από την καμπίνα του ταμείου, ξεδιπλώνοντας ένα καλοφτιαγμένο σώμα μέσα σε ένα κόκκινο φόρεμα και χαμηλοτάκουνες γόβες. Μπήκαμε στην αίθουσα, οι ταινίες είχαν τελειώσει. Σε μια γωνιά μπορούσες να διακρίνεις δυό κλασσικούς θαμώνες να κοιμούνται. Κι ένα ελαφρύ ροχαλητό έντυνε τη σιωπή. Ψηλά το μικρό παράθυρο της μηχανής προβολής είχε κλείσει και τα σποτάκια του σινεμά ήταν σβηστά. Μόνο τα φώτα των εξόδων κινδύνου έφεγγαν κι έσπαγαν το μαύρο από το σκοτάδι.
Με άγγιξε ενστικτωδώς θέλοντας να αισθανθεί ασφάλεια και ζεστασιά. Καθήσαμε στις ακριανές θέσεις στην πάνω πτέρυγα, περιμένοντας κι εγώ δεν ξέρω τι. Θυμάμαι όμως ότι την είχα αγκαλιά και την χάιδευα τρυφερά, κρυφά και φανερά μέσα στο ημίφως κι ότι στα μάγουλά της σχηματιζόταν ένα χαμόγελο, τα δε μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν κλειστά και τα χείλη της είχαν γεύση από κραγιόν.
Εκείνη πέρασε τα χέρια της μέσα από τα μαλλιά μου, σα να ήθελε να τα ισιώσει και είχε χωθεί στο λαιμό μου μυρίζοντας, φιλώντας και ανασαίνοντας βαθιά. Οι δυο θαμώνες είχαν ξυπνήσει είχαν ξεφύγει το βλέμμα τους από το κάδρο της μεγάλης οθόνης, ήρθαν σε κοντινές θέσεις και μας κοιτούσαν παράξενα.
- Θες να φύγουμε;
- Και η δουλειά σου;
- Θα την αφήσω. Έτσι κι αλλιώς έχω αποφασίσει να “αλλάξω παραστάσεις”.
Αυτό το “αποφάσισα να αλλάξω παραστάσεις” το ακούω από την Ρένια από τότε ως σήμερα. Και φοβάμαι ότι θα συνεχίσω να το ακούω στο διηνεκές. Σαν τα μηνύματα των μονομάχων των εκλογών. Μια ανέσπερη ελπίδα για το καλύτερο.
Την πήρα από το χέρι και περπατήσαμε την Σταδίου, χωθήκαμε χωρίς σκέψη σε κάποια στοά και γραφτήκαμε σε ένα σύλλογο Σαρακατσάνων, χωρίς να έχουμε σχέση, το κάναμε μόνο για να πάμε με το σύλλογο εκδρομή στο Πήλιο. Για να ανανεωθούμε και ν’ αλλάξουμε εικόνες. Στο σινεμά με τις δυο ταινίες ξαναπήγαμε -σαν επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος- ξαναβρήκαμε τους δυο παραδοσιακούς θαμώνες που έγιναν και φίλοι μας. Τα βράδια συναντιόμαστε με τη Ρένια κρυφά από τον κόσμο σε μια μικρή γκαρσονιέρα κι εκεί ζωγραφίζουμε στις όχθες από το πέρασμα του χρόνου πινελιές έρωτα.
Μέχρι να βρεθεί η καλύτερη “παράσταση” έτσι ζούμε κι έτσι θα ζούμε, ταξιδεύοντας σε μικρές καθημερινές περιπέτειες, πάνω στις δάφνες από την μεγαλοσύνη της μετριότητάς μας. Μέσα από τα άγρια μαγιάτικα λουλούδια ξεπηδάει το όνειρο που νομίζουμε άπιαστο, είναι όμως βυθισμένο στην άνοιξη και το αγγίζουμε σαν ευωδιά μέσα από τον έρωτα, σαν ανασεμιά από τον αυθορμητισμό και την αγνότητα της ψυχής μας.








