Το κείμενο που ακολουθεί είναι update απόσπασμα από το διήγημα “Νυχτερινή” που είχα αναρτήσει στο blog τον Αύγουστο του 2007.
– Μα, τι βλέπεις;
Δεν κοιτούσα. Κοιμήθηκα ή μάλλον έφυγα. Πήγα ένα μικρό ταξίδι στην τροχιά του αποσπερίτη. Ήρθαν όλα πάλι. Τα μάτια της, τα χέρια της, οι βραδιές μας. Η γκαρσονιέρα μου και μετά το 501 στη φοιτητική εστία. Όταν κοιμόμασταν μαζί δεν ήμασταν αγκαλιά. Αλλά τα δάχτυλα των ποδιών της έβρισκαν πάντα τον αχίλλειο τένοντά μου και τον έβαζαν ανάμεσα. Και κλείδωναν. Σαν ασφάλεια. Όπως και να ήμουν γυρισμένος πάντα έβρισκε τον τρόπο να βρει το κλείδωμα. Δεν την έπαιρνε διαφορετικά ο ύπνος.
Είδε το αδιέξοδο και βγήκε στην επίθεση. Πριν το τρένο πιάσει Κατερίνη άλλαξε θέση, πέρασε απέναντι και ήρθε δίπλα μου.
- Μα δεν έχεις καταλάβει τίποτα;
Αυτή τη φορά δεν αποζητούσε λόγια και χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιασε το δεξί μου χέρι πάνω στο τζην. Γερμένος στην πλευρά του παραθύρου με κλειστά τα μάτια και το μυαλό κάπου ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, αντέδρασα αδύναμα. Βρήκε τα δάχτυλα, πέταξε το τσιγάρο που ‘χε σβήσει σχεδόν άκαυτο και φρόντισε να κατευθυνθούν στο στήθος της.
- Πες μου, τι ακούς;
Δεν μίλησα. Έψαχνα ήχους μέσα από το σταυρωμένο μπούστο. Με τα χέρια στην αρχή, με τα χείλη μετά. Κι εκείνοι ίδιοι με τα τακούνια, σαν καμπάνες, ρολόγια που χτύπαγαν δυνατά χτυποκάρδια. Σ’ ένα ιδρωμένο και στημένο από τον πόθο στήθος. Θυμάμαι και δυο λεπτεπίλεπτα χέρια που έδειχναν τώρα τανάλιες που ‘σφιγγαν απίστευτα, όταν δεν έψαχναν και τους δικούς μου χτύπους.
Άρχισα να συμμετέχω σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι χωρίς όρους και όρια σ’ ένα βαγόνι. Πάνω σε μπορντό καθίσματα. Μέσα από μια ξεκλείδωτη πόρτα. Σ’ ένα κουπέ που μόλις πρόλαβα να τραβήξω τις κουρτίνες, να μη μας βλέπουν.
Δέσμιος ελευθερωμένος, στην απόφαση, στα χάδια και στα φιλιά του απόλυτου θηλυκού. Της γυναίκας. Μιας παντελώς άγνωστής μου. Χωρίς άγχη, αγωνίες, προαπαιτούμενα και ψυχοφθόρα συναισθήματα αλλά με ένα απερίγραπτο ξεσηκωμό. Το ημίφως του τρένου τα σκέπαζε όλα. Τις ηλικίες, τις φοβίες, τις αμφιβολίες. Φωτιά στα πρώτα κι όλα στα έσχατα. Τα χείλια της είχαν το πάθος γυναίκας που δεν γνωρίζει “πρέπει”, που ήξερε πώς να δίνει και τον τρόπο να παίρνει.
- Πες μου, τι αισθάνεσαι;
Ζεστή φωνή, αντάρα, υπερένταση, ιδρωμένα κορμιά που δεν άντεχαν να περιμένουν. Ή νιώθεις ή είσαι νεκρός.
- Η πόρτα είναι ανοιχτή.
Ψίθυροι, άχρηστες λέξεις, άμυνες τρύπιες, από γλώσσες που ‘χαν μιλήσει ήδη. Εδώ ήταν μόνοδρομος. Ή προχωράς ή δραπετεύεις.
