Μάιος 17, 2008
Aπό την πρώτη ώρα καταλάβαινες ότι εκείνο το φθινοπωρινό ταξίδι δεν θα ήταν ίδιο με τα συνηθισμένα. Είχε ένα άρωμα αλλιώτικο. Με το που πάτησα το πόδι μου στον καταπέλτη του πλοίου με συντρόφευε μια αίσθηση σαν ανάμνηση. Σαν άδειασμα, μια παρέλευση του χρόνου.
Μ’ ένα σακίδιο γκρι από αυτά που φοράνε οι πιτσιρικάδες στην πλάτη και την καλύτερη διάθεση που θα μπορούσα να έχω, αποφάσισα να ταξιδέψω με καράβι αρχές Νοέμβρη. Να γυρίσω τα νησιά. Να ζωγραφίσω τ’ αποκαμωμένα από το καλοκαίρι ακροθαλάσσια. Στο μυαλό και στη σκέψη μου. Να τα περάσω στις μπογιές και στα πινέλα.
Ήθελα να ξεγυμνωθώ από το ένα και μοναδικό άσπρο πουκάμισό μου και να πεταχτώ στο γαλάζιο και στο πορτοκαλί από το πέλαγο και το δειλινό. Να πορώσω το δέρμα, να εκπληρώσω την κάθε θέληση της θάλασσάς μου, να της χαρίσω την πιο θερμή μου αγκαλιά, να της βαφτίσω όλη μου τη ζωή. Να αδειάσω.
Οι λαστιχένιες σόλες από τα παπούτσια ακούγονταν να τρίζουν στο μέταλλο του γυμνού καταστρώματος. Το πλοίο βούιζε από το θόρυβο των μηχανών κι ένα σύννεφο λευκό ολοένα πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Φάνταζε έρημη κι η ρότα που μας τράβαγε. Σαν φευγιό χωρίς πλοηγό. Κάπου πέρα.
Η ομίχλη δεν έλεγε να κοπάσει. Κι εγώ κομπάρσος σε αδιάφορο ρόλο περιδιάβαινα από την πλώρη στην πρύμνη. Στα τυφλά. Με οδηγό μόνο μια αχνή άσπρη γραμμή από την κουπαστή, μετρούσα βήματα, σπιθαμές και μέτρα. Υπολόγιζα αποστάσεις, σα στραβός καπετάνιος που μάθαινε τις γωνιές από το καράβι του. Κάθε φορά που έφτανα στο ύψος του μηχανοστασίου, ένα διαπεραστικό κύμα υγρού ατμού σούβλιζε τη σάρκα και μου υπενθύμιζε ότι το φεγγάρι έχει κι άλλη πλευρά. Φωτεινή. Και καυτή.
Κάποια στιγμή η γραμμή της κουπαστής διακόπηκε απότομα. Μια θηλυκή σιλουέτα σχηματίστηκε μπροστά μου. Με το ένα πόδι σκαρφαλωμένο στα κάγκελα. Και τη ματιά της να την παίρνει το “μέσα” στα κύματα. Ανάμεσα στο λευκό της καταχνιάς διέκρινα τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Μαζί με την αρμύρα λικνίζονταν στη διάθεση του Αίολου. Τα βήματά μου έτριξαν δίπλα της. Έμοιαζε να σφίγγει τα χέρια στο σώμα και οι χούφτες, σαν πουλί στο κλαδί, γαντζωμένες στο ξύλο της κουπαστής. Σα να ‘ψαχνε κάτι να τη σηκώσει. Να ξεφύγει από τα όρια. Και του πλοίου. Να γίνει ένα με το νερό. Με τον αέρα. Δεν ξέρω.
Πλησίασα και η ανάσα μου πέρασε στις αισθήσεις της. Σα να με γνώριζε. Δεν αντιστάθηκε. Σα να με περίμενε. Το πόδι κατέβηκε από τα κάγκελα και οι παλάμες δεν βασάνιζαν το ξύλο. Άρχισε να γέρνει το σώμα της αργά προς τα πίσω και στο τέλος τ’ απίθωσε πάνω μου. Πήρα τα κοκκινισμένα από το κρύο δάχτυλα και τα έτριψα με τα δικά μου.
