Βιβλία


img_0076.jpg

Ένα βιβλίο που δεν μπορεί να ονομαστεί αβίαστα μυθιστόρημα είναι το “Μεγάλο Αλγέρι” της Κατερίνας Καριζώνη. Είναι από αυτές τις πραγματικές ιστορίες που φαντάζουν τόσο απίθανες και μακρινές. Κι όμως αναφέρεται σε κοντινή εποχή σχετικά- στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Από τα ζωντανά παραμύθια αυτά που πλέκει μόνη της η ζωή μέσα στο διάβα του χρόνου

Σε κάποιο χωριό στη Μέσα Μάνη, κάπου κοντά στο σημερινό Οίτυλο, μια αγάπη προσπαθούσε να ανθίσει σαν ένα ζευγάρι από ζωηρόχρωμα λουλούδια στα σκληρά βράχια της “μανής” γης. Πιο μέσα, στα έγκατά της , η αλμύρα αναδεύτηκε με το πάθος στα υφάλμυρα νερά των σπηλαίων. Εκεί που πρωτόγονος ο έρωτας και υγρός ταξίδεψε σε κορμιά και σε μαχαίρια. Κάτω από ουρανό αβάσταχτων ευθυνών. Σαν τους αιχμηρούς κρεμάμενους σταλαχτίτες. Κάτω από τον πέλεκυ της βεντέτας κι ενός φονικού. Αδιαφορώντας για τη βούληση του Θεού μπροστά στη βούληση της οικογένειας και του χρέους.

Εκείνη η νεαρή γυναίκα, η  μανιάτισσα που δένει τα στήθια της με πανιά για να μην προκαλεί του άντρες, παντρεμένη όμως με το αγνό συναίσθημα, πέφτει χτυπημένη από τα βέλη του Έρωτα. Και προσπαθεί να ξεφύγει από την υποχρέωση του “γδικιωμού”, όχι γιατί δεν τον δικαιούται, όχι γιατί δεν τον πιστεύει. Αλλά γιατί ένα ερώτημα έρχεται στα χείλη της.

“Πώς μπορείς να σκοτώσεις ό,τι αγαπάς περισσότερο στη ζωή σου;”

Εκείνος ένας νέος άντρας μορφωμένος που γύρισε από την Αθήνα στο χωριό του για να μπορεί να ζωγραφίζει ελεύθερα, για να έρθει σε επαφή με τον τόπο που τον γέννησε, αγάπησε αλλά δεν μπόρεσε ποτέ να καταλάβει τη δύναμη της μανιάτικης παράδοσης. Να αντιληφθεί ότι στους άγραφους νόμους της Μάνης τον “λόγο” όταν τον δίνεις, δεν μπορείς να τον αθετείς. Και το βάρος που μπορεί να μεταφέρει από γενιά σε γενιά ένα υπογεγραμμένο συμβόλαιο αίματος.

 gse_multipart39242.jpg

Είχα τη χαρά να γνωρίσω από το μπλογκ της την Κατερίνα Καριζώνη, να με τιμήσει με την επίσκεψή της στο “get a life”, να διαπιστώσω την απλότητα του χαρακτήρα της αλλά και την μανιάτικη ψυχή που κουβαλάει μέσα της. Ζει στη Θεσσαλονίκη,  έχει γράψει 22 βιβλία εκ των οποίων πολλά ποιητικά αλλά και παιδικά βιβλία. Το “Μεγάλο Αλγέρι” είναι το τελευταίο της μυθιστόρημα (2006) και εν πολλοίς προέρχεται από βιώματα της οικογένειάς της μέσα από διηγήσεις του πατέρα της στον οποίο έκανε και την αφιέρωση. Προσωπικά το βιβλίο, μια ηθογραφία εποχής δοσμένη με μυθιστoρηματικό τρόπο, μανιάτης όντας κι εγώ, με συγκίνησε με την δύναμη του λόγου, την εκφραστικότητα και την ευαισθησία στους χαρακτήρες των ηρώων. Έχει πολλούς γλωσσολογικούς ιδιωματισμούς της ιδιαίτερης πατρίδας μου, ενδιαφέροντες αλλά και ενδεικτικούς της σκληρής δομής της τοπικής κοινωνίας και της απόλυτης σκέψης της.

