Η κόκκινη φούστα (Ημιτελές)


waiting__by_amadeorikefake.jpg

Η κόκκινη φούστα

ΙΑ΄ - Η έξοδος

Για την Γωγώ δεν ήταν τόσο εύκολο. Για οποιαδήποτε γυναίκα δεν θα ήταν. Δεν γίνεται τόσο απλά να αφήσεις ίσως το μοναδικό σου αποκούμπι και να κοιτάξεις κατάματα την έξοδο. Αισθάνθηκε όμως ότι η θεία της είχε κάνει πολλά για εκείνη και δεν μπορούσε να της φορτώσει και τη γέννηση ενός παιδιού. Και μάλιστα εκτός γάμου.

Μαζί με τα Μέγαρα άφησε και τη δουλειά της δακτυλογράφου. Είχε μαζέψει κάποια χρήματα πήρε και από τη θεία της κάποια άλλα, μαζί με την διαβεβαίωση ότι η πόρτα της θα είναι πάντα ανοικτή.

Μέχρι να φύγει έψαχνε στις εφημερίδες για ένα σπίτι αν είναι δυνατόν κοντά στον Πειραιά και κάποια δουλειά. Βρήκε στο Αιγαλεω ένα μικρό ισόγειο σπίτι με αυλή και με λουλούδια, της άρεσε ήταν χαμηλό και το ενοίκιο και το έπιασε.

Όταν άρχισε πια να μένει εκεί δεν ήταν περισσότερο από 21 χρονών. Δίπλα ακριβώς υπήρχε μια πολυκατοικία και στον δεύτερο όροφο έμενε η Σούλα μια ανύπαντρη γυναίκα 40 ετών τότε που τα επόμενα χρόνια θα γινόταν η καλύτερη φίλη της. Εκείνη συνάντησε από την πρώτη στιγμή και της είπε λεπτομέρειες για το σπίτι για την μικρή - μεγάλη ιστορία που κουβαλούσε μέσα του. Η Γωγώ κέρδισε την εκτίμηση και την αγάπη της Σούλας από την αρχή.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν στην εξεύρεση εργασίας και ειδικά για μια έγκυο γυναίκα χωρίς κάποιον δίπλα της ήταν ακόμα μεγαλύτερο. Ο αγαπημένος της Παντελής και μελλοντικός πατέρας χωρίς να το γνωρίζει, ήταν στο πρώτο του ταξίδι στους ωκεανούς και δεν είχε δώσει ίχνος ζωής εδώ και ένα μήνα. Η Γωγώ επικοινώνησε με την ναυτιλιακή εταιρεία και τους έδωσε το τηλέφωνο της Σούλας μέχρι να εγκαταστήσει το δικό της, για να το έχει ο Παντελής υπόψη του.

Ένα απόγευμα ανέβηκε στην Καστέλλα, έκατσε στο ίδιο τοιχαλάκι που γνωρίστηκαν. Και κεί κοιτάζοντας το πέλαγος είδε ξανά τα μάτια του να την κοιτάνε με την ίδια φλόγα όπως την πρώτη φορά. Μόνο που τώρα είχε κάτι από εκείνον μέσα της. Τα βράδια η Γωγώ πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά περιδιαβαίνοντας τα μέρη που περπατούσαν μαζί.

Έτσι συναντήθηκε μια μέρα με τον Σταμάτη. Την είδε μόνη της νύχτα στο λιμάνι, πίστεψε ότι είναι πόρνη και την πλησίασε.

- Θες να πάμε μαζί;

- Πού να πάμε;

- Δεν ξέρω, όπου να ‘ναι, εσύ να μου πεις. Στο σπίτι σου ή σε κάποιο ξενοδοχείο ας πούμε.

Η Γωγώ κατάλαβε τι ήθελε ο νεαρός αλλά της άρεσε το παιχνίδι με τις λέξεις και τις παρεξηγήσεις.

- Θες να κοιμηθούμε μαζί, έτσι;

- Να κοιμηθούμε αν το θες και συ.

- Έχεις ανάγκη λοιπόν από γυναικεία συντροφιά απόψε.

- Ναι όπως το λες είναι. Και είσαι πολύ όμορφη.

Δεν του είπε ότι δεν είναι πόρνη, δεν του είπε ότι είναι έγκυος. Εξάλλου εκείνον τον ενδιέφερε η συντροφιά της. Και μόνο.

Του έδωσε ότι γύρεψε. Κι εκείνη το ήθελε. Πήγαν στο Αιγάλεω κι έκαναν ξέφρενο έρωτα όλο το βράδυ. Όχι με χρονικά όρια και κανόνες. Πέρασαν έτσι μια γλυκειά ερωτική νύχτα. Μόνο κάθε φορά που το έκαναν, έκλεινε τα μάτια η Γωγώ , έλεγε “μέρα μου”, φανταζόταν τον Παντελή και ευχαριστιόταν την στιγμή. Μόνο έτσι.

Το πρωϊ φεύγοντας, της άφησε δέκα χιλιάδες και την ξύπνησε μ’ ένα φιλί στο στόμα.

- Θα ξανάρθω, με λένε Σταμάτη.

- Να ξανάρθεις.

_antrim__sunset__red_sea_oct_76.jpg

Η κόκκινη φούστα

Ι’ - Κόκκινο της Αφρικής

Blue stream - Ημερολόγιο - 25η ημέρα

Στο Σουέζ πήραμε πίσω τον Μοχάμετ και ησύχασα κι εγώ και οι βάρδιες στο μηχανοστάσιο. Το καράβι έμοιαζε να βρήκε ρυθμό στην Ερυθρά θάλασσα και η ρότα του στα αβαθή και κοραλλένια νερά ανάμεσα από τις φελούκες των ψαράδων της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας ήταν στρωτή χωρίς άλλες καθυστερήσεις. Θα πιάναμε στο Μογκαντίσου στη Σομαλία για ανεφοδιασμό σε καύσιμα και για νέες εντολές από την ιδιοκτησία. Κυκλοφορούσε στους ναύτες μια φήμη ότι οι Κινέζοι δεν είναι εντάξει με το ναύλο κι ότι ο συνωστισμός που επικαλέστηκαν στο λιμάνι της Σαγγάης για την αργοπορία, ήταν δικαιολογία για να κερδίσουν χρόνο.

Κάποιο σούρουπο όταν περνούσε το Blue Stream τον κόλπο του Άντεν και το Τζιμπουτί και ανοιγόταν στον Ινδικό Ωκεανό, ο Παντελής βρήκε τον Αιγύπτιο συνεργάτη του στο κατάστρωμα. Είχε χυθεί σε μια γωνιά κι έξυνε ένα μαύρο εβένινο παλούκι που είχε φέρει από τα μέρη του. Του έδινε μορφή γυναίκας. Σκάλιζε στήθη και καμπύλες. Έκατσε κι εκείνος και του άφησε ένα κουτάκι μπύρας δίπλα του. ’Εμεινε για λίγο αμίλητος να ατενίζει το κόκκινο ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα μέχρι που γύρισε και τον κοίταξε. 

- Βρε Μοχάμετ θέλω να σε ρωτήσω από μέρες, πώς τις ρεγουλάρεις δυο γυναίκες στο σπίτι; Θέλω να πω δεν έχουν ανταγωνισμό μεταξύ τους;

Ο Μοχάμετ χαμογέλασε αλλά συνέχισε τη δουλειά του.

- Οι γυναίκες είναι όπως τις μάθεις Παντελή. Οι δικές μου είναι αγαπημένες γιατί ήξεραν από την αρχή ότι θα είναι έτσι. Μικρές ήταν και άμαθες όταν τις πήρα. Περίπου την ίδια εποχή τις παντρεύτηκα και τις δυο. Εμείς στη θρησκεία μας επιτρέπεται όπως ξέρεις να έχουμε περισσότερες γυναίκες. Πριν τις πάρουμε όμως, σκεφτόμαστε καλά αν μπορούμε οικονομικά να συντηρήσουμε και αυτές και τα παιδιά που θα κάνουμε. Δεν είναι σε όλους εύκολο να διαθέτουν πολλές. Εξάλλου κι εσείς αν θέλετε μπορείτε να έχετε γυναίκες δεύτερες και τρίτες. Μόνο που οι δικές σας είναι παράνομες.

- Σα να έχεις δίκιο Μοχάμετ. Μερικές φορές όμως οι παράνομες είναι οι πιο γλυκές. Κάνουν καλύτερο κρεβάτι, σου δίνονται περισσότερο. Γιατί όμως να γίνεται αυτό άραγε;

- Γιατί δεν υπάρχει μονιμότητα. Γιατί τον εραστή τον διαλέγουν όπως στην αγορά τα φρούτα τους ή τον κλέβουν από αλλού ενώ με τον σύζυγο που τον έχουν σίγουρο συμβιβάζονται. Οι παράνομες σχέσεις παίρνουν από σένα και σου δίνουν χωρίς να είναι υποχρεωμένες και αυτό κάνει τον έρωτά τους γνήσιο και πιο παθιασμένο από τον άλλο.

- Εσύ που έχεις χρόνια στα καράβια κι έχεις νόμιμα δυο γυναίκες, θα έχεις κάνει το κέφι σου με γκομενίτσες έξω στα λιμάνια, έτσι δεν είναι;

- Χαχα! Παντελή είσαι τελείως φρέσκος στον ωκεανό αλλά όπως σε κόβω είσαι έτοιμος να τιμήσεις το γυναικείο κορμί στο πρώτο λιμάνι που θα πιάσουμε. Άκου όμως κάτι. Αν θες να γίνεις καλός ναυτικός, να μην επηρεάζεται από θηλυκά. Να σκέφτεσαι πάντα το επόμενο λιμάνι κι όχι αυτό που άφησες.

