Μανιάτικα


vatheia.jpg

Πόσες ώρες να είχα να ξεκλέψω κι εσύ να μου χαρίσεις για να σε ταξιδέψω στον τόπο μου;

Πού πρώτα να σε πάω; Αν βγούμε από το Γύθειο και φύγουμε για τη Μάνη…Να δεις εκεί πύργους και κάστρα θα βρεθούμε στο 1600, να σε πάω στο βουνό που έπεσε η βασιλοπούλα με το άλογο γιατί ήθελαν να την παντρέψουν με το στανιό, μετά αφού περάσουμε μέσα από ρεματιές με πλατάνια, στον πυργάκι μου στο Σκαμνάκι κι ύστερα στο μικρό εκκλησάκι που πηγαίναμε με δυο ξαδέλφια μου που μένουν εκεί και ρεμβάζαμε. Εκεί που βλέπαμε τα βουνά από ψηλά και μυρίζαμε απ’ τα δέντρα. Θα σε πήγαινα και στην Καρυούπολη 10 χιλιόμετρα μακρύτερα να δεις το κάστρο των Φωκάδων.

Ύστερα θα σε σταματούσα στα σπήλαια του Δυρού να κάνουμε μια βαρκάδα σε 200 μέτρα βάθος σ’ ένα υπόγειο μακρύ ποτάμι στο κέντρο της γης, σαν ταξίδι στο παραμύθι θα είναι στη χώρα των θαυμάτων, να ντυθείς όμως καλά εκεί στη βάρκα γιατί έχει υγρασία. Αλλά μην το σκέφτεσαι, η αγκαλιά μου θα σε ζεστάνει.  Όταν φύγουμε από το Δυρό,  θα καθήσουμε για ψαράκι και θαλασσινά στο Λιμένι, δίπλα στο κύμα. Θα κολυμπήσουμε και στη θάλασσα. Θα σου πετάω βότσαλα κι εσύ θα ξεφεύγεις με μακροβούτια.

Αν έχεις χρόνο θα φτάσουμε στη μέσα Μάνη στη Βάθεια μια πυργοπολιτεία που έχουν ανακαινισθεί μερικοί όμορφοι ψηλόλιγνοι πύργοι και έχουν γίνει ξενώνες. Θα πιούμε καφέ σε ένα πυργο-εστιατόριο κι άμα είσαι θαρραλέα και αντέχεις τις προκλήσεις, θα μείνουμε το βράδυ σε έναν αυθεντικό ψηλό πύργο, θα δούμε το ταξίδι της σελήνης μέσα από πολεμότρυπες και το φως της να καθρεφτίζεται στη θάλασσα, με ένα ποτήρι ροζέ κρασί. Από το δικό μας.

Μόνο που δεν θα σε αφήσω καθόλου, θα κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι γιατί μπορεί να σε φοβήσει το ύψος, ο άνεμος που θα φυσομανάει στα πατζούρια από τα μικρά παράθυρα, το τρίξιμο στα ξύλινα πατώματα στις σκάλες και στις καταπακτές… η σκληρή πέτρα στους τοίχους. Το πρωϊ δεν θα με καταλάβεις, θα σηκωθώ με το πρώτο φως, θα σου φτιάξω πρωϊνό με φρέσκο πορτοκάλι και θα σε ξυπνήσω με ένα γλυκό φιλί…

       http://www.mani.org.gr/ekdromes/vathia/vathia.htm  

(φωτό από τη Βάθεια στη Μάνη)

021.jpg

“…Ακόμα και οι πέτρες του έχουν πάρει ζωή από μας, τα ασπρολούλουδα της νύχτας έχουν πάρει άρωμα από την ανάσα μας. Κομμάτια της ψυχής μας είναι οι τόποι μας, κυματάκια ζωντάνιας στη ρουτίνα…”

Έχω κι άλλη φορά αναφερθεί στον τόπο μου. Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου στη Λακωνία. Εκεί που μοιράστηκα τα καλοκαίρια μου με φίλους, συγγενείς και είχα τις πρώτες μου ερωτικές κατακτήσεις. Μετά από πρόσκληση της Θαλασσινής μου πυργοδέσποινας  ξαναβρίκομαι στον ίδιο χώρο. Στο Γύθειο. Αλλά το χειμώνα.

Αυτή τη φορά λοιπόν θέλω να μιλήσω για το χτήμα μου. Ένα μικρό ελαιώνα λίγο έξω από το Γύθειο, στον κάμπο στο Μαυροβούνι. Κάποιους χειμώνες έφευγα από το αθηνοκεντρικό καθησιό και τις …σπουδές μου, για να βοηθήσω τους δικούς μου στο μάζεμα της ελιάς και στην παραγωγή του λαδιού.

Δεν είναι πολλές. 120 ρίζες ελιάς όμως χρειάζονται κάθε χρόνο μια ελάχιστη φροντίδα. Σαν παιδιά είναι. Ζητάνε ένα όργωμα κάθε Φλεβάρη -Μάρτη και λίπασμα. Έρχεται το τρακτέρ από το συνεταιρισμό και σε μια μέρα έχει κάνει το έδαφος αφράτο και γόνιμο.

Οι ελιές που δίνουν το λάδι είναι οι μικρές οι πράσινες.  Οι μεγαλύτερες και οι μαύρες ελιές δίνουν επίσης λάδι, αλλά είναι προτιμότερο να αφήνονται σαν “βρώσιμες”. Η εποχή της συγκομιδής είναι τον χειμώνα. Από Νοέμβριο μαζεύουν τις ελιές κυρίως για το αγουρέλαιο που έχει ένα ανοιχτό πράσινο χρώμα. Το αγουρέλαιο έχει μια πιο όξινη γεύση, αλλά υπάρχει κόσμος που το προτιμάει. Το κανονικό το βαθυπράσινο λάδι συλλέγεται αργότερα Δεκέμβριο κυρίως και ελάχιστα τον Γενάρη. Για όλα αυτά παίζει ρόλο ο καιρός. Αν δεν πέσει καλή βροχή οι παραγωγοί δεν μαζεύουν γιατί η ελιά και ο καρπός της δεν έχει ποτιστεί. Θέλει νερό η ελιά για να γεννήσει.