(Η φωτογραφία είναι της “θαλασσινής” μου πυργοδέσποινας από το ταξίδι της στη Μάνη)

leighton-tristan.jpg

“…Η μπόλια της είχε πέσει και τα χάλκινα μαλλιά της απλώνονταν στους ώμους της σαν ζωντανή φωτιά. Του έδωσε το χέρι της για να σηκωθεί κι ένα άρωμα από τριαντάφυλλα τον συνεπήρε. Μοσχοβολούσε ολόκληρη κι έδειχνε εντελώς ατάραχη. Τον ευχαρίστησε με μια σιγανή ευχάριστη φωνή κι όπως την κοίταξε, χάθηκε σε μια σμαραγδένια θάλασσα και δεν ήθελε πια, μήτε μπορούσε να σωθεί από κείνα τα μάτια…”

Σκέψου ότι δεν είσαι στο 2008 αλλά πολύ πιο παλιά στο 1550. Ότι φοράς φανταχτερά μακριά μεταξωτά φουστάνια με ζωηρά χρώματα και λαμπερά κοσμήματα με περίτεχνα δεσίματα αν είσαι κυρία και επίσης παράξενα πουκάμισα, μπέρτες, μπότες  και παντελόνια αν είσαι κύριος. Ξέρεις καλά ότι η πιο ρομαντική περίοδος ήταν η αναγεννησιακή και μπορεί  να μου έλεγες ότι θα ήθελες να ζήσεις και να ερωτευθείς στο τότε.

Έχεις σκεφτεί όμως, πόσο δύσκολη ήταν τότε η επικοινωνία των ανθρώπων; Δεν υπήρχαν τηλέφωνα, sms και msn. Δεν υπήρχε καν η ευκαιρία της καφετέριας, της παρέας ή έστω του σχολείου, για να γνωριστείς. Υπήρχαν βέβαια ταχυδρομικά περιστέρια, αγγελιοφόροι - υπηρέτριες και υποτακτικοί, ευωδιές αέρινες και αγγίγματα ανεπαίσθητα στον δρόμο και στην αγορά, περίτεχνοι πίνακες ζωγραφικής πολύ ερωτικοί, αρμονικές καντάδες  στις ρούγες από αισθηματίες τροβαδούρους που μέσα από τους στίχους τους “κρυπτογραφικά” έστελναν μηνύματα στην αγαπημένη τους. Κι αν αυτά σου αρέσουν πρέπει να έχεις υπόψη σου ότι  τότε συνήθιζαν να “τάζουν”  οι πάτερ-φαμίλιες τα κορίτσια τους από μικρά, ακόμα κι αν ήταν εύπορη η οικογένεια. 

Τα δε ερωτευμένα ζευγάρια που ήταν εκτός “πλάνου” του δεσπότη του σπιτιού, τι να κάνουν τα έρμα, “κλεβόντουσαν”. Αλλά όμως σκέψου πόσο γνήσια ήταν τα συναισθήματα και πόσο “ηρωικές” οι ενέργειες των ανδρών-ιπποτών εκείνη την εποχή που μάγευαν και κατακτούσαν την τρυφερή ψυχή μιας γυναίκας. Όταν έπεφτε ένα μαντήλι από μια ”κυρία” (δήθεν τυχαία), ξέρεις πώς αντιδρούσε ένας γνήσιος “ιππότης”; Όταν κινδύνευε από κάτι απρόοπτο στο δρόμο της;

Και μάλιστα στον Χάνδακα του Ηρακλείου της Κρήτης στον 16ο αιώνα τα πράγματα δεν είναι τόσο εύκολα. Έλεγες “σ’ αγαπώ” τότε όταν το αισθανόσουν ή το άφηνες να αιωρείται; Και πως αποτυπώνεται σε μια γυναίκα εκείνης της εποχής η θύμιση του “ήρωα” της καρδιάς της τόσο απλά αλλά και τόσο ανεκτίμητα; Που ούτε όλο το χρυσάφι της Βενετιάς δεν θα την έσβηνε.

b119859.jpgΜε αυτά πραγματεύεται και σε αυτές τις αναρωτήσεις  δίνει απάντηση το μοναδικά ρομαντικό αλλά και ιστορικό μυθιστόρημα της Αικατερίνης Τεμπέλη Βενετσιάνικο Χρυσάφι” (εκδόσεις “Μοντέρνοι Καιροί”) που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2007 και βρίσκεται ήδη στην δεύτερή του έκδοση. Συναισθηματικό, με  λυρισμό μιας λησμονημένης εποχής, το βιβλίο κάνει αναφορά σε πολλά ιστορικά γεγονότα του 16ου αιώνα από την Κρήτη ως τη Βενετία, από τους λοιμούς που μάστιζαν το νησί, μέχρι τους άρχοντες της διοίκησής της, από τα νόμιμα επαγγέλματα της εποχής ως τους πειρατές των θαλασσών και τις υποχρεωτικές αγγαρείες στην “αλυσίδα” στις γαλέρες και στις ναυμαχίες της θάλασσας. Κι εκεί ανάμεσα στον φόβο και στο κρίμα, ο αγνός έρωτας του Αγγελή και της Ρήγισσας έμοιαζε να φέγγει σαν λάμψη από δίδυμα φεγγάρια μέχρι που τρίτο χέρι τους άλλαξε τις ρότες…

Η συγγραφέας Αικατερίνη Τεμπέλη γεννήθηκε στη Σάμο αλλά έζησε μερικά από τα πιο ενδιαφέροντα χρόνια της ζωής της στη Θεσσαλονίκη και στο Ηράκλειο, όπου σπούδασε αντίστοιχα Ψυχολογία και Κοινωνική Εργασία. Εργάστηκε για πάνω από μια δεκεατία στο ραδιόφωνο (Ράδιο Κρήτη, 9,84, Studio 19, ΕΡΑ Ηρακλείου, 102, ΕΡΤ 3 κ.α.) ως παραγωγός και παρουσιάστρια ραδιοφωνικών εκπομπών, καθώς και σε γνωστά περιοδικά κι εφημερίδες σαν δημοσιογράφος.