- Είσαι σοφός Μοχάμετ.

- Είμαι ναυτικός Παντελή. Και χρόνια κάνω αυτό το σκατοεπάγγελμα. Το ποιές γυναίκες πηδάω και αν πηδάω στα ταξίδια μου, πρέπει να με προβληματίζει όσο το ποιοι άντρες μπορεί να πηδάνε τις δικές μου γυναίκες όσο εγώ λείπω. Το θέμα το ερωτικό πρέπει να το δεις ελεύθερα αλλιώς βασανίζεσαι. Αλλά με το που θα βγεις στο Μογκαντίσου θα σε βρει το ερωτικό και θα σε πάρει, δεν χρειάζεται να το σκέφτεσαι, ούτε να κάνεις κάτι εσύ. Διάθεση χρειάζεται να έχεις μόνο.

-Δηλαδή δεν θυμάσαι καμιά γυναίκα με πάθος; Να πεις ότι αν ξαναπάω σε εκείνο το λιμάνι θα την ψάξω;

- Παντελή, ζει στη Σομαλία ένα κορίτσι, μια νέγρα η Ζεχρά. Είναι μιλάμε ο έρωτας μεταμορφωμένος. Δεν σου λέω τίποτα άλλο. Άμα βγούμε θα στη γνωρίσω. Αν δουλεύει ακόμα στο ίδιο μπαράκι βέβαια, το “Shell”.

Blue Stream - Ημερολόγιο - 29η Ημέρα

Όταν πιάσαμε στο Μογκαντίσου, ενημερωθήκαμε από την εταιρεία ότι οι Κινέζοι έλεγαν ψέματα και ναύλος δεν υπήρχε έτοιμος. Τόσες μέρες στη θάλασσα κάναμε ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Για να μη γυρίσουμε πίσω η εταιρεία κατάφερε να μας βρει ναύλο με ξυλεία από το Ουέλιγκτον της Νέας Ζηλανδίας, αφού πρώτα περνούσαμε από το Πορτ Ελίζαμπεθ της Ν. Αφρικής. Η στάση στην Ινδία που σχεδιάζαμε αναστέλλεται και αυτή. Αντιδράσαμε αλλά απειληθήκαμε ότι δεν θα πληρωθούμε. Με την αλλαγή αυτή θα καθυστερούσε η επιστροφή άλλο ένα μήνα.

Εκείνο το βράδυ ο Παντελής γνωρίστηκε με τη Ζεχρά. Ο Μοχάμετ τού έδειξε το μαγαζί που δούλευε αλλά δεν πήγε μαζί του. Προτίμησε να ακολουθήσει τους άλλους για κάποιο στριπτιζάδικο που άνοιξε τελευταία στο λιμάνι και κάνει θραύση στο ναυτικό κόσμο.

Το μπαρ “Shell” ήταν πλημμυρισμένο με ένα κόκκινο φως, τόσο έντονο που άλλαζε το χρώμα σε όλα τα πρόσωπα. Έμοιαζε με τη Σομαλία, την κόκκινη χώρα και την αφρικάνικη έρημο με τον ήλιο που τα θαμπώνει όλα στο πέρασμά του και κάνει αντικατοπτρισμούς στις εικόνες. Δεν είχε πολύ κόσμο. Ακουγόταν χαμηλά μουσική από αμανέδες ανατολίτικους και στο ταβάνι γύριζε θορυβωδώς ένας τεράστιος ανεμιστήρας δίνοντας επιπλέον ρυθμό και ψευδαίσθηση δροσιάς στην υγρή ατμόσφαιρα.

Στη μπάρα έβαζε ποτά μια νεαρή μαύρη γαζέλα με μαλλιά ράστα που λικνιζόταν σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του τραγουδιού. Ο Παντελής έκατσε στο σκαμπό του μπαρ και έγειρε στο μέρος της για να της παραγγείλει, να πάρει την ευωδιά της και κάτι από την αύρα της Αφρικής της.

-Μartini bianco.

Έσκυψε μπροστά για να τον δει καλά, έσυρε το στενό πράσινο μπουστάκι που φορούσε πάνω στην μπάρα και η μύτη της σχεδόν άγγιξε το πρόσωπό του. Σα να ήθελε να τον εξερευνήσει με όλες τις αισθήσεις της.

- Blue Stream? Τον ρώτησε μετά, σαν να έψαχνε τη δική του γεύση κοιτώντας τον στα μάτια επιδεικνύοντας ένα ελαφρύ χαμόγελο, με μια φωνή βαθιά κι ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις.

- Zehra?

Ήταν εκείνη. Κατάλαβε ότι το όνομά της είχε γίνει γνωστό στο καράβι, αλλά έμοιαζε να το καμαρώνει Στήλωσε το σώμα, πετώντας το στήθος μπροστά και πήρε το ύφος ντίβας του κινηματογράφου. Έφτιαχνε το ποτό του ενώ τον κάρφωνε με κλεφτές και φανερές ματιές. Μίλαγε αγγλικά.

- Δεν πήγες να δεις το στριπτίζ σώου; Όλοι οι ναύτες εκεί πάνε. Εσύ πώς από εδώ;

- Ήθελα να γνωρίσω την πιο όμορφη Αφρικάνα.

Μετά από τρία ποτήρια ποτού και αφού τέλειωσε τη δουλειά της η Ζεχρά τού έκλεισε το μάτι και ο Παντελής  την ακολούθησε σαν υπνωτισμένος. Μέσα από στενά δρομάκια και με την υγρασία σαν ομίχλη να θολώνει την ατμόσφαιρα ανάμεσα από ζευγαράκια και μεθυσμένους ναύτες, τον οδήγησε στο σπίτι της. Και σ’ ένα δωμάτιο όπου τα χρώματα ήταν ανάλογα μ’ εκείνα του μπαρ. Ανάλογα με τον ερωτισμό και το πάθος που ανέδυε το σώμα αυτή της γυναίκας, αυτής της πόλης.

Ήταν το μέρος που δεν θέλει συζήτηση και γνώσεις ξένων γλωσσών, δεν έχει λόγο το μυαλό, η λογική, ούτε το παρελθόν, ούτε το μέλλον σου. Μόνο οι αισθήσεις μιλάνε και αυτές στη δική τους γλώσσα. Εκεί δεν ανήκει κανείς πουθενά, μόνο στη στιγμή εκείνη. Ο Παντελής έζησε μαζί της μια απίστευτα θερμή κι ανεπανάληπτη νύχτα. Όπως τριβόταν ιδρωμένο το σώμα του στο δικό της έμοιαζε στο ημίφως με πειρατή που κουρσεύει στο πέλαγος κομμάτια σάρκας ανάμικτα μαύρα και ροζ, που κλέβει ανάσες και μυρωδιές της κόκκινης ηπείρου.

Ξύπνησε το πρωί με μια σοκολατιά γαζέλα γυμνή στο πλάι του. Ντύθηκε και φεύγοντας της άφησε μερικά χάρτινα δολάρια και εκείνη το βραχιόλι της. Ένα βραχιόλι φτιαγμένο από φτηνές κόκκινες πέτρες της ερήμου. Οι πέτρες αυτές της Αφρικής είναι σαν τις γυναίκες της. Δεν λάμπουν απλά. Όταν τις αφήσεις στον ήλιο και τις αγγίξεις μετά, καίνε.  

(φωτό ”Antrim- ηλιοβασίλεμα στην Ερυθρά θάλασσα -Oct. 76″)

lovers-by-marc-chagall.jpg

Η κόκκινη φούστα 

Θ’ - Η συνάντηση στον πύργο

Ο Σεπτέμβριος για την Θεσσαλονίκη είναι παραδοσιακά ο μήνας της Έκθεσης και της πολυκοσμίας. Ήταν όμως κάποια βραδάκια το ‘90 που η δροσιά ξέφευγε από το φιλόξενο και γινόταν ψύχρα. Ειδικά αν δεν την έχεις συνηθίσει.

Η Γωγώ έκανε ατέλειωτες βόλτες στα περίπτερα της Έκθεσης περισσότερο για να βιώσει το γεγονός παρά για ενημερωθεί και ν’ αγοράσει. Είχε και μια νευρικότητα σήμερα και τα βήματα μάλλον την πήγαιναν παρά εκείνη. Η υγρασία μαζί με την αύρα του Θερμαϊκού την ανάγκασαν να φορέσει τη ζακέτα της και να κατευθυνθεί στο καφέ του πύργου του ΟΤΕ, που ήταν το ραντεβού.

Ανέβηκε με το ασανσέρ και στη μικρή διαδρομή αισθάνθηκε μια αδιαθεσία. Έκατσε στα μπορντώ σκαλιστά καθίσματα δίπλα στο τραπέζι  και μέχρι να συνέλθει, έβλεπε να γυρίζει αργά η πόλη από το παράθυρο. Ο Λευκός Πύργος, το λιμάνι, η Έκθεση, το Αλεξάνδρειο. Κάπου εκεί έβλεπε θολά στον αντικατοπτρισμό από το τζάμι και τον Παντελή, τη Νατάσσα, τα παιδιά τους αύριο, εκείνη την ίδια. Μα τι γύρευε εκείνη εκεί;

Όσο όμως το έλεγε αυτό μέσα της, άλλο τόσο έσφιγγε τη γροθιά της. Η καφετέρια ήταν γεμάτη, αλλά το τραπέζι είχε φροντιστεί να είναι κλεισμένο. Με μισή ώρα καθυστέρηση, φάνηκαν οι λευκές γόβες της Νατάσσσς να προβάλλουν από το ασανσέρ. Στάθηκε να ρωτήσει τον σερβιτόρο για το τραπέζι που είχε κλείσει και βρέθηκε απέναντί της.