Ο τρόπος που γίνεται η συγκομιδή του καρπού έχει μια ιεροτελεστία σε κάθε δέντρο. Κατ’ αρχήν απλώνεται ένα μεγάλο λιόπανο και αγκαλιάζει το δέντρο. Μετά υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να πάρεις τον καρπό. Εμείς είχαμε έναν “κλαδούχο” που ανέβαινε στα κλαδιά και έκοβε τα κλωνάρια με τις ελιές (κάθε κλαράκι ελιάς κάνει μια φορά μόνο καρπό άρα πρέπει να τον κόψεις για να ξαναφυτρώσει μετά από δυο χρόνια).

Μετά το κλαδί το χτυπάγαμε για να φυγουν οι ελιές σε ένα σαν τραπέζι σιδερένιο που από κάτω είχε σίτα σαν κόσκινο. Αυτό το λέγαμε “γάιδαρο”. Υπήρχαν όμως και τα “χτένια” που “τρυγούσαμε” την ελιά. Στο τέλος αφού είχαν τοποθετηθεί σε σωρούς τα κλαδιά τα γυμνά και τα τυχόν κομμένα ξύλα, μαζεύαμε το λιόπανο σα τραπεζομάντηλο και αδειάζαμε το περιεχόμενο σε ένα σάκο των 70 κιλών περίπου. Ένα μέσο δέντρο ελιάς δίνει συνήθως ένα σάκο καρπού. Ο σάκος παραμένει εκεί για να περάσει το φορτηγό να πάει τις ελιές στο λιοτρίβι.  Σε άλλη ευκαιρία θα σας πω την εμπειρία μου και απο εκεί.

Το χτήμα πέρα από ελιές έχει και ένα στρέμμα γεμάτο πορτοκαλιές και όλα τα γνωστά εσπεριδοειδή. Είναι το κομμάτι που περνάω τον περισσότερο χρόνο μου. Το πιο εκπληκτικό με τις πορτοκαλιές μου πέρα από το ότι είναι πολύ γλυκειές είναι ότι έχουν πορτοκάλια όλο το χρόνο. Έτσι ακόμα και το καλοκαίρι μου …πορτοκαλένιο είναι.

kranai.jpg

Εκείνο το καλοκαίρι είμασταν δεν είμασταν εικοσάρικα παιδιά. Το ραντεβού όπως πάντα 10 η ώρα στη γωνία στο μώλο. Δεν είχαμε κινητά τότε. Όμως η καρδιά μας χτυπούσε δυνατότερα. Δεν είχαμε οι περισσότεροι αυτοκίνητο και για μακρινά βολευόμασταν με όποιον τα κατάφερνε να βρει. Η κατεύθυνση σχεδόν πάντα η ίδια. Εμπρός για “Κουρσάρο”.

Η παρέα μας καμιά δεκαριά άτομα. Πολλές φορές μεγάλωνε με κοινούς γνωστούς, έμενε όμως ένας στενός πυρήνας που την αποτελούσε και έκανε την “ομάδα του κουρσάρου”. Ο μπάρμαν Σαράντος κάθε φορά έτριβε τα χέρια του. Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Ήταν ο άνθρωπος που “ένα έπινε - ένα έδινε”. Στην αρχή της βραδιάς έβγαινε συνεχώς αυτός από τη μπάρα και μας σέρβιρε. Είχαμε γνωριστεί και πάντα θα κέρναγε “μια γύρα” τουλάχιστον όσοι και νά ‘μασταν.

Μετά τις 2 και την κατανάλωση κάποιου αξιοσημείωτου αριθμού ποτηριών αλκοόλ, την κάναμε για το νησί. Περνάγαμε από τη γέφυρα απέναντι, μετά από ένα άλλο μπαράκι τους “Ναυαγούς” και καταλήγαμε στο εκκλησάκι το Αγ. Πέτρο, που τότε ήταν σκοτεινό. Καθισμένοι στο πεζούλι βλέπαμε τα φώτα της πόλης να καθρεφτίζονται στη θάλασσα, το φεγγάρι, τον ήχο της θάλασσας στα βράχια . Εγώ με τη Ράνια, ο Κώστας με τη Μαρίλη, η Ζωή, ο Μάκης, ο Γιώργος, η Τζίνα, ο Δημήτρης, ο Αντώνης. Στη μάχη Αντώνη- Μάκη για την όμορφη Ζωή νικητής βγήκε ο πρώτος αλλά και ο δεύτερος δεν έμεινε έτσι. Εμφάνισε κάποια στιγμή από το πουθενά την Άντζελα που έμεινε γνωστή ως η “που δεν χωρίζονταν” και μείναμε όλοι.

Ένα βράδυ σχεδιάσαμε κάτι διαφορετικό. Είπαμε ότι αρκετά “ακουμπήσαμε” του Σαράντου. Έτσι πήγαμε στην κάβα δίπλα στο ουζερί στη γωνία του μώλου και αγοράσαμε από εκεί τα ποτά μας. Μετά στον “Κουρσάρο” ο καθένας έκρυβε κάπου σε κάποια ζακέττα ένα μπουκάλι. Κάτω από το τραπέζι γινόταν χαμός. Κάποια στιγμή έρχεται ο Σαράντος.

“Να φέρω τα γνωστάααα; ” ρώτησε βαριεστημένα με τη γνωστή ντοπιολαλιά της περιοχής.

“Μπά, ένα σφηνάκι φέρε μας”, λέει ο ένας , ύστερα ο άλλος μετά τον άλλο το ίδιο. Ο Σαράντος έξυσε την καραφλίτσα του για την ξαφνική μας διάθεση για αποτοξίνωση αλλά απομακρύνθηκε αδιάφορα με τα κλασσικά του αργόσυρτα βήματα.

Γυρίσαμε και κοιταχτήκαμε  με συνωμοτικό ύφος και αφού είδαμε ότι είμασταν έτοιμοι, αρχίσαμε να γεμίζουμε τα σφηνάκια κάτω από το τραπέζι με βότκες, τεκίλες, άλλα διαφανή και δε συμμαζεύεται . Ο Σαράντος άρχισε να προβληματίζεται. Οι γνωστές νεροφίδες φαινόταν ότι δεν είχαν όρεξη ούτε ένα σφηνάκι να πιούν.