Σήμερα ζει στην Αθήνα κι ασχολείται μεταξύ άλλων με την Ιστορία, το Θέατρο και τις Νέες Τεχνολογίες. Γράφει τις νύχτες και ταξιδεύει συχνά στις ζωές των άλλων.

(painting “Tristan and Isolde” by Edmund Blair Leighton)

ΥΓ. Kenny Rogers - “Lady”

Lady, Im your knight in shining armor and I love you
You have made me what I am and I am yours
My love, theres so many ways I want to say I love you
Let me hold you in my arms forever more….

92622-biblio.jpg

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από το να βλέπεις να επιβραβεύονται οι προσπάθειες της σκέψης και το “ταξίδι του μυαλού” σε αγαπημένους σου ανθρώπους. Που μπορεί η επαφή μαζί τους να μην είναι τόσο οπτική, είναι όμως ψυχική κι ένα μοίρασμα ιδιαίτερο. Και είναι ακόμα πιο όμορφο να βιώνεις μαζί τους μια πνευματική “επιτυχία” στη ζωή τους και να διαπιστώνεις “εν τοις πράγμασι” ότι η εξωτερική εικόνα τους με εκείνο που σε ταξιδεύει σαν λέξη στον “αέρα” του διαδικτύου ταιριάζουν απόλυτα.

Την Παρασκευή 1-2-08 έγινε στην Πλατεία Καρύτση στην αίθουσα “Παρνασσός” η παρουσίαση του βιβλίου “Εικονική λογοτεχνία και www.Ποίηση.gr” στο οποίο έγραψαν στίχους και πεζά 17 διαδικτυακοί ποιητές και πεζογράφοι μεταξύ των οποίων και οι αγαπημένες μου Μαρία Νικολάου (www.hliaxtida67.blogspot.com) και  Γωγώ Πακτίτη (www.kardiagp.blogspot.com), που μεταφέρουν μοναδικά τον εσωτερικό τους πλούτο  μέσα από  λέξεις στις οθόνες μας. Μια βραδιά σε μια γεμάτη από κόσμο αίθουσα με απαγγελίες ποιημάτων όπου η Μαρία Νικολάου, η Μαρία Ροδοπούλου και άλλες γνωστές διαδικτυακές ποιήτριες -μπλόγκερ έδωσαν όλο τους τον εαυτό και όλο τους το συναίσθημα για να τα περάσουν αυτούσια στο κοινό. Τα διαλείμματα με μελωδίες πιάνου έκαναν ακόμα πιο ονειρική την αίσθηση της ποιητικής έκστασης. Στην παρουσίαση του βιβλίου και των συντελεστών του συμμετείχαν οι γνωστοί ποιητές Νίκος Δανιήλ και Βασίλης Πολύζος. Τους αξίζουν συγχαρητήρια και οι ευχές να είναι το βιβλίο καλοτάξιδο.

003.jpg

Σήμερα Κυριακή 3-2-08 η εφημερίδα “Έθνος της Κυριακής” και συγκεκριμένα το ένθετο “Έθνος- Άουτ” και η στήλη  “www .blog”  κάνει αναφορά (διαβάστε εδώ) στο ιστολόγιο της αγαπημένης μου “θαλασσινής” πυργοδέσποινας. Το www.thalassinimatia.wordpress.com είναι ένας προσωπικός ιστοχώρος πλήρης από συναίσθημα, ανθρωπιά, ειλικρίνεια και ερωτισμό, μια κατάθεση ψυχής ταξιδεμένη κάθε φορά στον αφρό από ένα γαλάζιο κύμα και μέσα από τον “εύθραυστο” ρομαντισμό μιας άλλης εποχής,  σε βαθιά νερά, στεριές κι ακροθαλάσσια. Που ευωδιάζει αρμύρα και από τις μερακλήδικες γαστρονομικές συνταγές της, ντυμένες μ’ ένα γλυκό μυθιστορηματικό τρόπο που έχει χαρακτηρίσει πλέον την πένα της. Αποτελεί σημαντική τιμή για  την θαλασσινή για το υπέροχο και παραμυθένιο μπλογκ της  αυτή η παρουσίαση, σε μια μεγάλη εφημερίδα αλλά  καμαρώνουμε και  όσοι από εμάς την έχουμε στη συντροφιά μας και την αγαπάμε.  Μπράβο της. Διαλέγω κάτι από το κείμενο που έγραψε η ίδια στην εφημερίδα, ενδεικτικό του ευαίσθητου χαρακτήρα της και της διάθεσής της να μοιράζει κομμάτια ψυχής, κομμάτια της ζωής της.