Πήρα από την μπροστά τσέπη του σάκου το πακέτο με τ’ άφιλτρα. Άναψα ένα. Της έδωσα τη δεύτερη ρουφηξιά. Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Έβγαλα το άσπρο μου πουκάμισο και το ‘ριξα στους ώμους της. Ένα χνώτισμα ξεπήδησε από μέσα της και το άφησε να ταξιδέψει.
Περπατήσαμε αγκαλιασμένοι κατά μήκος της ίδιας άσπρης γραμμής. Χωρίς να έχουμε κοιταχθεί στα μάτια. Χωρίς εικόνες και χρώματα. Χωρίς να έχουμε μιλήσει. Μόνο μια ζέση και μια έλξη υπήρχε. Αόρατη μέσα στον ξεχαρβαλωμένο καιρό που κατέβασε τα σύννεφα επιδεικτικά λες κι ήθελε να μας συνοδεύουν. Να αγκαλιάζουν. Σαν ένα άσπρο σεντόνι στα μάτια. Στο στήθος και πιο μέσα ακόμα.
Σταθήκαμε στην πρύμνη. Κει που το καράβι έσκιζε τη θάλασσα. Τ’ αφρισμένα κύματα πετάγονταν σαν λόγχες δεξιά κι αριστερά. Και τα μαλλιά της, ορθή γωνιά, ανέμιζαν, σημαία τώρα, τα σώματα κατάρτι. Κάποιες σταγόνες μοίραναν το πουκάμισο και αναδεύτηκαν με το ελαφρύ της άρωμα.
Έβρεξα τα χείλη της μ’ ένα φιλί πριν με προλάβει εκείνη κι είδα το πρόσωπό της για πρώτη φορά. Τότε μια ηλιαχτίδα πρόβαλλε κι άνοιξε παράθυρο στο μουντό απόγευμα. Το πούσι διάφανε το άσπρο του φόρεμα. Απομακρυνόταν διακριτικά παίρνοντας μαζί του ουτοπικά όνειρα και λευκές φιλοδοξίες. Επιδιώξεις γλυκές, ρεαλιστικές και μάταιες. Το παρελθόν. Το μέλλον. Κι άφησε τη στιγμή να ζωγραφίζει.
Αντιφέγγιζαν όταν σήκωσε ψηλά τα αλαβάστρινα χέρια και σαν πλοκάμια τα κύκλωσε στους ώμους μου. Το άσπρο πουκάμισο πετάρισε, ξανοίχτηκε στον άνεμο. Τη μια έμοιαζε νεφέλωμα. Την άλλη γλάρος.
Στον ορίζοντα φωσφόριζε η ακτογραμμή του νέου νησιού. Σούρουπο. Τα πρώτα φώτα ανάβουν.

Μάιος 17, 2008 at 11:29 π.μ.
Είναι αερικό; Κουρασμένη γοργόνα; Γυναίκα αράχνη που θα σε μπλέξει ανάμεσα στα στήθια της και θα σε δέσει για πάντα εκεί; Όσο πιο γλυκιά είναι τόσο πιο δύσκολα θα ελευθερωθείς…
Μάιος 17, 2008 at 1:27 μ.μ
Eιπαμε … στο πεζό εισαι αχτυπητος!