Κάποια στιγμή αποφασίζουμε να φύγουμε . Ευχαριστούμε τον Σαράντο, καληνυχτούμε, αλλά πώς να σηκωθούμε;  Ο πιο χάλια ήταν ο Μάκης. Με τα χίλια ζόρια παίρνουμε τα άδεια μπουκάλια και την κάνουμε με ελαφρά πηδηματάκια προς το γνωστό μέρος. Λίγο μετά το μαγαζί ήταν που ο Μάκης είπε το ιστορικό “Διάολε, είμαι πίτα!”, ελάχιστα πριν αδειάσει τον μισό Βόσπορο στη γωνία.

Κουτουλώντας στον τοίχο της γέφυρας, παιρνώντας από τους  “Ναυαγούς” και με τα βήματα να μας πηγαίνουν και όχι εμείς αυτά, μοιάζαμε εμείς οι ναυαγοί. Τρεκλίζοντας σωριαστήκαμε στο πεζούλι, άλλοι ξερνούσαν στα βράχια, οι πιο ήρεμοι την είχαμε πέσει ο ένας πάνω στον άλλο αγκαλιασμένοι, χωρίς να εξετάζουμε φύλο ή σχέση και μοιάζαμε σαν μια ενωμένη ομάδα όπως πραγματικά είμασταν δηλαδή, με τις κοινές πλάκες μας και τις κοινές ταλαιπωρίες μας.

Ενα ναυαγισμένο καλοκαίρι, κομμάτι από τις πιο όμορφες αναμνήσεις μου.

(φωτο Παπαγιαννάκου)

ΥΓ. Μπράβο στην Εθνικάρα του μπάσκετ που κάθε άλλο παρά ναυαγός ήταν και κέρδισε τη Σερβία. Έκαναν και blog Διαμαντίδης-Παπαλουκάς

botilia3.jpg

Μανιάτικο παραμύθι. Ο Γιάννης και η Μαρία.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας παπάς και μία παπαδία και είχανε μία κόρη, τη Μαρία και έναν υπερέτη, που τονε λέγανε Γιάννη. Ο Γιάννης δούλευε σκληρά στου παπά και για να δουλεύει με περισσότερη όροξη και ν’ αποδίνει, του τάζανε τη Μαρία. “Θα μεγαλώσει Γιάννη”, του λέγανε “και θα σου την δώκουμε να ντην πάρεις γυναίκα σου”.

Περνάγανε οι χρόνοι, ήρθε και μεγάλωσε η Μαρία. “Μπάρμπα παπά, πότε θα μου την δώκεις τη Μαρία;” -τσιμπούρι ο Γιάννης-. “Ε, βρε Γιάννη, ας περάσει λίγος καιρός ακόμα να μεγαλώσει η Μαρία και θα στη δώκω”. Από μέσα του όμως σκεβότανε τι τρόπο θα βρει να ντονε ξεγελάσει και να ντονε βγάλει από τη μέση. Λοιπόν αφού είδανε κι απόειδανε ότι ο Γιάννης γρίνιζε και γύρευε τη Μαρία, βαριότανε και να δουλεύει, του λέει ο παπάς: “Γιάννη εντάξει, θα κάνουμε το γάμο, αλλά πρώτα θα πάεις πίσω από κείνο το βουνό, που είναι ένας μεγάλος μπαξές και θα φορτώσεις στη γαϊδούρα να φέρεις σαράντα λογώνε σαλάτα να ντηνε βάλομε στο τραπέζι, στα στεφανώματα.

Το περιβόλι όμως εκείνο το φύλαε ένας δράκος. Ο Γιάννης δεν το ήξερε. Ο παπάς όμως το ‘ξερε και ήθελε να ντονε φάει ο δράκος να ντονε ξεφορτωθεί. Του δώνει ο παπάς τη γαϊδούρα να φορτώσει τις σαλάτες, καβαλάει ο Γιάννης, βάνει το δρόμο στα μπροστά, φέγει. Το περιβόλι ήταν πολύ μακριά και θά ΄κανε πάνω από ένα μήνα να πάει και να γυρίσει. Μετά από πολύ νταμάχι κατάφερε ο Γιάννης να φτάσει στο περιβόλι εκείνο. Βρέσκει την πόρτα ανοιχτή, μπαίνει μέσα με τη  γαϊδούρα, διαλέγει τις σαλάτες χωρίς να ντονε ενοχλήσει κανένας. Απάνω που τις φόρτωνε και τοιμαζότανε να φύγει πλησιάζει ένα πιθακάκι. Τι κάνεις εδώ, ρε; Γιατί μαζεύεις τις σαλάτες;” “Να, μ΄έστειλε ο μπάρμπας μου ο παπάς, γιατί θα πάρω την κόρη του τη Μαρία και τις θέλομε για το γάμο”. “Χάσκα, ρε!” Άνοιξε ο Γιάννης το στόμα του. “Φτου. Ό,τι λες να γίνεται”. Φορτώνει που λες, ο Γιάννης τη γαϊδούρα και έφυγε. Στο μεταξύ ο παπάς είχε παντρέψει τη Μαρία με άλλο γαμπρό και τον Γιάννη τον είχανε για μακαρίτη.

Φέγοντας λοιπόν ο Γιάννης με την γαϊδούρα, σε κάποια ροβόλα γλιστράει η γαϊδούρα, πάει μ΄όλο το φόρτωμα ισακάτω στο λαγκάδι και σκοτώνεται. Πού! Ο Γιάννης να σκάσει από το κακό του. “Δεν είναι  που έχασα τη γαϊδούρα και τη σαλάτα”, είπε, “χάνω και την Μαρία”. Πήρε τον κατήφορο καταστενοχωρημένος, όλο μαράζι. Εκεί όμως που προχώραε με το κεφάλι κάτω, θυμήθηκε τι του είχε ειπωμένο το πιθακάκι. “Μωρέ, για στάσου, τι μου είπε εκείνο το σκατό το ανθρωπάκι!” Στέκει. “Να βρω τη γαϊδούρα”, λέει “μπροστά μου με όλο το φόρτωμα”. Ζουπ, νάσου η γαϊδούρα μπροστά του φορτωμένη τις σαλάτες.  ”Μμμ”, είπε “τούτο είναι δουλειά!