- Και λοιπόν; Μήπως μας ξέρει κανείς;
Λέξεις βαριές αναπνοές, καρφιά πάθους, που δεν χώραγαν αντιρρήσεις ή λογικές. Εδώ ήταν η ζωή απόψε. Ή έχεις ή δεν έχεις.
Μέσα από ρούχα μισοβγαλμένα, ακολουθώντας τη ρυθμική κίνηση του τρένου και σκεπασμένοι από τον ήχο του, κάτω από ένα φωτάκι και πίσω από τις σχεδόν κλειστές κουρτίνες, δέσαμε τα σώματα. Έκλεισε τα μάτια κι έμοιαζε να βιώνει το πρωτόγνωρο, αλλά και τόσο δικό της . Ένα κύμα τόσο βαθύ κι ένα ρίγος τόσο ζεστό που πλημμύρισαν κι εμένα και ξέχασα και το «πριν» και το χώρο και το χρόνο. Οι επιθυμίες της είχαν μεταγγισθεί στο αίμα μου κι έγιναν δικές μου. Το πάθος της πάθος μου.
Ο σταθμός στην Κατερίνη μας βρήκε μαζί. Λαγοκοιμόταν στον ώμο μου, χωρίς να αφήνει λεπτό το χέρι μου από το δικό της. Μπήκε ένα ζευγάρι στην καμπίνα. Σκέφτηκα ότι θα τους φαινόταν προκλητική η στάση μας, αλλά πλέον δεν με απασχολούσε τίποτε. Μου αρκούσε που με κάθε φιλί που της έδινα στο λαιμό -σα να πατούσα ένα κουμπί- εκείνη ανατρίχιαζε. Χαμογέλασαν διακριτικά, συζήτησαν για λίγο χαμηλόφωνα κι έπεσαν για ύπνο.
Εκείνο το ταξίδι δεν σταμάτησε στην Κατερίνη. Είχα παρασυρθεί από κείνη, από μένα, από τη νύχτα και το ρυθμό. Γυρίζαμε σαν τρελοί τα βαγόνια, μέσα σε γωνιές, σε σκοτεινούς διαδρόμους, σε λευκά σύννεφα καπνού από τις σωληνώσεις των βαγονιών και καταλήγαμε σε στενά βεσέ. Με τον κόσμο να κοιτάει περίεργα. Με την μυρωδιά του ξαναζεσταμένου στο μπαρ να αναδεύεται με την γεύση του δέρματος. Με την ευλογία της καυτής ανάσας.
Αυτό το τρένο δεν είχε προορισμό, ούτε η νύχτα φρένα. Περίσσευαν η φλόγα και η δίψα. Πιοτό από στόμα σε στόμα. Από σώμα σε σώμα. Πέρα από τη γη και το χώμα. Σαν μια έκρηξη κορμιών σε ένα γαλαξία δίνης και ακατάσχετης ενεργειακής έκλυσης. Κοσμογονία.
Όσο χάραζε η μέρα τόσο αποκαλύπτονταν τα πρόσωπα και διαμόρφωναν τα χαρακτηριστικά. Τίμημα κι επιστέγασμα της αξίας της νύχτας κι όλων όσων προσέφερε απλόχερα στο πέρασμά της. Έμοιαζα να έχω φύγει, να έχω διακτινισθεί και να έχω επανέλθει. Δάγκωσα για τελευταία φορά τα χείλη της, σχεδόν τα μάτωσα.
Κι εκείνη παραδομένη νικήτρια, κατακτητής κι αιχμάλωτη, στα νυσταγμένα της χαμόγελα ζούσε ακόμα, μέσα στο κάστρο που χτίσαμε στην άμμο του άγνωστου και του αποψινού, το ταξίδι. Από κείνα που οι θέσεις δεν κλείνονται νωρίτερα και τα εισιτήρια δεν τσεκάρονται από τρίτους. Ταξίδια φιλιά…
Αρχειοθετήθηκε ως : Best of, Νυχτερινή (Διήγημα), Πεζά











Τελικά , γιατί πρέπει να ναι ταξίδια τα φιλιά;
Γιατί να μην έχουν προορισμό;
Γιατί παντα να αλλάζει..