Ομορφο πολυ ομορφο Βασιλη μου
Φιλια πολλα σε ιριδίζουσες πορτοκαλί αποχρώσεις
Μάιος 17, 2008 at 5:43 μ.μ
@ Φίλε μου Φώτη, μια γυναίκα της θαλασσας είναι. Και για τον “ήρωα” τουλάχιστον πολύ γλυκειά. Καλό βράδυ
Μάιος 17, 2008 at 5:46 μ.μ
@ Μαρία μου, κι από μένα φιλί πορτοκαλένιο και ζεστό. Καλό σου βράδυ, σε ευχαριστώ ποιητριά μου
Μάιος 17, 2008 at 6:48 μ.μ
Καλησπέρα καλέ μου Βασίλη….ότι και να πώ θα ναι πολύ λίγο γι αυτό το καινούριο κείμενό σου…πάρα πολύ όμορφο….πάαααααρα πολύ όμορφο όμως….εξαιρετικό….για μιά στιγμή έτσι όπως το διάβαζα μου έφερε την αίσθηση σάνα βλέπω τη σκηνή κάποιας καλογυρισμένης ταινίας…να, όπως αυτές του Αγγελόπουλου ας πούμε του Βούλγαρη!…κάπως έτσι…πιστέυω θα μπορούσε να είναι και σκηνή από ταινία και πιστέυω ότι το ύφος της και ο τρόπος που είναι γραμμένο το κείμενό σου θα τραβούσε τα βλέμματα των θεατών!….είναι καταπληκτικό…παρά το ότι δεν υπάρχουν διάλογοι μέσα σε αυτό και παρά το ότι οι δύο ήρωες δεν μιλούν μεταξύ τους το κείμενο λέει πάρα πολλά…και λέει πολλά μέσα από τις εικόνες που έχεις φτιάξει μέσα σε αυτό…οι κινήσεις και τα σήματα που δίνουν τα σώματα των δύο ηρώων είναι καταπληκτικά!…και σε συνδιασμό με τις εικόνες από τη φύση και τις εικόνες του ταξιδιού είναι τέλιες….πάρα πολύ ωραίο κείμενο…να μας γράψεις και άλλα τέτοια κείμενα….Με αγάπη,Αθανασία.
Μάιος 17, 2008 at 9:25 μ.μ
@ Αθανασία μου, σε ευχαριστώ, αυτό όπως και το προηγούμενο είναι αγαπημένα μου κομμάτια που έγραψα περισυ και ήθελα να τα μοιραστώ μαζί με την πιο καινούργια παρέα αλλά και για τους παλιότερους φίλους που δεν έτυχε να τα διαβάσουν. Το συγκεκριμένο σαν εικόνα, σαν ροή και σαν συναίσθημα θεωρώ ότι είναι όμορφο, γιατί ενώνει αρμονικά το ποιητικό με το ερωτικό, το συναίσθημα να ξεφεύγει από τα σώματα και να προηγείται. Αφήνει στο πλάι την επιφάνεια, την εικόνα, τους ήχους και τελικά οι ψυχές σκιαγραφούν μες την καταχνιά ένα νέο “νησί” μια καινούργια αγάπη. Τελικά Αθανασία μου, κάθε νέα αγάπη είναι σαν μια λάμψη που αχνοβολά στο βάθος του ορίζοντα, ένα μικρό αστέρι στο ουρανό, ένας άσπρος γλάρος που πετά και γυροφέρνει ελευθερα τις θάλασσες. Καλό σαββατόβραδο σου εύχομαι, με την αγάπη μου.
Μάιος 18, 2008 at 9:41 π.μ.
μουσική κυμάτων
στο αέρινο φιλί της!
καλημέρα…
Μάιος 18, 2008 at 10:06 π.μ.
@ Γωγω μου μουσική ταξιδεμένη στου έρωτα τα κύματα. Καλημέρα , φιλιά
Μάιος 18, 2008 at 10:11 π.μ.
Όμορφο!
φιλί
Μάιος 18, 2008 at 10:29 π.μ.
@ Καλημέρα Μαριλία. Φιλί κι από μένα
Μάιος 18, 2008 at 11:32 π.μ.
καλημέρα!
πολύ όμορφο κείμενο, μπόρεσα να μυρίσω την αλμύρα και να εισπνεύσω τον πηχτό υγρό αέρα.. ωραίο ταξίδι!
Α! ευχαριστώ πολύ για το link, και ανταποδίδω!