“…Μου άρεσε να ταξιδεύω από μικρή με τις λέξεις. Να παίζω μαζί τους, να φτιάχνω δικές μου. Να αλλάζω επίθετα στα ουσιαστικά όπως άλλαζα ρούχα στις κούκλες. Κάπως έτσι στρογγυλοκάθισε στο χαρτί το πρώτο παραμύθι, οι πρώτοι στίχοι ως που γέμισε το τετράδιο. Μετά σιωπή. Απώλεια. Έσπασε η μύτη από το μολύβι. Και για χρόνια πολλά δεν αντικαταστάθηκε. Μέχρι που μια μέρα μια άλλη απώλεια έφερε στην επιφάνεια την ανάγκη να αγοράσω νέο τετράδιο και νέο μολύβι…”

001.jpg

botilia3.jpg

Μανιάτικο παραμύθι. Ο Γιάννης και η Μαρία.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας παπάς και μία παπαδία και είχανε μία κόρη, τη Μαρία και έναν υπερέτη, που τονε λέγανε Γιάννη. Ο Γιάννης δούλευε σκληρά στου παπά και για να δουλεύει με περισσότερη όροξη και ν’ αποδίνει, του τάζανε τη Μαρία. “Θα μεγαλώσει Γιάννη”, του λέγανε “και θα σου την δώκουμε να ντην πάρεις γυναίκα σου”.

Περνάγανε οι χρόνοι, ήρθε και μεγάλωσε η Μαρία. “Μπάρμπα παπά, πότε θα μου την δώκεις τη Μαρία;” -τσιμπούρι ο Γιάννης-. “Ε, βρε Γιάννη, ας περάσει λίγος καιρός ακόμα να μεγαλώσει η Μαρία και θα στη δώκω”. Από μέσα του όμως σκεβότανε τι τρόπο θα βρει να ντονε ξεγελάσει και να ντονε βγάλει από τη μέση. Λοιπόν αφού είδανε κι απόειδανε ότι ο Γιάννης γρίνιζε και γύρευε τη Μαρία, βαριότανε και να δουλεύει, του λέει ο παπάς: “Γιάννη εντάξει, θα κάνουμε το γάμο, αλλά πρώτα θα πάεις πίσω από κείνο το βουνό, που είναι ένας μεγάλος μπαξές και θα φορτώσεις στη γαϊδούρα να φέρεις σαράντα λογώνε σαλάτα να ντηνε βάλομε στο τραπέζι, στα στεφανώματα.

Το περιβόλι όμως εκείνο το φύλαε ένας δράκος. Ο Γιάννης δεν το ήξερε. Ο παπάς όμως το ‘ξερε και ήθελε να ντονε φάει ο δράκος να ντονε ξεφορτωθεί. Του δώνει ο παπάς τη γαϊδούρα να φορτώσει τις σαλάτες, καβαλάει ο Γιάννης, βάνει το δρόμο στα μπροστά, φέγει. Το περιβόλι ήταν πολύ μακριά και θά ΄κανε πάνω από ένα μήνα να πάει και να γυρίσει. Μετά από πολύ νταμάχι κατάφερε ο Γιάννης να φτάσει στο περιβόλι εκείνο. Βρέσκει την πόρτα ανοιχτή, μπαίνει μέσα με τη  γαϊδούρα, διαλέγει τις σαλάτες χωρίς να ντονε ενοχλήσει κανένας. Απάνω που τις φόρτωνε και τοιμαζότανε να φύγει πλησιάζει ένα πιθακάκι. Τι κάνεις εδώ, ρε; Γιατί μαζεύεις τις σαλάτες;” “Να, μ΄έστειλε ο μπάρμπας μου ο παπάς, γιατί θα πάρω την κόρη του τη Μαρία και τις θέλομε για το γάμο”. “Χάσκα, ρε!” Άνοιξε ο Γιάννης το στόμα του. “Φτου. Ό,τι λες να γίνεται”. Φορτώνει που λες, ο Γιάννης τη γαϊδούρα και έφυγε. Στο μεταξύ ο παπάς είχε παντρέψει τη Μαρία με άλλο γαμπρό και τον Γιάννη τον είχανε για μακαρίτη.