Ήρθε πλέο η καρδιά του στον τόπο της. Ώστε να φτάσει στου παπά, νύχτιωσε. Πάει μπαίνει στο σπίτι, βρέσκει τη Μαρία με τον άντρα της να κιουμιούνται στο κρεβάτι. Τον είχανε πάρει οι παπαδέοι σώγαμπρο. “Χμ”, ‘εκανε ο Γιάννης, “τέτοιοι μου είσαστε; Έτσι να μείνετε. Κολλάνε στο κρεβάτι ο γαμπρός και η Μαρία, πού να σηκωθούνε. Ήτανε κολλημένοι στα στρώματα ώστε το μεσημέρι. Πάει η παπαδία, σπρώχνει την πόρτα: “Μωρέ τι πάθατε; Γιατί αργάτε να σηκωθείτε;”. “Το και το”. Τους λέπει κολλημένους στο κρεβάτι. “Που που συφορά μας, τι πάθαμε!”, έσκουξε η παπαδία και έσουρε τα χέρια της στα μάγουλά της. “Έτσι να μείνεις”, λέει ο Γιάννης. Έμεινε η παπαδία με τα χέρια κολλημένα στα μάγουλα. Ανανογιέται κι ο παπάς, που έψαχνε στο σπίτι και δεν τους έβρεσκε, πάει μέσα: “Μωρέ τι γινήκατε;”τους λέει. “Σας γυρεύω μία ώρα. Ακόμα κιουμιούσαστε; σηκώτε απάνω, έχομε δουλειά”. Άσ΄τα παπά, τι πάθαμε”, του λέει η παπαδία. Τηράει ο παπάς “Θεέ και Κύριε!” έκανε και έπιασε με το χέρι τα γένεια του. “Έτσι να μείνεις”, λέει πάλι ο Γιάννης. Έμεινε και ο παπάς με το χέρι κολλημένο στα γένεια. Ο γαμπρός πια πού να μολαϊμίσει. “Ξεκολλήστε με”, τους φώναζε “και με γειά σας και με χαρά σας κι η Μαρία και τα καλά σας”.

“Γιάννη”, του ξαναλέει ο παπάς, “θα καβαλήσεις τη γαϊδούρα και θα πας, ας πούμε, στο Ασπρόχωμα, που είναι μια καλή μάγισσα να μας λύσει τα μάγια. Γρήγορα!  Ξεκινάει, βάνει το δρόμο στα μπροστά πάλι ο Γιάννης, φτάνει στο Ασπρόχωμα, βρέσκει τη μάγισσα. “Το και το κυρά -μάγισσα, ο μπάρμπας μου ο παπάς είπε να  ‘ρθείς στο σπίτι του να ντους λύσεις τα μάγια, γιατί είναι όλοι μαγεμένοι”. Σηκώνεται η μάγισσα, από πίσω ο Γιάννης, πηγαίνανε. Στο δρόμο που πηγαίνανε βρέσκουνε ένα ποτάμι, της Κοσκάργας, σα να πούμε, που δεν είχε γιοφυράκι τότε. Είχε βρέξει όλη την ημέρα και έτρεχε. “Κρύψου βρε Γιάννη, να σηκώσω τα φουστάνια μου να περάσω”, του λέει η μάγισσα. Μπαίνει πίσω από ένα φρύγανο ο Γιάννης, σηκώνει η μάγισσα τα φουστάνια της να περάσει. “Έτσι να μείνεις”, λέει ο Γιάννης. Έμεινε η μάγισσα με τα φουστάνια σηκωμένα. Πολέμαε να ντα κατεβάσει, δεν κατεβαίνανε. “Τώρα;”, “Α, Γιάννη”, του λέει, “τώρα δεν έρχομαι”. “Βρε έλα που δεν έρχεσαι. Θα ‘ρθείς θέλεις δε θέλεις”, τη ζόρισε ο Γιάννης.

Την παίρνει με το στανιό, πηγαίνανε. Προχωρήσανε, περάσανε τη Στούπα, φτάσανε στη Σελίνιτσα. Περνάγανε, ας πούμε, απόξω από του Γεωργουλέα το μαγαζί. Εκεί καθότανε ο πασάς και έπινε το ναργιλέ του. Καθώς είδε τη μάγισσα, “Ατί χάλια είναι φτούνα;” της λέει και φλαπ, της δίνει μια με το τσιμπούκι στο κωλομέρι. “Έτσι να μείνεις”. λέει ο Γιάννης. Κολλάει και ο πασάς με το τσιμπούκι του στη μάγισσα. Έσουρνε ο Γιάννης τη μάγισσα, η μάγισσα το τσιμπούκι και το τσιμπούκι τον πασά. Έτσι αλυσίδα όλους τους πάει στου παπά το σπίτι. Κείνοι μόλις τους είδανε και καταλάβανε τι είχε γίνει, τα χάσανε. “Γιάννη ψυχικό”, του είπανε. “Λύσε μας κι ότι θέλεις εσύ θα γίνει”. “Ή μου δώνετε τη Μαρία ή μένετε παδά όπως είσαστε και βρισκούσαστε”, τους λέει ο Γιάννης. “Χάρισμά σου κι η Μαρία και όλα, φτάνει να μας ξεκολλήσεις”.

Με τα μαγικά του λόγια λοιπόν τους έλυσε ο Γιάννης και πήρε τη Μαρία. Έγιναν οι γάμοι, περίχαρος ο Γιάννης. Ο πρώτος γαμπρός σηκώθηκε από το κρεβάτι που ήτανε κολλημένος και όπου φύγει φύγει. Κι ο Γιάννης με τη Μαρία περάσανε καλά κι εμείς καλύτερα.