Μάιος 18, 2008 at 12:14 μ.μ
Ωραίο…Σε είχα χάσει για καιρό και τώρα που σε ξαναδιαβάζω -τα 2 τελευταία κείμενα- μου αρέσουν πολύ…Αραγε γιατί είναι καλοκαίρι και μου φτιάχνει πάλι η διάθεση? Να γράφεις τέτοια θαλασσινά κείμενα. Υποψιάζομαι ότι είσαι πολύ μέσα στο στοιχείο σου σε αυτα.
Θαλασσινά φιλιά
Μάιος 18, 2008 at 8:57 μ.μ
@ Εγώ σε ευχαριστώ, ‘Αλια. Αφού μπορούν να σε αγγίξουν τα κείμενά μου, είναι και δική μου χαρά και ευχαρίστηση. Πολλά φιλιά, καλό σου βράδυ
Μάιος 18, 2008 at 9:02 μ.μ
@ Κάτια μου, τη λατρεύω τη θάλασσα, κι έχω γράψει πολλά γι αυτήν, μέσα σ΄αυτήν και γύρω της. Από μόνη της αποπνέει ελεύθερο πνευμα και κρύβει πάντα ένα ταξίδι, αλλά και προσωπικά έχω πολλές όμορφες αναμνήσεις από θαλασσινές ιστορίες, περιπέτειες, έρωτες και παιχνίδι σε βότσαλα και κύματα. Φιλιά θαλασσινά κι από μένα.
Μάιος 19, 2008 at 2:38 π.μ.
Φαντάσου, απλά φαντάσου…….
Στόν πίνακα αναδυόμενη αφροδήτη του Μποτιτσέλι, αντί της αφροδήτης πάνω στο μεγάλο κοχίλι να βρήσκονται ένας άνδρας και μιά γυναίκα γυμνοί, και στήν ακτή η ώρα να περιμένει να τους τυλίξει με τον μανδία της, να τους κάνει ένα
Καλή εβδομάδα
Μάιος 19, 2008 at 11:51 π.μ.
@ Όμορφη και αναγεννησιακή η εικόνα σου Αλέξη. Καλημέρα, καλή εβδομάδα και σε σένα
Μάιος 19, 2008 at 12:26 μ.μ
Άλλο ένα όμορφο ταξίδι μέσα από το κείμενο σου.
Να σαι καλά Βασίλη μας και καλή εβδομάδα
Μάιος 19, 2008 at 12:51 μ.μ
Καλά δεν συζητάμε για το πόσο όμορφη είναι η ιστορία σου… Εξυπακούεται. Αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι μου θύμησες έναν αποχαιρετισμό. Κάποια στην κουπαστή ενός πλοίου που έφευγε απ’ τη Νάξο και πίσω στο λιμάνι, ένας τρελαμένος νεαρός που την χαιρετούσε μέ το βγάλμένο του άσπρο πουκάμισο… Μήπως ήσουν εσύ;;; Φιλιά και καλημέρα…
Μάιος 19, 2008 at 2:22 μ.μ
Πάντως, Βασίλη, σε πληροφορώ ότι η Καντούλα δεν είναι “γυναίκα της θάλασσας” … Χαϊντούλα του βουνού είναι με κόκκινα μαγουλάκια!
Μάιος 19, 2008 at 11:02 μ.μ
Στον ορίζοντα φωσφόριζε η ακτογραμμή του νέου νησιού.
Πολύ όμορφο πατριωτάκι!
Μάιος 20, 2008 at 7:14 π.μ.
@ Καλημέρα σταλαγματιά μου, αυτά τα “ταξίδια” του μυαλού είναι ο στόχος μου. Φιλιά πολλά
Μάιος 20, 2008 at 7:18 π.μ.
@ Μαντάμ του φεγγαριού μου, λες να ήμουν εγω με το πουκάμισο; Μου αρέσουν πολύ οι θαλασσινές ιστορίες, αφόύ με ξέρεις τώρα πια. Σε ευχαριστώ καλημέρα σου, πολλά φιλιά
Μάιος 20, 2008 at 7:20 π.μ.