Φέγοντας λοιπόν ο Γιάννης με την γαϊδούρα, σε κάποια ροβόλα γλιστράει η γαϊδούρα, πάει μ΄όλο το φόρτωμα ισακάτω στο λαγκάδι και σκοτώνεται. Πού! Ο Γιάννης να σκάσει από το κακό του. “Δεν είναι  που έχασα τη γαϊδούρα και τη σαλάτα”, είπε, “χάνω και την Μαρία”. Πήρε τον κατήφορο καταστενοχωρημένος, όλο μαράζι. Εκεί όμως που προχώραε με το κεφάλι κάτω, θυμήθηκε τι του είχε ειπωμένο το πιθακάκι. “Μωρέ, για στάσου, τι μου είπε εκείνο το σκατό το ανθρωπάκι!” Στέκει. “Να βρω τη γαϊδούρα”, λέει “μπροστά μου με όλο το φόρτωμα”. Ζουπ, νάσου η γαϊδούρα μπροστά του φορτωμένη τις σαλάτες.  ”Μμμ”, είπε “τούτο είναι δουλειά!

Ήρθε πλέο η καρδιά του στον τόπο της. Ώστε να φτάσει στου παπά, νύχτιωσε. Πάει μπαίνει στο σπίτι, βρέσκει τη Μαρία με τον άντρα της να κιουμιούνται στο κρεβάτι. Τον είχανε πάρει οι παπαδέοι σώγαμπρο. “Χμ”, ‘εκανε ο Γιάννης, “τέτοιοι μου είσαστε; Έτσι να μείνετε. Κολλάνε στο κρεβάτι ο γαμπρός και η Μαρία, πού να σηκωθούνε. Ήτανε κολλημένοι στα στρώματα ώστε το μεσημέρι. Πάει η παπαδία, σπρώχνει την πόρτα: “Μωρέ τι πάθατε; Γιατί αργάτε να σηκωθείτε;”. “Το και το”. Τους λέπει κολλημένους στο κρεβάτι. “Που που συφορά μας, τι πάθαμε!”, έσκουξε η παπαδία και έσουρε τα χέρια της στα μάγουλά της. “Έτσι να μείνεις”, λέει ο Γιάννης. Έμεινε η παπαδία με τα χέρια κολλημένα στα μάγουλα. Ανανογιέται κι ο παπάς, που έψαχνε στο σπίτι και δεν τους έβρεσκε, πάει μέσα: “Μωρέ τι γινήκατε;”τους λέει. “Σας γυρεύω μία ώρα. Ακόμα κιουμιούσαστε; σηκώτε απάνω, έχομε δουλειά”. Άσ΄τα παπά, τι πάθαμε”, του λέει η παπαδία. Τηράει ο παπάς “Θεέ και Κύριε!” έκανε και έπιασε με το χέρι τα γένεια του. “Έτσι να μείνεις”, λέει πάλι ο Γιάννης. Έμεινε και ο παπάς με το χέρι κολλημένο στα γένεια. Ο γαμπρός πια πού να μολαϊμίσει. “Ξεκολλήστε με”, τους φώναζε “και με γειά σας και με χαρά σας κι η Μαρία και τα καλά σας”.

“Γιάννη”, του ξαναλέει ο παπάς, “θα καβαλήσεις τη γαϊδούρα και θα πας, ας πούμε, στο Ασπρόχωμα, που είναι μια καλή μάγισσα να μας λύσει τα μάγια. Γρήγορα!  Ξεκινάει, βάνει το δρόμο στα μπροστά πάλι ο Γιάννης, φτάνει στο Ασπρόχωμα, βρέσκει τη μάγισσα. “Το και το κυρά -μάγισσα, ο μπάρμπας μου ο παπάς είπε να  ‘ρθείς στο σπίτι του να ντους λύσεις τα μάγια, γιατί είναι όλοι μαγεμένοι”. Σηκώνεται η μάγισσα, από πίσω ο Γιάννης, πηγαίνανε. Στο δρόμο που πηγαίνανε βρέσκουνε ένα ποτάμι, της Κοσκάργας, σα να πούμε, που δεν είχε γιοφυράκι τότε. Είχε βρέξει όλη την ημέρα και έτρεχε. “Κρύψου βρε Γιάννη, να σηκώσω τα φουστάνια μου να περάσω”, του λέει η μάγισσα. Μπαίνει πίσω από ένα φρύγανο ο Γιάννης, σηκώνει η μάγισσα τα φουστάνια της να περάσει. “Έτσι να μείνεις”, λέει ο Γιάννης. Έμεινε η μάγισσα με τα φουστάνια σηκωμένα. Πολέμαε να ντα κατεβάσει, δεν κατεβαίνανε. “Τώρα;”, “Α, Γιάννη”, του λέει, “τώρα δεν έρχομαι”. “Βρε έλα που δεν έρχεσαι. Θα ‘ρθείς θέλεις δε θέλεις”, τη ζόρισε ο Γιάννης.