- Καλησπέρα. Ωστε η Γωγώ έτσι;

- Καλησπέρα Νατάσσα, άργησες. Είχε κίνηση;

- Όχι. Είχα δουλειά.

Η Νατάσσα με το πιο αδιάφορο βλέμμα της κοίταξε τη Γωγώ, χώθηκε στο κάθισμα και για λίγο έφυγε η ματιά της στο Θερμαϊκό.

-Δεν έχεις ξανάρθει Θεσσαλονίκη, έτσι; ρώτησε με σκοπό σκάζοντας ένα ψεύτικο χαμόγελο.

- Όχι πρώτη φορά. Ωραία πόλη.

- Ήρθες πάνω στη ΔΕΘ, πάντως δεν έχει να ζηλέψει είναι αλήθεια. Αλλά για την πόλη μου θα μιλάμε; Σε θυμάμαι αμυδρά πρέπει να ήσουν στο λιμάνι όταν έφευγε ο Παντελής, είπε ψύχραιμα η Νατάσσα την ώρα που έβαζε γαλλικό καφέ σε δυο φλυτζάνια. Ζάχαρη;

- Ευχαριστώ, μια κουταλιά. Ναι ήμουν. 

Η Γωγώ πήρε κοντά της το φλυτζάνι και ανακάτεψε το περιεχόμενο. Συνέχισε τη φράση της.

 - Πάντα ήθελα να είμαι εκεί που είναι εκείνος.

- Σου ξεφεύγει κάτι Γωγώ, της απαντά κοφτά και με τρόπο την κάνει να προσέξει τη βέρα στο δεξί. Ο άντρας μου έκανε τις επιλογές του και εσύ δεν βρίσκεσαι πουθενά. Άσε που έχω την εντύπωση ότι δεν ήσουν ποτέ.

- Ξέρεις πολύ καλά το λόγο που παντρευτήκατε, είπε σιγανά η Γωγώ σχεδόν από μέσα της.

- Το θέμα είναι όμως ότι έγινε. Κοίτα Γωγώ, δεν έχει νόημα αυτή η συζήτηση. Καταλαβαίνω το πάθος που μπορεί να έχεις για εκείνον, είχατε παλιά μια όμορφη σχέση, έστω κι αν ήταν στο μυαλό σου πιο πολύ όλο αυτό. Τι θες; Τι νόημα έχει; Γιατί μου τηλεφώνησες Γωγώ;

- Ήθελα να σε γνωρίσω. Κι εσύ το ίδιο.

- Μα είναι γελοίο. Μου είναι αδιάφορο.

- Άκουσέ με. Τον Παντελή δεν τον έχει καμιά μας. Αυτό ήθελα να σου πω. Στην πλανεύτρα ήταν κι εκεί θα μείνει. Εκείνη είναι η μόνη αγαπημένη του. Στον Πειραιά έζησε, στη Θεσσαλονίκη παντρεύτηκε, αλλά στη θάλασσα ερωτεύτηκε κι εκεί έκανε όλα του τα όνειρα. Και τώρα εκείνη τον ταξιδεύει. Καμιά άλλη.

- Τέλος πάντων, εδώ δεν θα διαφωνήσω.

Η Νατάσσα ξαφνικά έδιωξε το υπεροπτικό της ύφος. Σιγά σιγά συνειδητοποιούσε ότι ουσιαστικά δεν ήταν κάτι παραπάνω για τον Παντελή από ένα διαβατήριο για την απεραντοσύνη των ωκεανού. Αυτή η κοπέλα όμως τον ήξερε τόσο καλά. Πολύ περισσότερο από εκείνη κι ας ήταν η γυναίκα του. Γύρισε αμήχανα πάλι στο παράθυρο. Αργά όμως η ματιά της ξανακοιτάζει τη Γωγώ και η φωνή της μαλακώνει. Σχεδόν γλυκαίνει.

- Γωγώ, πόσο κοντά του ήσουν;

Ένα ευχάριστο συναίσθημα έπαιρνε φόρα να ξεπηδήσει  μέσα από τη Γωγώ, κάτι σαν νίκη, αλλά προσπάθησε να το κρύψει. Σκέφτηκε ότι δεν έπρεπε να δείξει ενθουσιασμό.

- Όχι και πολύ κοντά, όμως ήμουν.

- Και αυτό το πάθος για κείνον από πού πηγάζει;

- Τον Παντελή εγώ τον αγαπάω Νατάσσα, κατέληξε η Γωγώ φωναχτά σχεδόν με σταθερή φωνή και η όψη της πήρε το ύφος της γυναίκας που δεν ντρέπεται να καυχηθεί για τον έρωτά της ούτε απέναντι στη νόμιμη σύζυγό του. Αποκρίθηκε με θάρρος και αποφασιστικότητα, τόσο που απόρησε και η ίδια.

Γλύστρισε μέσα από τη σαλονικιά ένα παράπονο για τον Παντελή και μια ζήλεια εξωτερικεύτηκε διαγράφοντας γραμμές στο δέρμα πάνω στο μέτωπο. Τα μάτια της έγειραν και ξαναπήραν την μελαγχολία μιας έρημης γυναίκας. Δεν της έλειπε μόνο τώρα ο Παντελής. Ουσιαστικά δεν τον είχε ποτέ όπως ήθελε. Ελάχιστες οι ιδιαίτερές τους στιγμές. Η πιο ερωτική τους εποχή ήταν στο ταξίδι του μέλιτος, σ’ εκείνη την κρουαζιέρα στη Μεσόγειο. Μετά ένα απόλυτο κενό. Μια άδεια σχέση. Ήξερε ότι ήταν όμορφη κι ελκυστική. Στο σπίτι όμως ήταν σαν να μην υπήρχε για εκείνον.

Αλλά ήταν εγωϊστρια. Ποτέ δεν θα χάριζε κάτι χωρίς μάχη. Στο κάτω κάτω ο Παντελής είχε αξία στη δουλειά του, η εταιρεία επένδυε επάνω του, εκείνος κέρδιζε αρκετά χρήματα, ήταν γοητευτικός. Και η ελπίδα να τον ξανακερδίσει μετά το πρώτο του ταξίδι, που θα του έφευγε η κάψα η θαλασσινή, σιγόκαιγε.

- Τι σκέφτεσαι Γωγώ να κάνεις τώρα;

- Θα τον σκέφτομαι με αγάπη μέχρι τουλάχιστον να κάνω δική μου οικογένεια, απάντησε ήρεμα τώρα η Γωγώ και προσεκτικά για να μην προκαλέσει.

Η Νατάσσα χαιρέτησε ευγενικά και έφυγε προβληματισμένη. Ούτε εκείνη κατάλαβε γιατί πήγε σε αυτό το ραντεβού αλλά και γιατί την κάλεσε η Γωγώ. Ήθελε όμως κι εκείνη να γνωρίσει την παλιά αγαπημένη του άντρα της γιατί αρχικά την φοβόταν. Όμως η σκέψη ότι τις χρησιμοποίησε και τις δύο ο Παντελής άρχισε να κερδίζει έδαφος και η Γωγώ της φάνηκε συμπαθητικά αθώα.

Για την Γωγώ η συνάντηση αυτή είχε πολλά στοιχεία που την έκαναν να λατρέψει ακόμα περισσότερο τον Παντελή. Συμπέρανε ότι η σχέση του με τη σύζυγό του σε σχέση με την δική τους ήταν σαν την μέρα με τη νύχτα. Από την άλλη ο λόγος που την έκανε να θέλει να την συναντήσει ήταν απλός. Ήξερε ότι αν περίμενε παιδί του η Νατάσσα θα της το ‘λεγε. Όσο για κείνη, τα πάντα έμοιαζαν να ξεκινάνε ξανά όταν κατάλαβε ότι αυτό που σκιρτάει μέσα της εδώ και δυόμισυ μήνες, είναι από εκείνον και αν όλα πάνε καλά θα ‘ναι το πρώτο του βλαστάρι.

(painting “Lovers” by Marc Chagall)

s_sunset6.jpg

Η κόκκινη φούστα

Η’ - Ο λίβας της Αιγύπτου 

Μέρα ενδεκάτη. Το “Blue stream”, μπήκε χθες στο Πορτ-Σάιδ και με το ρυμουλκό μπροστά αργοκινείται προς το Σουέζ, μετά πλάι στις φελούκες θα βάλει πλώρη για Σομαλία. Οι Κινέζοι τηλεφώνησαν και είπαν να καθυστερήσουμε δυο μέρες γιατί ο ναύλος με τις κούκλες αργεί να συσκευασθεί. Και στη Σαγγάη χώρος στο λιμάνι δεν υπάρχει ούτε για καϊκι. Με δυσκολία βρήκαν τρύπα στις επόμενες μέρες. Αλλάζει λίγο το πρόγραμμα και θα κάνουμε έξτρα κατάπλου στην Ινδία να φορτώσουμε πιπέρια.