@ Γιατί Μαράκι μου, ο προορισμός εικαστικά στα μάτια μου σημαίνει τέλος, σημαίνει εφησυχασμός, σημαίνει συνήθεια, συμβιβασμός, άραγμα. Τον ιδανικό έρωτα τον φαντάζομαι ροκ, αγρίμι, σαν μια συνεχή διεκδίκηση χωρίς σταματημό και χωρίς πολλές σκέψεις. Εκεί τα φιλιά εχουν τη γεύση του ταξιδιού και του “δίχως αύριο”.Φαντάσου.. εκείνη τη στιγμή μπορεί να του δίνεις το τελευταίο σου φιλί.
Ένα ρεσιτάλ πάθους, αισθήσεων, έρωτα…
Ποιος θα μπορούσε να αντισταθεί?
Για άλλη μια φορά με μάγεψες Βασίλη μου!
!
Χώρος περιορισμένος, ο φωτισμός υποψιάζομαι όσο πρέπει θαμπός, η πόρτα που μπορεί να ανοίξει ανά πάσα στιγμή, η γοητεία του αγνώστου, ο ήχος από τις ράγες που δίνει το σύνθημα να ξεκινήσει ο ερωτικός χορός και να συγχρονιστούν οι κινήσεις… τελικά δε χρειάζονται και πολλά για να διακτινιστεί κανεις στον γαλαξία του πάθους και να ξεχάσει τον κόσμο απ’εξω.
Ομορφο!
Καλό σου βράδυ
@ Αστέρι μου, έχει μια διαδρομή αυτό που διαβασες, εδω είναι περίπου στο τέλος, είναι βέβαια το πιο ερωτικό κομμάτι. Χαίρομαι που σ΄ άρεσε! Φιλιά καλό βράδυ
@ Μαριλία μου
@ Perla μου, ο χώρος στενός, η ατμόσφαιρα υγρή, το τζάμι χνωτισμένο, το φως ελάχιστο που τρεμοπαίζει με την κίνηση του τρένου. Μιλάμε για τις παλιές τις αμαξοστοιχίες, που το ρυθμικό τακτάκ από τις ράγες μοιάζει με καρδιοχτύπι. Κάπως έτσι τις νυχτερινές ώρες ενώ κοιμάται η λογική, ξυπνάνε οι πιο αναπάντεχοι έρωτες.. Καλό βράδυ, φιλιά
Εμένα μου θύμισες την γκαρσονιέρα, ρε Βασίλη:)
Μετά τι έκανες; Ντουζιέρα δεν είχε ρε φίλε
Είδες τι χάσαμε!
Τα μπάνια μας, τις πετσέτες, γμτο!
Υπέροχο!
@ Σπίθα, ποιες πετσέτες, ποιες ντουζιέρες βρε συγκάτοικε, μιλάμε για χωριάτικο σκηνικό. Κι αυτή τη γκαρσονιέρα μη μου τη θυμίζεις… φάγαμε έξωση από τον σπιτονοικοκύρη γιατί δεν πληρώναμε την ΕΥΔΑΠ.
Καλό βράδυ.
…θα πρέπει λοιπόν, να γυρίσω στα παλιά, να διαβάσω όλα τα αριστουργήματά σου…
Μια σπαζοκεφαλιά, προσπαθώ να λύσω. Και ψάχνω ώρα πολλή. Ποιά ήταν η απάντηση στο “τι αισθάνεσαι”. θα το βρω και θα επανέλθω…
Αυτή η “μετάφραση” της …σιωπής σου ρε Βασίλη με τρελαίνει…
Ναι, αυτές οι ιστορίες σου μένουν κι ας είναι από αυτές που “χτίσαμε στην άμμο του άγνωστου και του αποψινού” και σε ένα ταξίδι με τρένο…
Μπράβο…
Την πολύ καλημέρα μου.