Την παίρνει με το στανιό, πηγαίνανε. Προχωρήσανε, περάσανε τη Στούπα, φτάσανε στη Σελίνιτσα. Περνάγανε, ας πούμε, απόξω από του Γεωργουλέα το μαγαζί. Εκεί καθότανε ο πασάς και έπινε το ναργιλέ του. Καθώς είδε τη μάγισσα, “Ατί χάλια είναι φτούνα;” της λέει και φλαπ, της δίνει μια με το τσιμπούκι στο κωλομέρι. “Έτσι να μείνεις”. λέει ο Γιάννης. Κολλάει και ο πασάς με το τσιμπούκι του στη μάγισσα. Έσουρνε ο Γιάννης τη μάγισσα, η μάγισσα το τσιμπούκι και το τσιμπούκι τον πασά. Έτσι αλυσίδα όλους τους πάει στου παπά το σπίτι. Κείνοι μόλις τους είδανε και καταλάβανε τι είχε γίνει, τα χάσανε. “Γιάννη ψυχικό”, του είπανε. “Λύσε μας κι ότι θέλεις εσύ θα γίνει”. “Ή μου δώνετε τη Μαρία ή μένετε παδά όπως είσαστε και βρισκούσαστε”, τους λέει ο Γιάννης. “Χάρισμά σου κι η Μαρία και όλα, φτάνει να μας ξεκολλήσεις”.

Με τα μαγικά του λόγια λοιπόν τους έλυσε ο Γιάννης και πήρε τη Μαρία. Έγιναν οι γάμοι, περίχαρος ο Γιάννης. Ο πρώτος γαμπρός σηκώθηκε από το κρεβάτι που ήτανε κολλημένος και όπου φύγει φύγει. Κι ο Γιάννης με τη Μαρία περάσανε καλά κι εμείς καλύτερα.

 ΥΓ. Το παλιό αυτό παραμύθι που μεταφέρεται στη Μάνη από γενιά σε γενιά εδώ και αιώνες είναι γραμμένο πια μαζί με άλλα, από τον “συγγραφέα της Μάνης” Γιάννη Μανιατέα στο βιβλίο του “Παραμύθια -Μύθοι & Θρύλοι της Μάνης” των εκδόσεων “Αδούλωτη Μάνη”. Αυτό το καλοκαίρι μάλιστα σε μια αξέχαστη βραδιά γεμάτη γέλιο για την υπόθεση αλλά και για την ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, είχα τη τύχη και την χαρά να το παρακολουθήσω δραματοποιημένο μαζί με 4 άλλα παραδοσιακά παραμύθια σε μια όμορφη παράσταση από μια παρέα οκτώ ταλαντούχων ηθοποιών στο νησάκι Κρανάη του Γυθείου δίπλα στον Πύργο των Γρηγοράκηδων υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα του Κώστα Φαρμασώνη. Το χειμώνα παρουσιάστηκε αυτή η παράσταση με την επωνυμία “Ο διάολος στη μποτίλια” στο θέατρο “Εκβασις” (τέως σπίτι της Τέχνης)  Δεληγιάννη 5- Ν. Κόσμος πίσω από το Πάντειο. Η φωτό είναι από την παράσταση και το συγκεκριμένο παραμύθι τη στιγμή που ο Γιάννης είχε ολοκληρώσει τα “έτσι να μείνεις”.

alosi.gif

Μια ενδιαφέρουσα ιστορική μελέτη σχετικά με την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204 , που συμπαρέσυρε στην καταστροφή το χιλιόχρονο οικοδόμημα του Βυζαντίου, κάνει ο Γιώργος Καραμπελιάς στο βιβλίο του “1204 - Η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού”. Κάποια σημαντικά στοιχεία του βιβλίου σταχυολόγησα και τα παραθέτω:

“Ο ελληνικός κόσμος, από τον 11ο αιώνα αντιμετωπίζει μια διττή πρόκληση, τόσο από την Ανατολή όσο και από την Δύση -για να μην αναφερθούμε και στον Βορρά.  Την απειλή που αναφαίνεται στα δυτικά της Αυτοκρατορίας προαναγγέλει και προετοιμάζει ιδεολογικά η οριστική ρήξη των Εκκλησιών με το filoque, το 1054:  Η παπική Δύση όχι μόνο αισθάνεται πλέον αρκετά ισχυρή για να αποσπαστεί οριστικά από την ελληνική οικουμένη, αλλά απαιτεί την πνευματική υποταγή της ορθοδοξίας και του ίδιου του Βυζαντίου..