Πολύ ζέστη. Στο μηχανοστάσιο η ατμόσφαιρα είναι αποπνικτική. Αλλά οι μηχανές δουλεύουνε μπόμπα. Ευτυχώς που τις είχαμε γρασσάρει προσεκτικά από πριν. Ένας Αιγύπτιος ο Μοχάμετ μου κάνει παρέα τα βράδια και παίζουμε χαρτιά. Μου λέει για τις ερήμους της χώρας του και τις οάσεις. Του λέω για τις έρημες σκέψεις μου και τη Γωγώ. Κατέβηκε για το σπίτι του στο Ασουάν. Θα τον πάρουμε στο Σουέζ.

Αισθάνομαι μόνος. Μια ανατριχίλα έχω και δεν είναι από φόβο αλλά από σκέψη. Αποφάσισα να γράφω ημερολόγιο παρέα μ΄ ένα ροζέ κρασί που ‘θελα να πίνω μόνο μαζί της. Θυμάμαι ένα βράδυ στο Πέραμα…

Μου ΄λεγε: “Μην μένεις συνέχεια μαζί μου. Βρες τους φίλους σου. Σήκω και γύρισε τον κόσμο. Κοίταξέ τον, αντίκρυ σου είναι, μαγικός σαν εσένα καρδιά μου, ταξίδεψέ τον…”.

Κι εγώ.: “Γιατί έχω την αίσθηση ότι με διώχνεις; Εγώ βρίσκομαι στο πλάι σου, στη ζωή σου και είμαι ευτυχισμένος όσο έχω κάτι που σε κάνει να χαμογελάς. Από την πηγή της ψυχής σου πίνω και μπορώ και συνεχίζω.”

- Σςςςς. Ελα λίγο στο παράθυρο κοίταξε στο δρόμο, τι βλέπεις;

- Ένα ζευγαράκι.

- Τι βλέπεις;

- Να πιάνονται χέρι - χέρι.

- Γιατί το κάνουν, ξέρεις;

- Γιατί είναι ερωτευμένοι.

- Χαζούλη μου. Κοίτα τώρα τι κάνουν.

- Της άφησε το χέρι και την έπιασε από τον ώμο και κείνη αυτόν από τη μέση.

- Γιατί, ξέρεις;

- Γιατί την αγαπάει και θέλει να την έχει αγκαλιά και να την προστατεύει.

- Κι εκείνη, γιατί;

- Για να του δειξει ότι το αποδέχεται κι ότι τον αγαπάει και κείνη.

- Να σου πω κάτι; Είσαι ένα μωρό γι αυτό είμαι κοντά σου. Σκέψου όμως λίγο πιο ώριμα γιατί τώρα αρχίζουν τα δύσκολα. Πες μου τώρα τι κάνουν…

- Τώρα τίποτα …περπατάνε παράλληλα.

- Όχι και τίποτα.

- Εντάξει μάλλον συζητάνε.

- Τώρα δεν είναι ερωτευμένοι;

- Φυσικά και είναι.

- Από που το συμπεραίνεις; Αφού δεν είναι αγκαλιασμένοι.

- Ήταν νωρίτερα.

- Άρα λοιπόν τώρα είναι ώρα για συζήτηση.

- Μάλλον αυτό τους ευχαριστεί να κάνουν τώρα.

- Τον ξέρεις; Πέρασε από τη σκέψη σου ότι μπορεί να είναι ναυτικός κι ότι σε λίγο θα μπαρκάρει;

- Όχι, μου φαίνεται απίστευτο.

Μού ΄λεγε: “Να σου πω λοιπόν. Θα τους αφήσει όλους και θα φύγει, όχι μόνο την αγαπημένη του, αφού είναι αυτή η δουλειά του. Και η κοπέλα του τον καταλαβαινει και τον αγαπάει το ίδιο, γιατί έτσι θαλασσινό τον γνώρισε και τον αγάπησε, μόνο που θα περιμένει υπομονετικά την αγκαλιά του όταν κάποια στιγμή γυρίσει. Και θα χαρεί τότε πιο πολύ και θα του ζητάει να της πει και ιστορίες από τους ωκεανούς και τους ξένους τόπους. Αγαπάς κάποιον γι αυτό που είναι και όχι γι αυτό που σε βολεύει”

Κι εγώ: “…”

Μου ‘λεγε: “Εγώ σε γνώρισα να γυρίζεις στα λιμάνια, να ανακατεύονται τα κοριτσόπουλα στα πόδια σου κι εσύ να χαμογελάς και να ζευγαρώνεις στη θάλασσα. Και να προσπαθώ να πιάσω καλή θέση δίπλα σου εκεί στην Καστέλλα μπας και πάρω μια ματιά σου μόνο. Καλά, δεν το πιστεύω ότι το ξέχασες. Μια ματιά σου γύρευα. Και μου χάρισες χαρά, ζωή, θάλασσα, τον κόσμο σου. Δεν σε αφήνω μάτια μου. Σου επιστρέφω κάτι από όσα μου μοίρασες. Κι αν το λιμάνι μου το νιώθεις φιλόξενο και θεωρείς τόσο σημαντική τη αφεντιά μου, ξέρω ότι θα γυρίσεις και θα το πλευρίσεις πάλι. Δεν σε αφήνω άρχοντά μου. Και σίγουρα αν έρθει ποτέ αυτή η στιγμή δεν θα είναι από μένα”

Ώρα δύο το ξημέρωμα. Το μπουκάλι λυγίζει τα χέρια και κάποια δάκρυα κάνουν κίνηση πως κυκλώνουν, όμως οι μηχανές για να ‘ναι καλά, πρέπει να σηκωθώ να τις ελέγξω, να ρίξω και νερό σ’ αυτά τα μάτια μου που κοκκίνησαν αναπάντεχα. Κι αυτός ο Μοχάμετ που έκανε και το νυχτερινό έλεγχο και λέγαμε καμιά μαλακία πιστεύω να μην γλυκαθεί από τις γυναίκες του και δεν ξαναπατήσει. Κι έχει μια αρρωστημένη ζέστη, που κολλάνε όλα και βρωμάει ο ιδρώτας. Κι η αρμύρα των στενών κι ο λίβας της Αιγύπτου, λιώνουν τα πουκάμισα, ναι ρε φίλε γαμώτο πίστεψέ με, χαράζονται βαθιά σου, δεν ξέρεις πόσο…

chagal13-the-three-candles.jpg

Η κόκκινη φούστα

Ζ’ - Επιστροφή στο χωριό

Tην ημέρα της αναχώρησης του ”Βlue stream” η Γωγώ γύρισε αργά στο σπίτι. Έμεινε μέχρι το βράδυ στο λιμάνι με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα της θάλασσας και στα αχνόφωτα από τα πλοία που μπαινόβγαιναν. Όταν γύρισε στα Μέγαρα βρήκε τη θεία της αλαφιασμένη…

- Που ήσουν; Δεν ειδοποιείς κι εσύ και πού να σέ  ’βρω..

- Τι συνέβη;

- Φεύγουμε αμέσως για το χωριό. Η μητέρα σου Γωγώ μου.

Δεν μίλησε. Κατάλαβε αμέσως. Έσκυψε το κεφάλι, αλλά δάκρυ δεν της βγήκε για το χτύπημα. Έβγαλε και δίπλωσε προσεκτικά την κόκκινη φούστα που φορούσε και την άφησε στο κάθισμα δίπλα στο κρεβάτι της. Έφτιαξε πρόχειρα μια βαλίτσα. Στο βάθος του μυαλού της στριφογυρνούσε η σκέψη ότι μπορεί να έμενε πάλι εκεί. Μόνιμα. Να παρατούσε όνειρα, δουλειά και τον άντρα της ζωής της και να ξεκινούσε πάλι. Να στήριζε και τον πατέρα της στο σπίτι. Και να αφεντεύανε μαζί το μικρό χτήμα. Ίσως τώρα πια να την είχε ανάγκη. Να της έδινε επιτέλους κάποια σημασία.

Πήρε μαζί της και φωτογραφίες του Παντελή και τις διευθύνσεις του στο καράβι. Τα τηλέφωνα στην εταιρεία τα έβαλε στο πορτοφολάκι της μαζί με όλα της τα χρήματα και έφυγαν με τη θεία -και αδελφή της μητέρας της- με το τρένο στις 12 τα μεσάνυχτα.

Έμεινε να κοιτάζει τον αντικατοπτρισμό του προσώπου της στο παράθυρο του τρένου σαν υπνωτισμένη. Γύρισε πάλι το μυαλό της στο κόσμο των χρόνων που έζησε εκεί στο χωριό. Τον κόσμο που σχολίαζε κάθε της ενέργεια και κάθε της σκέψη. Όχι, δεν ήθελε να γυρίσει. Κι ας μεγάλωσε τώρα πια. Κι ας γνώρισε τι θα πει έρωτας και πώς σβήνονται οι γυναικείοι πόθοι.

Πόνεσε για το χαμό της μητέρας της. Δεν θα ξεχάσει όμως ποτέ την εγκατάλειψή της από τον καιρό που έφυγε. Και πιο πριν ακόμα. Όταν την παρότρυνε να φύγει, να πάει στην Αθήνα να σπουδάσει και να βρει δουλειά, αντί να την αγκαλιάσει και να την κρατήσει εκεί. Μέχρι τα πρώτα Χριστούγεννα μιλούσαν στο τηλέφωνο, ήρθαν όμως μετά τα δεύτερα κι ένα τηλέφωνο δεν την είχε πάρει. Και στη γιορτή της ακόμα του Αγίου Γεωργίου, την ξέχασε. Ούτε η ίδια την πήρε μετά. Δεν ρώτησε και τη θεία της. Ούτε εκείνη της είπε. Δεν έμαθε ποτέ.