 ΥΓ. Το παλιό αυτό παραμύθι που μεταφέρεται στη Μάνη από γενιά σε γενιά εδώ και αιώνες είναι γραμμένο πια μαζί με άλλα, από τον “συγγραφέα της Μάνης” Γιάννη Μανιατέα στο βιβλίο του “Παραμύθια -Μύθοι & Θρύλοι της Μάνης” των εκδόσεων “Αδούλωτη Μάνη”. Αυτό το καλοκαίρι μάλιστα σε μια αξέχαστη βραδιά γεμάτη γέλιο για την υπόθεση αλλά και για την ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, είχα τη τύχη και την χαρά να το παρακολουθήσω δραματοποιημένο μαζί με 4 άλλα παραδοσιακά παραμύθια σε μια όμορφη παράσταση από μια παρέα οκτώ ταλαντούχων ηθοποιών στο νησάκι Κρανάη του Γυθείου δίπλα στον Πύργο των Γρηγοράκηδων υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα του Κώστα Φαρμασώνη. Το χειμώνα παρουσιάστηκε αυτή η παράσταση με την επωνυμία “Ο διάολος στη μποτίλια” στο θέατρο “Εκβασις” (τέως σπίτι της Τέχνης)  Δεληγιάννη 5- Ν. Κόσμος πίσω από το Πάντειο. Η φωτό είναι από την παράσταση και το συγκεκριμένο παραμύθι τη στιγμή που ο Γιάννης είχε ολοκληρώσει τα “έτσι να μείνεις”.

1145203591_githio.jpgmavrovouni_beach.jpg

Να λοιπόν που επιστρέψαμε. Γύθειο τέλος, διακοπές τέλος, αλλά καλό χειμώνα δε λέμε ακόμα. Γεμίσαμε φουλ τις σαραντάρες μπαταρίες μας επί δύο εβδομάδες, φορτώσαμε καλοκαιρινά ανέμελα νιάτα (από τα 18χρονα στα μπαράκια) και μελαμψή ομορφιά (κάνει και καλό στις αρθρώσεις -αυχενικά, ειδικά το χειμώνα), καθαρίσαμε το μυαλό και welcome back to the hotel “Sweet home” για να θυμηθώ και το φίλο μου μπλόγκερ σπιτόγατο και να ΄ναι καλά εκεί που βρίσκεται.

Λοιπόν δεν κάνω πλάκα, φέτος πέρασα πολύ καλά. Και το μόνο μου λάθος ήταν που δεν πήρα τον φορτιστή της μηχανής, αλλά έκανα τη σχετική συντήρηση και έβγαλα πολλές φωτό. Και όταν λέω ότι πέρασα καλά, μην πάει ο νους σας αλλού, αλλά γύριζα, έκανα μικρά ταξιδάκια μέσα στο ταξίδι, σε μέρη που πήγαινα παλιά.

Πήγα Σπήλαια Δυρού όπου ήταν φανταστικά σαν να ταξιδεύεις σε παραμύθι (150 μέτρα κάτω από τη γη, σε μόνιμη θερμοκρασία χειμώνα καλοκαίρι 15 ο C). Διάβασα στους σταλακτίτες και στους σταλαγμίτες τα χρόνια τους και διαπίστωσα πόσο μικρός είμαι. Είχε βαρκάδα, με ένα ξεναγό και χερσαίο κομμάτι όπου βρισκόσουν στη χώρα των θαυμάτων. Ακόμα και τώρα δεν έχει εξερευνηθεί όλο το σπήλαιο. Οι φωτογραφήσεις ήταν απαγορευμένες, αλλά με την ανοχή του βαρκάρη, έβγαλα αρκετές.

Έκανα περιοδεία στη Μάνη. Αντίκρυσα πάλι τις χέρσες βουνοπλαγιές. Το σκληρό του τοπίου. Την βαθύτατη για τους ντόπιους έννοια της οικογένειας, της πατρίδας, της ιδιοκτησίας και της υπεράσπισής τους. Τους καρφωμένους στις κορφές πολεμόπυργους και πυργόσπιτα. Τις νέες κατασκευές από πέτρα (άφθονη στην περιοχή) σε σπίτια και φράχτες. Είδα όμως με λύπη μου πολλά καμμένα δέντρα από τις περσινές πυρκαγιές. Είναι απίστευτο πώς σε έναν τόπο που το πράσινο σπανίζει τόσο, βρίσκουν ορισμένοι ευκαιρία να κάψουν το ελάχιστο που υπάρχει.

Ξαναπερπάτησα γύρω από το φάρο της Κρανάης, όπου όταν είμασταν μικρότεροι, καθόμασταν στα βράχια με τις κιθάρες πιωμένοι ή στεγνοί και ταξιδεύαμε. Ερωτεύαμε τον Λακωνικό και το τραγούδι μας το έπαιρνε το αυγουστιάτικο μελτέμι και το ‘στελνε απέναντι, στα Κύθηρα και πάνω, στο φεγγάρι. Έκανα τις βόλτες μου στον πύργο του Τζαννήμπεη Γρηγοράκη (ιδιοκτησίας Πέτρου Τζαννετάκη, γιού του πρώην πρωθυπουργού), που είναι σήμερα λαογραφικό μουσείο στο Μαραθονήσι και έκατσα στο πεζούλι του Άγιου Πέτρου για να ρεμβάσω και να δω το Γύθειο το βράδυ.

Πήγα ξανά μετά από πολλά χρόνια στο “σπασμένο καράβι” (παλιότερο σχετικό ποστ το “Ζωή σπασμένη”) και διαπίστωσα ότι το καράβι έχει σχεδόν πλέον καθολικά υποκύψει στην αρμύρα, στην άμμο και στο κύμα. Κολύμπησα πάλι στα απόνερά του, στα σωθικά του και στη σκιά του. Μετρούσα τα σάπια του κόκκαλα, σαν τους σταλακτίτες του Δυρού ήταν. Μόνο που εδώ τα χρόνια λιώνουν.