Η παρακμή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας οφείλεται στα προνόμια που παραχώρησε η κυβέρνηση στους πολίτες των ιταλικών δημοκρατιών. Οι Ενετοί έμποροι απέκτησαν (μετά το 1082) το δικαίωμα να εμπορεύονται ελεύθερα χωρίς να πληρώνουν δασμούς, σε όλες τις περιοχές της Αυτοκρατορίας, δεν πλήρωναν φόρους και δεν υπέκειντο στη δικαιοδοσία της βυζαντινής διοίκησης. Συγχρόνως θα αρχίσουν και οι επιθέσεις.  Ήδη, το 1071 οι Νορμανδοί θα καταλάβουν την ελληνική Ιταλία,- την ίδια στιγμή που οι Τούρκοι θα συντρίβουν τον βυζαντινό στρατό στη μάχη του Ματζικέρτ-, ενώ σύντομα θα αποβιβασθούν στο Δυρράχιο και θα λεηλατήσουν τη δυτική Ελλάδα προσαρτώντας εκτεταμένες περιοχές…

Μέχρι τη άλωση του 1204, η κατάσταση επιδεινώνεται αδιάλειπτα. Όταν οι στρατιές των σταυροφόρων κατάφεραν να την εκπορθήσουν, στις 13 Απριλιου 1204, η Κωνσταντινούπολη είχε ήδη αλωθεί εκ των ένδον. Η εσωτερική υπονόμευση συνίστατο κατ΄αρχήν στις αναρίθμητες διαμάχες ανάμεσα  στους ευγενείς, διαμάχες τις οποίες εκμεταλεύτηκαν επιδέξια οι Λατίνοι…

Η Άλωση θα καταγραφεί ως μια από τις μεγαλύτερες πολιτιστικές καταστροφές της ιστορίας. Καλλιτεχνικοί θησαυροί τουλάχιστον εννέα αιώνων (γιατί οι Αυτοκράτορες, ήδη από την εποχή του κτήτορος Κωνσταντίνου, είχαν μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη πολλά αρχαία μνημεία), θα καταστραφούν και θα λεηλατηθούν μέσα σε ελάχιστες μέρες. Η πόλη έπεφτε μετά από εννιακόσια χρόνια, ενώ οι ίδιοι οι κατακτητές είχαν μείνει περιδεείς, μπροστά στο κατόρθωμά τους…

Οι Γάλλοι και οι Φλαμανδοί είχαν κυριευθεί από μία μανία καταστροφής. Ξεχύθηκαν ένας ωρυόμενος όχλος στους δρόμους και στα σπίτια, αρπάζοντας οτιδήποτε γυάλιζε και καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορούσαν να κουβαλήσουν, σταματώντας μόνο για να σκοτώσουν και για να βιάσουν ή για ν’ ανοίξουν τα κελάρια για να πιούν…δεν γλύτωσαν ούτε τα μοναστήρια και οι βιβλιοθήκες… στην Αγιά Σοφιά έβλεπε κανείς μεθυσμένους στρατιώτες να σχίζουν τις μεταξωτές κουρτίνες και να κομματιάζουν και να γκρεμίζουν το μεγάλο ασημένιο εικονοστάσιο, ενώ ποδοπατούσαν ασεβέστατα άγιες εικόνες και ιερά βιβλία… επί τρεις μέρες εξακολουθούσαν οι φρικιαστικές σκηνές…ώσπου η τεράστια και ωραία πόλη έγινε ένα ερείπιο…

Μπορούμε άραγε να “ξαναμεγαλώσουμε”; Ή μήπως είμαστε καταδικασμένοι να χαθούμε στους μαιάνδρους της ιστορίας και στην αγκάλη του νεο-οθωμανισμού; Αν το σημερινό δυναμοκεντρικό μοντέλο συνεχίσει να κυριαρχεί, δεν έχουμε καμία τύχη. Η λογική των μεγεθών οδηγεί σε παραπέρα συρρίκνωσή μας… Αν, αντίθετα, το κυρίαρχο μοντέλο υποχωρήσει μπροστά στα γεωπολιτικά, οικονομικά, οικολογικά και οντολογικά αδιέξοδά του, όχι μόνο μπορούμε να αποφύγουμε τη συρρίκνωση, αλλά ίσως κατορθώσουμε πάλι να ψηλώσουμε για να συναντήσουμε αυτά που αφήσαμε ημιτελή το 1204…

Σε ένα κόσμο όπου η Μικρά Ασία θα είναι επιτέλους δημοκρατική και κατά συνέπεια οι λαοί και οι περιφέρειές της θα έχουν ανακτήσει το δικαίωμα της αυτοέκφρασής τους, σε έναν κόσμο όπου οι βαλκανικοί λαοί θα έχουν ξεπεράσει τις διαμάχες τους και το όραμα του Ρήγα Βελεστινλή θα μπορεί να γίνει πράξη…”

(’Ή άλωση του 1204″ πίνακας του Ιταλού ζωγράφου Τintoretto)