Κώστας
vloutis.wordpress.com
vloutis.blogspot.com
@ Αστέρι μου, με συγκινείς… Να σου πω μόνο ότι στην ιστορία αυτή η κυρία είναι αρκετά μεγαλύτερη από το νεαρό ο οποίος ακόμα δεν έχει συνέλθει από έναν πρόσφατο χωρισμό. Καλημέρα, φιλιά
@ Έλσα μου, οι απαντήσεις σε εκείνο το σημείο είναι το ίδιο περιττές όσο και οι ερωτήσεις γι αυτό και δεν με απασχολεί να κάνω σαφές ποιος ρωτάει. Φαινομενικά η απάντηση στο “τι αισθάνεσαι;” είναι “η πόρτα είναι ανοιχτή”. Ουσιαστικά όμως ο καθένας έψαχνε να βρει τις απαντήσεις μέσα από τα όριά του. Καλημέρα, φιλιά
@ Φίλε μου Κώστα, η μετάφραση της “σιωπής” είναι πολύ δύσκολο σταυρόλεξο, μην το ψάχνεις. Το συγκεκριμένο ταξίδι είχε τρέλα γιατί έγινε πάνω στις ράγες του ρίσκου, κι είχε την γοητεία του ξένου και του αναπάντεχου. Καλημέρα και σε σένα, να σαι καλά!
Δύσκολη υπόθεση οι κουρτίνες..Είδικά αν πρέπει να τις τραβήξεις…
@ Σκέψου όμως να μην υπήρχαν και αυτές. Αυτές οι κουρτίνες κλείνουν το “έξω” και ανοιγουν το “μέσα”. Καλημέρα
“τι αισθάνεσαι τώρα?”
“έλαααα, τι αισθάνομαι! περιγράφεται τι αισθάνεται κανείς σε τέτοιες στιγμές?”
αυτό έψαχνα…
@ Ελσάκι, πάνω σε αυτό σου απάντησα ήδη… Καλό ΣΚ
Και λέξεις ….ταξίδια….
Αχ, Βασίλη μου, συνεπαίρνει η πένα σου.
Απελευθερωμένη από “μη”, “δεν” και “πρέπει”, ταλαντεύεται σαν τους επιβάτες.
Φιλί και Γλαρένιες αγκαλιές
@ Γλαρένια μου, είσαι πολύ γλυκιά … Είναι ίσως το πιο ερωτικό ταξίδι και το πιο απελευθερωμένο που έχει κάνει η πένα μου. Φιλιά πολλά
Μετά από αυτό που διάβασα δε φαντάζεσαι τη χαρά μου που σε γνωρίζω.
Η δύναμη των λέξεων που μετατρέπονται σε εικόνες.Δεν διάβαζα…έβλεπα. Ταξίδευα σε ένα τραίνο που με γυρνούσε πίσω σε ένα παρελθόν με κομάτια από ταινίες film noir, συναισθήματα έντονα γεμάτα από τη μαγεία του μυστήριου, καθώς τα προστατεύει θαρρείς ο καπνός του τραίνου.
Είπες πριν στη Γλαρένια μας “Είναι ίσως το πιο ερωτικό ταξίδι και το πιο απελευθερωμένο που έχει κάνει η πένα μου.”
‘Ασε τη πένα σου ελεύθερη να κάνει κι άλλα τέτοια ταξίδια!
Και μεις συνταξιδιώτες σου στα ταξίδια αυτά!
@ Ανασαιμιά μου, σε ευχαριστώ για πολύ όμορφα λόγια σου… Αυτός ειναι και ο στόχος μου κάθε φορά να μετατρέπω τις λέξεις σε εικόνες, σε χρώματα και σε αρώματα.. Μερικά ταξίδια μου είναι πολύ ερωτικά, άλλα βέβαια κινούνται σε πιο ρομαντικά μονοπάτια. Πιστευω ότι όλα χρειαζονται. Μου δινεις δύναμη να συνεχίσω . Γι αυτό σε ευχαριστώ κι εγω που σε γνώρισα και γίναμε συνταξιδιώτες…
Με κάτι τέτοια που κάνεις, αξίως κέρδισες τον έπαινο της Μαριλίτσας-δασκαλίτσας!
Έλα στο ζόμπι της να δεις…
@ Το είδα Ασκάρ και την ευχαριστώ, να την προσέχεις είναι πολύ ευαίσθητη η δασκαλίτσα σου… να κάτι τέτοια διαβάζω και άντε να σταματήσω να γράφω έτσι