Είχε και πολύ καλές εκδηλώσεις ο Δήμος Γυθείου όσον καιρό ήμουν εκεί που τις παρακολούθησα όλες. Είδα δύο θεατρικά, το ένα ήταν η “Ερωφίλη” του Χορτάτση με τον Χρ. Πάρλα και την Φ. Φιλοσόφου και ένα με δραματοποίηση μανιάτικων παραμυθιών με πολύ καλές σκηνοθεσίες. Συναυλία με τον τοπικό γυθειάτη αστέρα του πενταγράμμου Δημήτρη Κολοκοτρώνη, επιδείξεις χορού και μπαλέττου, καραγκιόζη για τα παιδιά (αλλά κυρίως οι μεγάλοι ξεκαρδίζονταν). Το μόνο σημαντικό που δεν πρόλαβα είναι τη συναυλία του Χατζηγιάννη στις 22-8.

Επειδή έχουν μεγάλη ανάλυση οι φωτογραφίες και αργεί πολύ το αρχείο δεν μπορώ να στείλω αυτές που θέλω. Μπορώ να σας στείλω με μέηλ όμως αν μου το ζητήσετε. Σας ευχαριστώ για την αγάπη που μου δείξατε όσο έλειπα με τα όμορφα σχόλιά σας και μάλιστα όχι μόνο από γνωστούς και αλλά και από πολλούς και πολλές μπλόγκερ που δεν έχουμε ξανασυναντηθεί. Για ανταπόδωση κι εγώ έγραψα στις διακοπές μου κάτι ερωτικό και ταξιδιάρικο και σε λίγες μέρες θα το ποστάρω μάλλον με δόσεις γιατί είναι κάπως μεγάλο.

Τελικά το σπορ που κάνουμε είναι “μάστιγα” και “χούι”, δεν κόβεται εύκολα. Είναι όμως ευχάριστη ασχολία, δε νομίζετε κι εσείς; Και παρακαλώ με σεβασμό οι κριτικές για το τραγούδι- ζεϊμπεκιά-ύμνο του φίλου μου του Δημήτρη Κολοκοτρώνη, έτσι;  :) !

ΥΓ. Ηotel California (1974)

Title: Eagles - Hotel California lyrics

Artist: Eagles

On a dark desert highway, cool wind in my hair
Warm smell of colitas, rising up through the air
Up ahead in the distance, I saw a shimmering light
My head grew heavy and my sight grew dim
I had to stop for the night
There she stood in the doorway;
I heard the mission bell
And I was thinking to myself,
’this could be heaven or this could be hell’
Then she lit up a candle and she showed me the way
There were voices down the corridor,
I thought I heard them say…

Welcome to the hotel california
Such a lovely place
Such a lovely face
Plenty of room at the hotel california
Any time of year, you can find it here

Her mind is tiffany-twisted, she got the mercedes bends
She got a lot of pretty, pretty boys, that she calls friends
How they dance in the courtyard, sweet summer sweat.
Some dance to remember, some dance to forget

So I called up the captain,
’please bring me my wine’
He said, ’we haven’t had that spirit here since nineteen sixty nine’
And still those voices are calling from far away,
Wake you up in the middle of the night
Just to hear them say…

Welcome to the hotel california
Such a lovely place
Such a lovely face
They livin’ it up at the hotel california
What a nice surprise, bring your alibis

Mirrors on the ceiling,
The pink champagne on ice
And she said ’we are all just prisoners here, of our own device’
And in the master’s chambers,
They gathered for the feast
The stab it with their steely knives,
But they just can’t kill the beast

Last thing I remember, I was
Running for the door
I had to find the passage back
To the place I was before
’relax,’ said the night man,
We are programmed to receive.
You can checkout any time you like,
But you can never leave!

gythion01sm.jpg

Όλα έτοιμα. Μόλις έκανα σέρβις. Κομπλέ κι ελεγμένα. Λάδια, υγρά φρένων, τακάκια, βαλβίδες, αέρας στα λάστιχα, υγρό για υαλοκαθαριστήρες, νερό στο ψυγείο, ένα πλύσιμο μέσα-έξω. Στο αμάξι, γιατί εμείς έχουμε βράσει και κάνουμε μπάνιο γενικώς. Βαλίτσες φορτωμένες. Το σπίτι αδειάζει. Ο γενικός κλεισμένος, το ψυγείο άδειο και ανοιχτό. Διπλοκλειδώνω. Τα παιδιά νυσταγμένα αλλά 5.30-6 το πρωϊ του Σαββάτου φεύγουμε. Μπλουζάκι και σορτς. Ζώνες όλοι παρακαλώ. Στο σι-ντι προγραμματισμένη η μουσική της διαδρομής Χατζηγιάννης, Ρέμος, Κραουνάκης, Τερζής για μένα και Μαρινέλλα (τα ερωτικά) για τη συνοδηγό.

Αττική Οδός. Καλημερίζω την πάντα ευγενέστατη υπάλληλο των διοδίων. Γύρω στις 7-7.15  περνάω το αυλάκι και δείχνω την πλάτη μου στην Κόρινθο. Ώρα 8.15 πίνω καφέ στου Παπαντώνη λίγο μετά την Τρίπολη. Μπορεί να σταματήσω και στης Χρίστενας, στο Αλεποχώρι, για νερό γάργαρο από μια πηγή που τρέχει εκεί στα πλατάνια. Στις 9.30  διασχίζω τη Σπάρτη, αγοράζω σύγλινο από δικό μου χασάπη, χαιρετώ το Λεωνίδα (χωρίς τους 300), κορνάρω (όπως επιβάλλει το έθιμο) στο παρακείμενο στρατόπεδο νεοσυλλέκτων του ΣΕΜ που είναι στο δρόμο (με τις λεύκες), προκειμένου να ξυπνήσει το στραβάδι ο αλφάς που κοιμάται όρθιος και πλέον ζωγραφίζω τις τελευταίες πατημασιές στην άσφαλτο. Έχω φτιάξει διάθεση.