Από τον πατέρα της δεν περίμενε τίποτα. Βουτηγμένος στο κρασί ήταν πάντα. Δούλευε το χωράφι του από παιδί, δεν ήξερε άλλο να κάνει, αμόρφωτος ήταν από γράμματα και άγαρμπος στους τρόπους. Κλεισμένος στο καβούκι του. Στο πάθος και την ανάγκη. Δεν τον ενδιέφερε ούτε η γυναίκα του ούτε καν οι γυναίκες σαν φύλο. Να βγει έξω και να κάνει αλλού το κέφι του. Στο πιοτό κολλημένος μια ζωή. Είτε έμενε εκεί η Γωγώ είτε όχι, για εκείνον ήταν το ίδιο. Θα της χαμογελούσε μόνο αν του έφερνε καναδυό μπουκάλια απέξω.

Θυμήθηκε όμως την εκκλησιά στο χωριό. Την Ανάσταση του Σωτήρος. Που γιόρταζε κάθε Λαμπρή διπλά. Και τότε τα κοριτσιούδια στολίζανε και τον επιτάφιο και τις εικόνες με περισσή χαρά. Τώρα η καμπάνα  χτυπούσε πένθιμα για τη μητέρα της.

Έφτασαν πρωϊ. Μαζεμένοι συγγενείς και κόσμος πολύς στο σπίτι, πάνω κάτω οι ίδιοι που κάποτε την έτρωγαν με τα μάτια, που παρατηρούσαν προσεκτικά αν την κοίταζε κάπως ένα αγόρι, αν έβγαινε μόνη της ένα απόγευμα κι ας ήταν για να αγγίξει το νερό στο ποτάμι και να μυρίσει το θυμάρι. Να ‘ταν ζήλια για τα νιάτα και την ομορφιά της; Τι να ‘ταν άλλο; Τι πάνω της πείραξε αυτή την μικρή κοινωνία; Τώρα οι ίδιοι την κοιτάνε θλιμμένα, αλλά κι επιτιμητικά και ψιθυρίζουν μεταξύ τους χαμηλόφωνα.

Ναι, οι καλές κυρίες του χωριού ήταν,  ανάμεσα τους και η γυναίκα του πάρεδρου που ένας Θεός ξέρει μόνο τις πομπές της. Και κάποιοι νεαροί ήταν που δεν ανταποκρίθηκε η Γωγώ στα καλέσματά τους. Γιατί ήταν άλλος άνθρωπος εκείνη. Πολύ κατασταλαγμένη και εκλεκτική για την ηλικία της. Και συναισθηματική. Αλλά όσο ευαίσθητη τόσο και ασυμβίβαστη ήταν.

Έκλαψε γοερά, αλλά μετά. Όταν έμαθε ότι η μητέρα της έφυγε από την αρρώστεια που είχε μέσα της από χρόνια. Έκλαψε όταν έμαθε ότι ήθελε να τη πάρει μακριά και από τα ζηλόφθονα “σχόλια” του μικρού χωριού, αλλά κυρίως από τον μέθυσο πατέρα της, γιατί ήξερε ότι δεν θα ήταν για πολύ καιρό η ζωή της ακόμα. Έκλαψε η Γωγώ γιατί δεν ήξερε τίποτα. Γιατι υπήρχε ρητή εντολή να μην της πουν τίποτα. Να ξεχάσει και το σπίτι αν ήταν δυνατόν.

Έπεσε πάνω σε μια πλάκα μ’ ένα σταυρό στη μέση από εκείνες που βάζουν στα μνήματα μαρμάρινη και την αγκάλιασε. Προσπάθησε να ζεστάνει το σώμα της. Μια αγκαλιά που φαινόταν τόσο κρύα αλλά ήταν η πιο ζεστή που είχε νιώσει από τη μητέρα της. Τα πάντα σκοτείνιασαν ξαφνικά. Είναι δυνατό να αγαπήσεις κάποιον τόσο μετά τον θάνατό του; Να καταλάβεις πόσα σου προσέφερε αλλά εσύ δε τα έβλεπες;

Δεν έμεινε μετά την κηδεία. Ο πατέρας της ημιλιπόθυμος από το αλκοόλ, δεν την πρόσεξε ότι ήρθε. Πήραν πάλι το τρένο της επιστροφής.

- Έπρεπε να ξέρω. Αισθάνομαι ένοχη.

- Είχαμε ευχή και κατάρα να μη σου πούμε κάτι.

- Θεία μου, θα φύγω από τα Μέγαρα.

- Και πού θα πας παιδί μου;

- Θα βρω ένα μέρος να ησυχάσει η ψυχή μου.

- Σε κείνον;

- Σε κείνον.

- Μακάρι να σε κάνει ευτυχισμένη.

- Με κάνει θεία μου, τώρα ταξιδεύει. Κι εγώ ταξιδεύω. Στην καρδιά του.

(painting “The three candles” by Marc Chagall)

chagall.jpg

Η κόκκινη φούστα

ΣΤ’ Πρώτο μπάρκο

Στάθηκε ακίνητος στη γέφυρα του πλοίου. Όπως τότε που είχε σταθεί στην Καστέλλα και χανόταν στον ορίζοντα της θάλασσας. Με τη ματιά τώρα να φεύγει σαν τελευταία εικόνα στη στεριά μέσα και πέρα από τα πρόσωπα. Στην κίνηση της πόλης, στους ήχους της. Μια ξηρά που αποτραβιόταν και μια υγρή που ξανοιγόταν. Πού γέμιζε τη διαφορά. Το ανάμεσα κενό. Το μόνιμο κενό. Το προαιώνιο. Το καφέ και το γαλάζιο. Τι θα μπορούσε να τον κάνει να πάρει το μυαλό του από το μεγάλο του όνειρο; Από το φευγιό στους απέραντους ωκεανούς; Απολύτως τίποτα.

1990. Απομεσήμερο Αυγούστου. Ο ήλιος ρίχνει τις τελευταίες του πινελιές και χαρίζει το λαμπρό καλοκαιρινό του φέγγισμα στη θάλασσα και χρυσή ζωηράδα στο φρεσκοβαμμένο “Blue Stream”. Η Νατάσσα τον κοιτάζει κατάματα αλλά σκεπτική και με τα χέρια στις τσέπες.

Από την άλλη γωνιά μαθημένη πια στο δεύτερο ρόλο η Γωγώ εκδηλωτική τον αποχαιρετά με δάκρυα στα μάτια τρέχοντας στη προκυμαία. Με ένα λουλούδι. Το ανέμιζε στον αέρα του Πειραιά μέχρι να την δει. Τότε το πέταξε με όλη της τη δύναμη. Και μ΄ ένα φύσημα από το φιλί της το έστειλε να τον συντροφεύει ταξίδι στο κύμα του. Κύμα στο ταξίδι του.

Έφυγε από το Πέραμα την άνοιξη του ‘89. Μετακόμισε στην Κρήνη στη Θεσσαλονίκη και απασχολήθηκε στην ολοκλήρωση των εργασιών στο ίδιο καράβι που επισκεύαζε στα ναυπηγεία και στην τελική προετοιμασία για τον απόπλου. Συγχρόνως σπούδαζε μηχανικός σε μια σχολή πίσω από την Αγία Σοφία. Ο μισθός του είχε τριπλασιασθεί χώρια τα μπόνους. Και χώρια τη Νατάσσα. Παντρεύτηκαν τον ίδιο Σεπτέμβρη. Τον Μάρτη του ‘90 του έγινε η μεγάλη πρόταση. Μπάρκο και μάλιστα σε σημαντική θέση, με μισθό αντίστοιχο του Β’ Μηχανικού. Πρώτο μπάρκο. Νότια Κίνα. Σαγγάη.

Με βήματα γρήγορα κατέβηκε τις σιδερένιες σκάλες, δεν περίμενε να χαθεί η ξηρά και το φανάρι στο Σούνιο. Χώθηκε στο μηχανοστάσιο όπου και θα γινόταν το σπίτι του, η στεριά του για όλα τα επόμενα χρόνια. Λίπανση, έλεγχος κινητήρα, δείκτες στροφών, η θερμοκρασία, οι ταχύτητες, η απόδοση του καυσίμου. Εκεί ήταν η καρδιά του πλοίου. Εκεί αργοχτύπαγε και η καρδιά του Παντελή. Ένα μικρό γραφείο γεμάτο με πίνακες δεδομένων και ορίων, ο χάρτης του ταξιδιού και λίγο πιο δίπλα από τις μουτζούρες, η καμπίνα του. Το μέρος που θα ξεκούραζε το πνιγμένο στη θάλασσα μυαλό σου, που θα ξέβγαζε την αρμύρα, το πετρέλαιο και το κόπιασμα της μέρας. Το μέρος που ίσως να σκεφτόταν πως έχει οικογένεια. Εκεί τα βράδια πίσω από μπουκάλια αλκοόλ είχε καταχωνιάσει και την Γωγώ.

Στα 19 της είχε αρχίσει να ξεφεύγει. Ένα μυαλό δοσμένο και ζαλισμένο. Με το που έφυγε ο Παντελής, δεν την κρατούσε τίποτα στο σπίτι. Μετά τη δουλειά έφευγε και γύριζε στα λημέρια του. Στα ναυπηγεία, στο λιμάνι και στα Μανιάτικα του Πειραιά που γνωριστήκανε εκείνη την πρωτοχρονιά. Μια Κυριακή χτύπησε το τηλέφωνό της. Έμενε ακόμα στα Μέγαρα. Ζήτησε να την δει, να της εξηγήσει.