ΥΓ του γράφοντα. Στην συνάντηση του νέου Πάπα Βενέδικτου με τον Oικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο, αναγνωρίσθηκε επίσημα “το λάθος” από τον πατροπαράδοτα και θεσμικά ”αλάθητο” Πάπα για την άλωση του 1204.  Κάτι που ήταν αυτονόητα επιβεβλημένο προκειμένου να ξεκινήσει μια ουσιαστική επαναπροσέγγιση. Άρχισε ίσως μια εποχή γεφυρώματος των κατ’  επίφαση (προσωπική μου γνώμη) διαφορών των Εκκλησιών, των δογμάτων και των άλλων ”εξηγήσεων” του Ευαγγελίου, που ίσως πάρει χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί. Όμως βρίσκονται σε μια καλή λογική πορεία όλες αυτές οι πρωτοβουλίες. Οι επίσης σημαντικές επαφές του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστοδούλου (στον οποίο εύχομαι ολόψυχα περαστικά) με τον Πάπα Βενέδικτο και τη Δυτική Εκκλησία, δείχνουν ότι υπάρχει ομοψυχία στην Εκκλησία μας, απαραίτητο στοιχείο για το ποθούμενο, την επανένωση.

 ΥΓ2. Έθνικ (Μιχάλης Ρακιντζής)

2003071002.jpg                            

“Λοιπόν Μήτσο, αγαπώ το μπράτσο σου, για αρχή, όπως κάθε φορά που είσαι εδώ. Δέκα μέρες έχεις να κατηφορίσεις στην αρχαία Ελευσίνα και στην αρχαία Λίτσα, αγόρι μου, ούτε σήμερα ήρθες, βράδιασε πια και δε σε περιμένω, αλλά θα κάνω πως κάθεσαι στην καρέκλα.

Μ΄ αρέσει πολύ να είσαι σπίτι. Να βλέπω τα μεγάλα ξέχειλα από νιάτα μάτια σου. Τα ανάλαφρα τσουλουφάκια σου. Τα πόδια σου να σχεδιάζουν ωραία βήματα μέσα στο δωμάτιο.

Σου έφτιαξα ένα βάζο μαρμελάδα.

Τα ροδάκινα πέφτουνε, αν θέλετε  θα σας μαζέψω μετά όσα είναι στα ψηλά κλαδιά. Και, κοπανούσα για να κοπανάω, δεν πολυπαίζω πια ντράμς, δεν έχω ταλέντο.

Δεν έλεγες, δεν σ΄άφηνα να πεις και πολλά. Δυό τρεις φράσεις όλες κι όλες σε κάθε επίσκεψη. Σας έφερα πάστες, τη μια φορά, βάλτε το κουτί του ζαχαροπλαστείου στο ψυγείο για να μη λειώσει το παγωτό, την άλλη.

Σε κοιτάω στη φωτογραφία με τον πατέρα σου στο βαπόρι, εσύ έκοψες, είπες την κοτσίδα και πήγες και βρήκες εκείνον τον μακρυμάλλη σαν τον Καρβέλα, και αναρωτιέμαι πώς στο καλό συνεννοείστε.

Με παραστέκει η θάλασσα, η θάλασσα είναι μεράκι, το μεράκι είναι σαράκι, το σαράκι είναι χτικιό, ο Μήτσος θα είναι ανίδεος και για το πως μιλάει ένας πατέρας στο γιο του και για κάποιες παλιές λέξεις και κουβέντες που δεν νοιάζουν πια  καθόλου τους νεότερους.”

(Από το ‘”Σουέλ” της Ιωάννας Καρυστιάνη)

ΥΓ. Μια αγάπη μικρή (Τάνια Τσανακλίδου- Μιχάλης Δέλτα)

Στίχοι: Τάνια Τσανακλίδου
Μουσική: Μιχάλης Δέλτα
Πρώτη εκτέλεση: Τάνια Τσανακλίδου
Απόψε η αγάπη μας θα γίνει ένα τραγούδι
στ’ αστέρια θα φτάσει ψηλά
ζωής λευκό λουλούδι.
Μη με ρωτάς γιατί πονώ
τα μάτια σου όταν κοιτάζω
βαθιά κρυμμένο μυστικό
το βλέμμα σου φορώ
κι αλλάζω.
Πίστεψα κι άφησα γι’ άλλη μια φορά
τη φωτιά της ψυχής να μ’ αγγίξει ξανά
με πράγματα, λόγια δικά μας μοναδικά
μιας αγάπης μικρής η βροχή ξεκινά
Μη σταματάς.
Στα όνειρά μας έρχεται, τα δίνει και τα παίρνει
Δεν ξέρω αν θ’ αντέξουμε σε αυτό
το κάτι που μας δένει.
Το χέρι μου στο στήθος σου
χαράζει μιαν αλήθεια
στο βάθος του ορίζοντα ο έρωτας
δε γίνεται συνήθεια.
Πίστεψε κι άφησε γι’ άλλη μια φορά
τη φωτιά της ψυχής να σ’ αγγίξει ξανά
με πράγματα, λόγια δικά μας μοναδικά
μιας αγάπης μικρής η βροχή σταματά.
Μη σταματάς
Να μ’ αγαπάς.
Μη σταματάς
Να μ’ αγαπάς