Οι στροφές της Κουτουμούς είναι οι τελευταίες της διαδρομής. Δυό-τρία βενζινάδικα και σε λίγο στις 10.00 αντικρύζω (επιτέλους) την εκκλησία της Ανάληψης. Μου έλειψε το μέρος. Πάντα ίδιο αλλά πάντα σα να το βλέπω πρώτη φορά. Καμαρώνω την παλιόπολη, το συνοικισμό, τα νεοκλασσικά κτίρια, τα εμπορικά και τα ουζερί, τον πάνω δρόμο, το μαρμαρόδετο λιμάνι φτιαγμένο απ΄του Όθωνα τα χρόνια, τη θάλασσα. Το νησάκι Κρανάη που λένε ότι οδήγησε ο Πάρης την Ωραία Ελένη, όταν την “άρπαξε” από τη Σπάρτη και πέρασαν τη νύχτα πριν φύγουν για Τροία, το Μαυροβούνι με την ατέλειωτη παραλία ως το Βαθύ. Και ιδού, μέσ’ από τις ελιές ξεπροβάλλει η σιδερένια εξώπορτα, η κληματαριά, το περιβόλι, οι πορτοκαλιές, το εξοχικό μου.

Ο παππούς και η γιαγιά…. Παιδιά, φθάσαμε! …

Γύθειο. Για κάποιους η γη των θεών. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι προέρχεται από το “γυθέω” που σημαίνει τέρπομαι. Οι πιο εντρυφείς κατέληξαν στο ”γύθος” που σημαίνει ορυκτός (για το λιμάνι του επειδή στα αρχαία χρόνια ήταν πιο πέρα και δεν ήταν φυσικό).

Η χερσόνησος της Μάνης. Το ακρωτήριο του Ταίναρου. Το νοτιότερο σημείο της χερσαίας Ευρώπης. Για μένα είναι η γη των γονιών μου, των καλοκαιριών, των παιδικών χρόνων, των κατακτήσεων, των αναμνήσεων, η ιδαίτερή μου πατρίδα.  Το μέρος που λάτρεψα τη θάλασσα.

Φεύγω για κάποιες μέρες ξεκούρασης εκεί. Χωρίς σκέψεις και άγχη, χωρίς να ξέρω πότε ακριβώς θα γυρίσω. Θα εξαρτηθεί… Αν πέσω σε νετκαφέ όμως θεωρείστε το σίγουρο ότι θα χωθώ. 

Να είστε καλά και φρόνιμοι. Θα επιστρέψω με καλό φωτορεπορτάζ. Από  όλη την περιοδεία. Γύθειο - Μάνη -Σπήλαια Δυρού και βλέπουμε… Εύχομαι να είναι το καλοκαίρι σας γεμάτο από χαρούμενες, ξέγνοιαστες και δροσερές στιγμές. Καλές  διακοπές σε όσους δεν βρίσκονται ήδη βουτηγμένοι στο νερό.  Να ξεχυθείτε όπου μπορείτε. Πολλά φιλιά. Δεν θ’ αργήσω πάντως. Τι νομίζετε ότι είναι και αυτές οι μέρες;  Ένα κλείσιμο του ματιού…

ΥΓ. Θα περιμένω (C-REAL -Στίχοι μουσική Τάκης Δαμάσχης) χειμωνιάτικο αλλά καλό, μελαχρινό και όμορφο, ενώ το κλιπ γυρισμένο στη Μάνη.

Κάπου μακριά, σκέφτομαι πως θα ‘σαι
άδεια αγκαλιά, μα μη λυπάσαι
Στη μοναξιά, μια παλιά εικόνα
κάθε στιγμή, θα ζει αιώνια

Θα περιμένω, χειμώνας θα ντυθώ
στο γκρίζο θα χαθώ, μέχρι να φέρεις καλοκαίρι
Θα περιμένω, η σκέψη σου φωτιά
τα κρύα πρωινά, μέχρι μια μέρα να γυρίσεις
Θα περιμένω

Ξέρω καλά, πως μαζί μου θα ‘σαι
όπου και αν πας, όπου και να ‘σαι
Και αν θα σε δώ, άραγε ποιος ξέρει
άνεμο ψάχνω, να σε φέρει

 
 
 
 

590.jpg

Έξω από το Γύθειο, πηγαίνοντας για τη Σκάλα, έχει προσαράξει στα ρηχά, εδώ και χρόνια, ένα καράβι από αυτά τα μεταφορικά, τα εμπορικά. Πολυταξιδεμένο σκαρί ήταν, είχε γράψει αρκετά ναυτικά μίλια πριν αποφασίσει να βγει από τον δρόμο. Στο κατάστρωμα και στα εσωτερικά του, είχαν βρει δουλειά άνθρωποι και εμπορεύματα, ζωές κι ελπίδες.

Τα αμπάρια του σήμερα γεμίζουν από τα ψάρια της ρηχής αυτής θάλασσας και από ένα πάθος για ανακάλυψη. Για το άγνωστο και το περίεργο. Κάθε φορά που έλεγα όταν ήμουν παιδί, ότι πάω για μπάνιο στο Βαλτάκι, αυτό που πραγματικά ήθελα ήταν να μπω μέσα στο πλοίο και να το κάνω βόλτα.

Αν δει κάποιος το καράβι πρώτη φορά, θα νομίζει ότι άδειασε η θάλασσα γύρω του. Σα να ρούφηξαν όλο το υγρό στοιχείο και το άφησαν μόνο, σπασμένο να κείτεται. Σαν ένα θαλάσσιο κήτος που αποφάσισε να πεθάνει στην αμμουδιά. Τόσο αλλόκοτο ναυάγιο είναι. Τόσο ερωτικό. Τραβάει σαν μαγνήτης. Φωνάζει να το αρπάξεις. Να μπεις μέσα σου.

Δεν μπορείς να φανταστείς τις εικόνες που κάθε φορά γεμίζουν τη ματιά σου. Υπάρχουν σημεία που μόνο με μάσκα και καλά πνευμόνια, καταφέρνεις να επισκεφθείς. Οι μεγαλύτεροι έλεγαν να προσέχουμε γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να ζει εκεί μέσα.

Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ συνέχεια στο καράβι πήγαινα. Για ένα παράξενο τυχοδιωκτικό λόγο. Το είχα εξερευνήσει όλο. Κι όμως κάθε καλοκαίρι αυτό το πλάσμα άλλαζε. Έλιωνε. Φανέρωνε πλευρές που δεν μπορούσα να δω τις άλλες χρονιές. Μου μιλούσε. Με τα λυγισμένα του σίδερα. Έκλαιγε για το χρόνο που το μαδούσε. Ήθελε παρέα. Το αισθανόμουν.