Βρεθήκανε σε ένα ξενοδοχείο σκοτεινό. Από εκείνα που πηγαίνουν οι άντρες για να πηδήξουν μέσα σε λεπτά, ό,τι βρουν στην περιοχή που τους ανοίγει τα πόδια. Εκεί ανάμεσα σε δωμάτια που το “δούλευαν” οι πόρνες του Πειραιά έχωσε και τη Γωγώ ο Παντελής. Έτσι ήθελε να της εξηγήσει, εκεί την τοποθέτησε. Ίσως για να τον σιχαθεί. Για να τον ξεχάσει. Ίσως γιατί δεν την ερωτεύτηκε ποτέ. Ίσως γιατί την ερωτεύτηκε αλλιώς. Για να ξεχάσει αυτός. Την ορφάνια του.

Θολό περιβάλλον, που αν έλαμπε κάτι ήταν από το χαμόγελο και τη ματιά της Γωγώς. Αυτό το ζεστό βλέμμα, που μόνο λατρεία είχε μέσα του, θα ‘παιρνε μαζί της - μαζί του ακόμα και στην κόλαση. Δεν τον ρώτησε η καστανομάτα ούτε γιατί την πήγε εκεί ούτε γιατί έφυγε σαν κυνηγημένος, ούτε για το γάμο του, ούτε για δουλειές, τον κοιτούσε μόνο στα μάτια θέλοντας να πάρει κάθε τι από τη στιγμή του. Του έβγαζε τα ρούχα, τον φιλούσε παθιασμένα και του ψιθύριζε…

- Μου έλειψες.

- Πρέπει να με ξεχάσεις.

- Αυτό το ξέρεις, δεν γίνεται.

- Είμαι ελεεινός. Σε παράτησα.

- Κι εγώ είμαι. Σε θέλω.

- Θα φύγω.

- Κι εγώ θα φύγω.

- Θα μπαρκάρω.

- Ταξίδεψέ με.

- Γοργόνα μου.

- Μέρα μου…

(painting “Lovers in Moonlight” by Marc Chagall)

2004101102.jpg

Η κόκκινη φούστα

Ε’ - Ένας Χρόνος

(Συνέχεια από το ποστ “Η γνωριμία“)

Ο ξαφνικός έρωτας της Γωγώς και του Παντελή που ξεκίνησε εκείνη την πρωτοχρονιά του ‘88 έμοιαζε να είναι στολισμένος σαν λευκό χαρτί γεμάτο βλαστούς και λουλούδια από αγιόκλημα. Συχνά -πυκνά η Γωγώ έπαιρνε άδεια από τη δουλειά της στα Μέγαρα κι έμενε στο Πέραμα μαζί του κι έκανε τη νοικοκυρά.

Της άρεσε να φοράει την ποδιά με τις κόκκινες ρίγες, να του μαγειρεύει και να σιγυρίζει το σπίτι. Μέχρι να έρθει ο Παντελής το απόγευμα προσπαθούσε να έχει και τα πάντα έτοιμα για εκείνον. Μπάνιο, φαγητό, ένα χαμόγελο και μια αγκαλιά, όλα ζεστά τον περίμεναν πάντα.

Όταν επέστρεφε ο Παντελής κοίταζε με πάθος την Γωγώ με την κόκκινη ποδιά και όλα γίνονταν σα να ξεκινούσαν από την αρχή στον έρωτά τους. Την έγδυνε με τα μάτια. Εκείνη κατέβαζε το κεφάλι από συστολή και του χαμογελούσε. Την άρπαζε τότε από τη ποδιά και ξεχνούσε και την κούραση και τα άγχη της καθημερινότητας.

Στα ναυπηγεία είχε γίνει σαϊνι. Και με την ψυχική στήριξη της Γωγώς η παραγωγή της δουλειάς του πολλαπλασιαζόταν. Οι προτάσεις για για να φύγει από το Πέραμα έπεφταν βροχή, αλλά προσπαθούσε να μην τις σκέφτεται. Εξάλλου η μεγάλη του αγάπη ήταν η θάλασσα και όχι το χρήμα. Σε κάποια τέτοια επικοινωνία γνώρισε τη Νατάσσα, υψηλόβαθμο στέλεχος και αρμόδια των δημοσίων σχέσεων μιας ναυτιλιακής εταιρείας από τη Θεσσαλονίκη.

- Ξέρω ότι είσαστε ο κορυφαίος μηχανικός στο Πέραμα, παρακαλώ να φροντίσετε την επισκευή του πλοίου μας με την μέγιστη προσοχή. Θα αμοιφθείτε ξεχωριστά μόνο για το ενδιαφέρον σας.

Ήταν η πρώτη φορά που έδειχνε κάποιος και μάλιστα γυναίκα τόσο ενδιαφέρον για την δουλειά του. Που τον ξεχώριζε από όλους τους άλλους. Τον αποκαλούσε μάλιστα μηχανικό ενώ ήταν εμπειροτέχνης.

- Σας ευχαριστώ, δεν είμαι ο μηχανικός… αλλά θα το προσέξω το καράβι. Όπως κάνω σε όλα. Ήταν περιττό να μου το πείτε.

Δεν έγινε τυχαία. Η Νατάσσα, ένα απόλυτα πρακτικό μυαλό, ήξερε ότι τα άτομα των λαϊκών τάξεων ενθουσιάζονταν πιο πολύ με τις λέξεις, τις κολακείες και τις “εξυψώσεις” και λιγότερο από την οικονομική αποζημίωση. Έκανε λοιπόν αυτό που έπρεπε για να πετύχει το καλύτερο ντηλ.

Από τότε τον Αύγουστο του ‘88 ήταν σε επαφή με τον Παντελή σε εβδομαδιαία βάση. Μιλούσαν τηλεφωνικά για την πορεία της επισκευής. Κάποια μέρα του ζήτησε το τηλέφωνο του σπιτιού του μήπως χρειαστούν κάτι από την εταιρεία. Το ίδιο διάστημα είχε ανοιχθεί στο όνομά του λογαριασμός στην τράπεζα και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών προστίθενταν ποσά.

Όταν η Νατάσσα κατέβηκε στο Πέραμα το πλοίο ήταν στα τελειώματα. Νωρίς απόγευμα Σαββάτου. Δεκέμβριος. Χτύπησε το τηλέφωνο στο σπίτι και η Γωγώ ήξερε ότι αυτό το τηλεφώνημα δεν ήταν για καλό. Το κοίταζε για ώρα. Ο Παντελής ήταν στο μπάνιο.

- Πάρε το τηλέφωνο Γωγώ.

Το σήκωσε και απάντησε… Τα καστανά μάτια της συννέφιασαν. Ο Παντελής βγήκε βιαστικά βρεγμένος και τυλιγμένος πρόχειρα με μια πετσέτα.

- Ποιός ήταν;

- Από μια γυναίκα… μια Νατάσσα …για το πλοίο, ψέλισσε η Γωγώ. Θα ξαναπάρει αργότερα…είπε.

Η Νατάσσα ήταν μια πολύ όμορφη γυναίκα. Ψηλή 1.80, ξανθιά, στα 30 περίπου κι εκείνη, με την αρχοντιά της σαλονικώτικης κορμοστασιάς στο περπάτημα και στο στυλ. Ντυνόταν με την τελευταία λέξη της μόδας, λάτρευε τα ζαχαρί ταγιέρ με το μονόγραμμά της ζωγραφισμένο με στρασάκια στο πέτο και ψηλοτάκουνες γόβες για να αναδεικνύουν τις υπέροχες γάμπες της.  Είχε μάλλον ύφος ντίβας και στις εκφράσεις της χρησιμοποιούσε επιτηδευμένο λεξιλόγιο. Χαμογελούσε σπάνια, όμως κάθε φορά που το έκανε ήταν τόσο ντελικάτο που φάνταζε ξεχωριστό. Από καλή οικογένεια στη Θεσσαλονίκη. Θείος της ήταν ο Βακιρτζής με στόλο από λεωφορεία στα ΚΤΕΛ  Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής.  Οι καλές σπουδές της  στο μάνατζμεντ την βοήθησαν αποφασιστικά στην καριέρα της.

Εκείνο το βράδυ η Γωγώ θα έμενε μόνη. Το επαγγελματικό δείπνο του είχε μεγαλύτερη σημασία. Γύρισε πίσω στο σπίτι της στο Πέραμα, στη θεία της, τον μόνο άνθρωπο που είχε εκεί κοντά εκτός του Παντελή. Κλείστηκε στο δωμάτιο και μελαγχόλησε.

Ήταν ένα ακόμα από τα λάθη της. Δεν έπρεπε να τον αφήσει τον Παντελή εκείνο το βράδυ. Είχε ξαναβγεί μόνος του έξω με φίλους. Εκείνο όμως φαινόταν διαφορετικό. Έπρεπε να βρισκόταν εκεί τουλάχιστον, να τον περιμένει στο σπίτι…

Για εκείνον ήταν ένα παράθυρο η Νατάσσα, μια πόρτα στο μέλλον. Οι σχέσεις της με τα ναυτιλιακά πράγματα, το χαμόγελό της που έστω και σπάνια του χάριζε, άρχισαν να γοητεύουν τον ευαίσθητο και παρθένο στα μεγαλόσχημα λόγια χαρακτήρα του. Δεν την ερωτεύτηκε στην πραγματικότητα. Του άρεσαν όμως όλα όσα την περιτριγύριζαν και την συντρόφευαν . Ένα ξένο καράβι, ένα ξένο χαμόγελο. Μία ξένη θάλασσα. Αυτά που αγαπούσε πάντα ο Παντελής. Αυτά αγάπησε και  σε εκείνη.