@ Ασκάρ η Καντούλα είναι σούπερ πούμα, γυναίκα “παντός καιρού”. Ωραία είναι με τα κόκκινα μαγουλάκια. Καλημέρα
Μάιος 20, 2008 at 7:23 π.μ.
@ Άννα μου διδυμίνα, η ακτογραμμή που φωσφορίζει είναι η νέα ζωή που ξεκινά. Μια νέα αγάπη. Φιλιά πολλά μικρή μου.
Μάιος 20, 2008 at 7:39 π.μ.
“Θέλω μια νύχτα αχ, να μου χορέψεις
Je veux une nuit, ah ! que tu me danses
ένα ζεϊμπέκικο απ’ τα παλιά,
un Zébétiko de l’ancien temps
τ’ άσπρο πουκάμισό σου να φορέσεις
que tu portes ta chemise blanche
και να κοιτάζεις μέσα σου βαθιά
et que tu regardes profondément en toi…”
Aν δεν το έχεις ακούσει, το τραγουδάει ο Πέτρος Πανδής κι είναι του Μίκη Θεοδωράκη και της Αγγελικής Ελευθερίου.
Καλημέρα σου. Και αυτό το κείμενο μου αρέσει πάρα πολύ. Τα φιλιά μου έχεις.
Μάιος 20, 2008 at 8:43 π.μ.
Κατερίνα μου, θα το δω και θα το ακούσω το τραγούδι -ίσως το ξέρω- σε ευχαριστώ για την πάντα ενδιαφέρουσα παρουσία σου στα κείμενά μου… Φιλιά πολλά κι από μένα, καλημέρα
Μάιος 20, 2008 at 2:09 μ.μ
σούρουπο…και οι λάμψεις ν’ αχνοφαίνονται. έχουν χρώματα. πολλά χρώματα. μα μόνο γι’ αυτούς που θέλουν να τα δουν και μέσα τους να χωθούν…
σούρουπο…και οι μυρωδιές να σε τυλίγουν. μα να τις νιώθουν όσοι μπορούν ακόμη να οσφραίνονται και να θέλουν να τις ρουφήξουν…
σούρουπο…και οι αισθήσεις να ανασταίνονται. γι’ αυτούς που την ανάσταση αποζητούν…
…
φιλιά βρόχινα…
Μάιος 20, 2008 at 2:17 μ.μ
@ Βρόχινη νεράιδα μου, μόνο αυτοί που βλέπουν με τα μάτια της ψυχής μπορούν να ερωτευθούν στην ομίχλη και στο σκοτάδι. Με τα ζωηρότερα χρώματα ζωντανεύουν το σκίρτημα και ζωγραφίζονται μέσα του. Φιλιά πολλά
Μάιος 22, 2008 at 12:00 μ.μ
καλημέρα βασίλη μου…. περασα για ενα γειά γιατί ξέρεις εχω δουλειές…
Μάιος 22, 2008 at 1:50 μ.μ
Αργώ να σε επισκεφτώ και ζητώ συγνώμη γι΄αυτό,
αλλά όποτε έρχομαι με ταξιδεύεις,
με παίρνεις μαζί σου στα ταξίδια σου !!!!!!
Φιλιά
Μάιος 23, 2008 at 7:19 π.μ.
@ Kαλημέρα Ρίτσα μου, κι εγώ έχω χαθεί το τελευταίο διάστημα. Εχεις όμως πάντα την αγάπη μου. Πολλά φιλιά να είσαι καλά.
Μάιος 23, 2008 at 7:22 π.μ.
@ Αναμέλλα μου, και με μένα το ίδιο συμβαίνει αλλά ξέρεις ότι εμείς “επικοινωνούμε” … Είσαι και από τα άτομα που εκτιμώ αρκετά. Πολλά φιλιά με την καλημέρα μου