Μια μέρα αγόρασα ένα φακό από αυτούς της θάλασσας. Πήρα τη στολή της κατάδυσης και ένα βράδυ είπα πως πάω για ψαροντούφεκο. Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα ήθελα για άμυνα και όχι για κυνήγι.

Άφησα το αυτοκίνητο ανάμεσα σε θάμνους για “κάλυψη -απόκρυψη” και με συνωμοτικό ύφος, προσέχοντας μη με δει κανείς επιχείρησα να δω το καράβι μου στο σκοτάδι. Φόρεσα τελετουργικά τη στολή, αλά Τζέιμς Μποντ, τη μάσκα μου και με βήμα αργό και προσεκτικό, προχώρησα.

Είδα μπροστά μου ένα καράβι, όπως δεν το είχα ποτέ φανταστεί. Η νύχτα είχε απλώσει ένα προστατευτικό μαύρο τούλι γύρω του. Σα να το είχε ετοιμάσει για βραδυνή έξοδο.

Έμοιαζε τόσο φρέσκο, τόσο νέο, τόσο καινούργιο. Καμία τρύπα, κανένα σκουριασμένο σημείο, κανένα σπάσιμο. Το καράβι με καλούσε με τις φωνές των κυμάτων που χτυπούσαν τα σωθικά του.

Έκανα πρώτα μία βόλτα γύρω του. Ήθελα να βεβαιωθώ ότι είναι ασφαλές κι ότι είμασταν μόνοι. Ο κίνδυνος μού ανέβαζε την αδρεναλίνη.

Όταν μπήκα μέσα του, το σκοτάδι έγινε απόλυτο. Δεν υπήρχαν σκιές για να με τρομάξουν. Μόνο ήχοι. Πιο δυνατοί από άλλη φορά. Λένε ότι το βράδυ η θάλασσα εκεί φουσκώνει, έτσι και το ηχόχρωμα στα έγκατα του πλοίου αλλάζει. Κάνει πιο βαριά τη φωνή, πιο δύσκολη την απόφαση.

Δεν με ενοχλεί το σκοτάδι. Θα μπορούσα να ταξιδέψω μέσα στο καράβι μου και με κλειστά μάτια. Το ξέρω. Νομίζω ότι το ξέρω. Το νερό με φοβίζει. Έχει μεγαλώσει η στάθμη και πρέπει να χωθώ στη θάλασσα.  ‘Ηρθε μάλλον η ώρα να χρησιμοποιήσω το φακό μου. Όχι για να δώ. Αλλά για να μην κινδυνεύσω.

Άνοιξα το φακό, πήρα την πιο βαθιά ανάσα που μπορούσα και βούτηξα. Κατευθύνθηκα στο τελευταίο αμπάρι του πλοίου. Ήταν πάντα η μεγαλύτερη πρόκληση. Τι θα έβρισκα όμως τώρα εκεί;

Στο πάτωμα, στο λιωμένο πάτωμα και ενωμένο με το βυθό, είδα ένα ξύλινο κιβώτιο. Ήταν η τελευταία εικόνα πριν βρω κάποιο πέρασμα για να ξαναπάρω αέρα.

Τι κιβώτιο ήταν αυτό; Δεν το είχα ξαναδεί. Βέβαια είχα καιρό να μπω στο αμπάρι  και μπορεί κάποιος άλλος…

Η πρόκληση να το ανοίξω, η περιέργεια με είχε εξιτάρει. Προσπάθησα να υπολογίσω τη συντομότερη διαδρομή, έβγαλα το μαχαίρι μου. Σκέφτηκα ότι αν πάθαινα κάτι, δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. Το πάθος μου όμως ήταν μεγαλύτερο από τη λογική.

Οπλίστηκα με θάρρος και διπλάσια ποσότητα αέρα και έφτασα στο κιβώτιο, νωρίτερα απ’ ότι το είχα σχεδιάσει. Άνοιξε με ένα ελαφρύ τράβηγμα και το αμπάρι έλαμψε.

Χρυσός κι ασήμι σε ράβδους, κοσμήματα και πολύτιμοι λίθοι σε θήκες, λαμπύριζαν στο φακό μου. Αντικατόπτριζαν όλη τη ματαιοδοξία μαζεμένη.  Όλα τα όνειρα που εγκαταλείφθηκαν για όλους τους συμβιβασμούς που περίσσευαν.

Άγγιξα το χρυσάφι, σα να άγγιζα την άμμο από το βυθό ήταν. Πνιγόμουν. Έπρεπε να πάρω ανάσα.

Γύρισα στην επιφάνεια. Ένα δάκρυ κύλισε και η ανάσα βγήκε δύσκολα. Τα μάζεψα βιαστικά, ξεντύθηκα κι έφυγα όσο πιο γρήγορα από το πεθαμένο καράβι.

Από τότε δεν μπόρεσε να με αγγίξει ξανά. Έχασε τη μαγεία της προσπάθειας. Για κάποιο λόγο όμως έμεινα να παρακολουθώ τη ζωή του. Μια ζωή σπασμένη.

Αποφάσισα να αποδράσω, να βρω το κομμάτι της μαγείας που με συνάρπαζε, να βάλω χρώμα στη ζωή μου και να τη ζωγραφίσω. Να  ταξιδέψω με την μαγεία μου αγκαλιά, να βάλω μηχανές γρήγορες στα καράβια μου και να χαθώ.

Αν ταξιδέψεις ποτέ στο Γύθειο, δεν θα το βρεις σε οδηγό, στα αξιοθέατα. Αν ψάξεις λίγο όμως, θα βρεις ένα καράβι που στέκεται καρφωμένο. Κι αν σου αρέσει η λάμψη του,  μπορεί και να το ερωτευτείς.  Σου συνιστώ όμως να προσέχεις γιατί “δεν ξέρεις τι μπορεί να ζει εκεί μέσα “.

(φωτό από το καράβι στο Γύθειο)