(συνεχίζεται)

(painting “Renaissance Nude” by Ken Hamilton)

2006101301.jpg

Η κόκκινη φούστα 

Δ’- Η γνωριμία

Για την Γωγώ ο Παντελής θα ήταν ο πρώτος άντρας που θα γνώριζε και ο πρώτος φίλος από τότε που έφυγε από την επαρχία. Μόνη της κι αυτή έμενε “προσωρινά” σε μια μακρινή θεία της στα Μέγαρα. Μάθαινε γραφομηχανή στον Πειραιά, έτσι έμαθε να αγαπάει και το λιμάνι και τους χαρακτήρες του.

Κάτι άστραψε τότε μέσα στον Παντελή. Και στο βλέμμα του. Μια εκείνη - δυο αυτός χαμογέλασαν στον έρωτά τους. Εκείνη τη μέρα την πέρασαν μαζί χέρι- χέρι να γυρίζουν την παλιά πόλη. Όχι στα πλοία και στα λιμάνια. Αλλά στο “σχολειό του” όπως το ‘λεγε, με το εκκλησάκι του. Ο Παντελής καμάρωνε γιατί είχε περάσει αυτός τα κεραμίδια και ακόμα τα ίδια είχε. Μετά την πήγε στον Άγιο Σπυρίδωνα και τη γνώρισε στον παπα-Χαράλαμπο. Πήραν και την ευχή του. Θα την πήγαινε και στο Πέραμα στα ναυπηγεία αλλά μ’ αυτά και μ’ αυτά πέρασε η ώρα.

Η Γωγώ χωνόταν σαν πουλί στην αγκαλιά του, έκλεινε τα μάτια και γύριζε μαζί του στενό -στενό σε μια ζωντανή αναδρομή στη ζωή του την παιδική, την εφηβική και την τωρινή. Και μόνο αυτό την έκανε ευτυχισμένη. Μετά σήκωνε τα μάτια και τον παρακολουθούσε που της μιλούσε. Τα χείλη του που ανοιγόκλειναν και το χνώτισμα που έκανε η φωνή του στον κρύο αέρα. Δεν μιλούσε. Δεν άκουγε μόνο… κοίταζε, μύριζε τη φωνή του.

Ο Παντελής ήταν αμήχανος. Αν και θα ‘πρεπε να είναι έμπειρος με τις γυναίκες, έκανε σαν παιδί…ίσως γιατί εκτός καραβιού βρισκόταν έξω από τα νερά του, ίσως γιατί για πρώτη φορά αισθάνθηκε τόσο άνετα να διηγηθεί την ιστορία της ζωής του, τις μικρές-μεγάλες του περιπέτειες σε μια γυναίκα που γνώριζε για πρώτη φορά. Ίσως γιατί αισθάνθηκε πραγματική αγάπη μέσα του για μια γυναίκα για πρώτη φορά. Τον μάγευαν τόσο τα μελιά μάτια της, το ευγενικό και αθώο πρόσωπό της, που ντρεπόταν να τα κοιτάξει. Έκλεινε κι αυτός τα δικά του και σκεφτόταν τη Γωγώ όσο μίλαγε. Μόνο που και που γύριζε την κοίταζε κι αυτός -σα να ξαναφόρτιζε τις μπαταρίες του- της χάιδευε τα μακριά της μαύρα μαλλιά και με ένα ελαφρύ στεναγμό την έσφιγγε πιο πολύ πάνω του, σα να φοβόταν μην του κρυώσει, μην του φύγει, μην τη χάσει.

Βράδιασε για τα καλά. Περνούσαν αγκαλιασμένοι από δρόμους, διασταυρώματα και πλακόστρωτα και τα χαμηλά σπίτια στα Μανιάτικα του Πειραιά, έπαιρναν πια ένα γέλιο, μια λάμψη από Χριστούγεννα, μια οικογενειακή ζεστασιά που έφευγε από τις καπνοδόχους και θάμπωνε στον αέρα. Το τραπέζι μύριζε αγάπη και θηλυκή φροντίδα, τα δεντράκια παιδικά στολισμένα, αναβόσβηναν δίπλα στα παράθυρα και στις μπαλκονόπορτες με τους κισσούς, ενώ πλάι τους στο πεζοδρόμιο, έξω από την αγκαλιά τους, το κρύο πάγωνε την δροσιά στα φύλλα από τις νερατζιές και τους έδινε μια θολή ξεθωριασμένη πρασινάδα.

Περπατούσαν στα άδεια σοκάκια αλλά τώρα δεν μιλούσαν. Τα βήματά τους αντηχούσαν σαν σε παρέλαση και οι σκιές τους κάτω από τα φώτα ζωγραφίζανε τους τοίχους. Τα μάτια τους μέτραγαν μια τα πλακάκια την άλλη τα γιορτινά σπίτια. Ο δρόμος ο τελευταίος οδηγούσε στη στάση που θα περνούσε το λεωφορείο της. Στάθηκαν κάτω από μια παγωμένη νερατζιά κι έδωσαν ένα φιλί τόσο πολύ, τόσο ζεστό και βαθύ, που θαρρείς και τα φύλλα ξαναπήραν τη ζωηρή πρασινάδα τους, τα δε νεράντζια έμοιαζαν να στάζουν από το έντονο πορτοκαλί, σαν το δειλινό στον ορίζοντα της Καστέλλας, που τους πρωτομάγεψε πριν λίγες ώρες.

- Να μη χωρίσουμε Γωγώ…

Δεν κατάλαβε ποτέ τι εννοούσε ακριβώς τότε ο Παντελής.  Ήξερε όμως τι ήθελε εκείνη. Δεν του απάντησε αμέσως, κοίταξε την ώρα, σαν σε ταινία μπροστά της για δευτερόλεπτα είδε τη θεία της που την περίμενε στα Μέγαρα, τους δικούς της στην επαρχία και έγειρε πάλι επάνω του. Τον ακολούθησε σε κείνη την  πρωτοχρονιάτικη νύχτα, στην πρώτη της νύχτα, στολισμένη γιορτινά από τον έρωτα της ζωής της και από τότε του αφιέρωσε κάθε τι που πέρναγε από την ψυχή και από τη σκέψη της…

(painting “Butterflies on Buddleia” by Ronan Goti)

ΥΓ. Για την ιστορία της Γωγώς και του Παντελή θα συνεχίσω το γράψιμο -αν σας αρέσει- κάποια άλλη φορά, ίσως και να μην έχει και ιδιαίτερη σημασία. Η πραγματική ζωή μας όμως, έχει και συνεχίζεται έτσι κι αλλώς. Μακάρι να είναι όμορφα χτισμένη σε όλους κι αν δεν είναι, η νέα χρονιά ας την χτίσει. Σε όλη αυτή την εφτάμηνη διαδρομή μου μέσα στα μπλογκς, έζησα τις αγωνίες και τις χαρές από πολλούς αναγνώστες. Ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους και όσες μπόρεσαν να δουν και να αγγίξουν μέσα από τα γραπτά μου το βασίλη, δεν παρεξήγησαν τον αυθορμητισμό, την φιλική αγάπη, την οικειότητα που σας αντιμετωπίζω, το κρύο κάποιες φορές χιούμορ μου και ενδιαφέρθηκαν πραγματικά για την ψυχή μου. Και πιστεύω πολύ βαθιά ότι ειναι αρκετοί. Ένα μεγάλο συγνώμη αν κάπου ξέφυγα, αν απογοήτευσα, αν πόνεσα. Χρόνια Πολλά και η Νέα Χρόνια να φέρει υγεία, αγάπη και ευτυχία σε όλους. Από την καρδιά μου.

b0000091.jpg

Η κόκκινη φούστα

Γ’ -Ο Παντελής 

Μερικές φορές φίλε μου, η ζωή τα φέρνει αλλιώς και τραβάς αλλού…

Γιατί τίποτα δεν χαρίστηκε ποτέ και πουθενά. Ειδικά αν είσαι ορφανός σαν τον Παντελή. Είχε μάθει από παιδί στο δημόσιο ορφανοτροφείο του Πειραιά να πιάνει την πέτρα και να την στίβει. Στα δεκαπέντε του έκανε μερεμέτια στα πλακάκια του σχολείου, στη σκεπή της εκκλησίας. Στα δεκαεφτά του δούλευε ήδη στο επιπλοποιείο του Διονύση -μεγάλο όνομα στα Μανιάτικα- κι έγινε μαστοράκι πρώτο.

Ήταν και ωραίο παιδί. Τι να σου λέω… Μεγάλη πέραση ο Παντελής στο κοριτσόκοσμο του Πειραιά. Έμπαιναν στο μαγαζί μόνο για να του πουν καλημέρα. Μεγάλο του πάθος  όμως ήταν η θάλασσα. Στριφογύριζε στη μαρίνα της Ζέας, στεκότανε στην Ακτή Τζελέπη και μάθαινε τα δρομολόγια από τα καράβια. Πότε πάει το ένα Κρήτη, ποιό καταμαράν στο σαρωνικό και το δελφίνι στα νησιά. Υπήρχαν Κυριακές που έπαιρνε ένα καραβάκι μόνο για την βόλτα του στη θάλασσα και γύριζε με το ίδιο πίσω το απόγευμα. Είχε μάθει όλα τα κοντινά νησιά. Γύρευε όμως το ταξίδι. Μέσα στη θάλασσα λυνόταν ο Παντελής. Εκεί ερωτευόταν. Με την αρμύρα στη μύτη και το αλάτι να αφήνει λεκέ στο μπράτσο.

Το πρώτο γυναικάκι που τον άντρεψε στο πλοίο τ’ ανακάλυψε. Μέχρι να γνωρίσει τη Γωγώ ο Παντελής, τις γυναίκες που έβγαζε τις πήγαινε βόλτα στα νησιά. Όταν οι άλλοι φίλοι του τις κέρναγαν ραντεβουδάκια στα σινεμά, εκείνος τις ταξίδευε Νάξο, Πάρο, Σαντορίνη και βάλε. Έτσι έμαθε να λατρεύει τη θάλασσα, να συνδέει τον έρωτα μαζί της.

Στα εικοσιδυό του είχε απολυθεί από φαντάρος και τον βούτηξαν στα ναυπηγεία στο Πέραμα… Η καλύτερή του… καλός μισθός -μόνιμο μεροκάματο δηλαδή- και σε καράβια δίπλα στην πλανεύτρα. Γρήγορα ο Παντελής έγινε περιζήτητος. Δεν έμεινε μέρα άνεργος. Εξάλλου στη δουλειά ήταν σπίρτο. Έμοιαζε να την ζητάει η ψυχή του. Ειδικεύτηκε στις επισκευές. Άγγιζε το σκαρί και σαν από μαγικά το μυαλό του ήξερε τι γύρευε για να ξαναγίνει αξιόπλοο. Και το ‘κανε. Το πάλευε από δω - από κει και το ‘φερνε στα ίσα, καινούργιο το’κανε.

Συγγενείς και υποχρεώσεις δεν είχε. Άκουγε τους φίλους να μιλάνει γι αυτά στη δουλειά, στο λιμάνι και στις καφετέριες ειδικά τα Χριστούγεννα και το Πάσχα και σπαζόταν. Όχι γιατί ζήλευε. Αλλά γιατί δεν είχε κάτι να πει. Να μοιραστεί. Τις Κυριακές τράβαγε στην εκκλησιά του Άγιου Σπυρίδωνα, που αγαπούσε από την εποχή του σχολείου και προσευχόταν στον Αι-Νικόλα. Μέσα στ’ άλλα του ζήταγε να του δώσει την ευκαιρία, να του ανοίξει τα φτερά και να φύγει ένα μεγάλο ατέλειωτο ταξίδι αν γινόταν με ένα καράβι. Τα χρόνια όμως τον έβρισκαν πάντα εκεί στο δυαράκι στο Πέραμα. Μέχρι που τριαντάρισε οι παρέες του ήταν μετρημένες και οι γυναίκες του λίγες και διαλεχτές.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς γνώρισε τη Γωγώ. Κάπου ψηλά στην Καστέλλα ήταν. Είχαν κάτσει κι οι δυο σ’ ένα τοιχαλάκι και αφέθηκαν σαν χαμένοι να κοιτάνε μπροστά. Τη θάλασσα, τα καράβια που φεύγαν, το πορτοκαλί του δειλινού, το κενό, τα παλιά τους, τα όνειρά τους, όλα; … Θα σε γελάσω. Γύρισαν κάποια στιγμή ο ένας δεξιά και η άλλη αριστερά και κοιτάχτηκαν στα μάτια επί δυο λεπτά ανέκφραστοι χωρίς να μιλάνε. Είναι απίστευτο αλλά βαθιά στα μάτια τους μέσα είδαν το ίδιο ταξίδι που έβλεπαν και μπροστά τους. Ήταν η πρώτη φορά που ο Παντελής πρόσεξε τόσο μια γυναίκα στη στεριά. Μια γυναίκα που θα τον συγκλόνιζε όλα τα επόμενα χρόνια…

(συνεχίζεται)

red_gown.jpg

Η κόκκινη φούστα 

Β’  Η Γωγώ

Έκλεισε τα μάτια σα να τον καλούσε. Γύρισε μπρούμυτα πετώντας τα σκεπάσματα. Πήρε μια μεγάλη ανάσα σαν βαθύ αναστεναγμό. Στριφογύρισε τα πόδια και τα χέρια της πάνω στα σεντόνια, σε μια προσπάθεια να βρει την κατάλληλη θέση να κουρνιάσει το κορμί της. Ήξερε ότι την πέθαινε μόνο που σκεφτόταν τα χέρια του να απλώνονται στο πλασμένο για κείνον σώμα της, με τη θύμηση από τις πλάτες του. Κι ας είχε τρία χρόνια να φανεί. Μπορούσε να τελειώσει με ένα αργό λίκνισμα των γοφών πάνω στο στρώμα. Είχε δεν είχε σώμα δίπλα, το ΄παιρνε. Και το ‘δινε.

Όταν ο ταξιδιάρης ζύγωνε στο Αιγάλεω, χτύπαγε τηλέφωνο. Η Γωγώ χάραζε αζιμούθιο κι έδιωχνε ότι υπήρχε σε ακτίνα εκατό μέτρων από το σπίτι. Από ανυπόμονους πελάτες μέχρι τη γειτόνισσα τη Σούλα που στεκόταν πάντα στα δύσκολα, ερχόταν όμως και στις σχόλες για καφέ και κουτσομπολιό. Φόραγε τα κόκκινα του Παντελή, μια ιδέα άρωμα και τον περίμενε στο κεφαλόσκαλο. Ζούσε τη ζωή του. Αλλόκοτα κι ανόητα. Για μια του νύχτα. Μια στο τόσο. Που παρακαλούσε να μην τελειώσει.

“Μέρα μου” τον αποκαλούσε. Δεν τη ρώτησε ποτέ γιατί. Ήξερε αλλά δεν τη ρώτησε. Κι εκείνος την έλεγε “γοργόνα μου”. Με κείνον δίπλα, δεν κοιμόταν ποτέ. Εκτός από τις πρώτες τους νύχτες. Τότε που ήταν στα 18 εκείνη κι αυτός 30. Τότε ο Παντελής την έπαιρνε αγκαλιά, την ζέσταινε με τα χνώτα και την κοίμιζε με τον χτύπο της καρδιάς του. Τριβόταν στο τριχωτό από το στήθος του και σαν γάτα που ήταν, γουργούριζε από ικανοποίηση. Μόνο έτσι την έπαιρνε ο ύπνος πλάι του.

Τις μετέπειτα φορές έμενε να τον κοιτάζει να κοιμάται και να αγκαλιάζει το μαξιλάρι με το τατού της γοργόνας να προβάλλει ζωγραφισμένο στο ποντίκι του. Σιγά σιγά σήκωνε το σεντόνι για να μην τον ξυπνήσει. Και θαύμαζε το μελαχρινό του σώμα. Λες και δεν είχε ξαναδεί άντρα γυμνό η παρθένα. Τις φουσκωτές του γάμπες τις περνούσε ελαφρά με τα χείλη της. Είχε αγαπήσει ακόμα και τις ατέλειές του. Την κοιλίτσα του -που με τα χρόνια μεγάλωνε και ποτέ δεν του έκανε παράπονο-, την φιλούσε τρυφερά λες και μέσα είχε μωρό. Τα μαλλιά που αραίωναν τα χάιδευε σαν κούκλα. Μια χαρακιά στο μπούτι, σουβενίρ από τ’ Αλγέρι, κάθε φορά της τσέκαρε το βάθος με τα δάχτυλα. Το ροχαλητό, το άκουγε για νανούρισμα.

Φορούσε μετά τη ρόμπα της και καθόταν σε μια πολυθρόνα δίπλα και έπιανε τις βελόνες και το βελονάκι. Αμέτρητα πουλόβερ είχε φτιάξει στις νύχτες του όλα αυτά τα χρόνια. Του έφτιαχνε και μαντηλάκια με το μονόγραμμά του να κάνει εφέ στις εξόδους του. Όταν είχε χρόνο του έπλενε το ίδιο βράδυ τα ρούχα που ‘φερνε από το καράβι, τα στέγνωνε και τα σιδέρωνε. Κάποιες φορές το έκανε επίτηδες για να ξαναπεράσει πριν μπαρκάρει κι εκείνος θύμωνε για την πονηριά της. Το μόνο που ήθελε ήταν να τον έχει εκεί. Στη ζωή της. Να ‘ναι παρών όσο περισσότερο. Να μπορεί να αγγίξει τη σάρκα του όποτε ήθελε. Κι ας την άγγιζε σαν αερικό για να μην τον ενοχλήσει.

Το μεγάλο της σφάλμα ήταν που δεν τον διεκδίκησε όταν έπρεπε. Τον άφηνε ελεύθερο να γυρίζει και να μυρίζει . Κι εκείνος τότε πήρε τη Νατάσσα τη σαλονικιά που είχε και το πεντάρι στην Κρήνη, μην ξεχνιόμαστε γι αυτό την πήρε -όχι γιατί την αγάπησε. Κι όσο πέρναγαν τα χρόνια η Γωγώ ήξερε ότι έπαιζε σε ένα χαμένο παιχνίδι. Δεν την ενδιέφεραν όμως οι σκοπιμότητες και οι γάμοι. Είχε εκείνον. Για όσο και όποτε ήθελε αυτός.

Εξάλλου έξω στα καράβια δεν τον είχε καμιά. Έτσι νόμιζε. Της αρκούσε αυτό που της διέθετε. Έτσι έμαθε. Στο ελάχιστο. Στο ένα του βράδυ. Στο ένα του χάδι. Στο ένα παίξιμο από τα βλέφαρά του. Στη διαθέσιμη στιγμή του.

(συνεχίζεται)

(painting “the woman with red skirt” by Jan Valentin Saether)

Next Page »