Νυχτερινή (Διήγημα)


wyse5.jpg

4η Νυχτερινή (”Κουρτίνες”)

- Μα, τι βλέπεις;

Δεν κοιτούσα. Κοιμήθηκα ή μάλλον έφυγα. Πήγα ένα μικρό ταξίδι στην τροχιά του αποσπερίτη. Ήρθαν όλα πάλι. Τα μάτια της, τα χέρια της, οι βραδιές μας. Η γκαρσονιέρα μου στην Δυτικής Θράκης και μετά το 501 στη φοιτητική εστία. Όταν κοιμόμασταν μαζί, δεν είμασταν αγκαλιά. Αλλά τα δάχτυλα των ποδιών της έβρισκαν πάντα τον αχίλλειο τένοντά μου και τον έβαζαν ανάμεσα. Και κλείδωναν. Σαν ασφάλεια. Όπως και να ήμουν γυρισμένος πάντα έβρισκε τον τρόπο να βρει το κλείδωμα. Δεν την έπαιρνε διαφορετικά ο ύπνος.

Είδε και απόειδε και βγήκε στην επίθεση. Πριν το τρένο πιάσει Κατερίνη άλλαξε θέση, πέρασε απέναντι και ήρθε δίπλα μου.

- Μα δεν έχεις καταλάβει τίποτα;

Αυτή τη φορά δεν αποζητούσε λόγια και χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιασε το δεξί μου χέρι πάνω στο τζην. Γερμένος στην πλευρά του παραθύρου με κλειστά τα μάτια και το μυαλό κάπου ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, αντέδρασα αδύναμα. Βρήκε τα δάχτυλα, πέταξε το τσιγάρο που ‘χε σβήσει σχεδόν άκαυτο και φρόντισε να κατευθυνθούν στο στήθος της.

- Τώρα, τι ακούς;

Δεν μίλησα. Έψαχνα ήχους μέσα από το σταυρωμένο μπεζ μπούστο. Με τα χέρια στην αρχή, με τα χείλη μετά. Κι εκείνοι ίδιοι με τα τακούνια, σαν καμπάνες, ρολόγια που χτύπαγαν δυνατά χτυποκάρδια. Σ’ ένα ιδρωμένο και στημένο από τον πόθο στήθος. Θυμάμαι και δυο λεπτεπίλεπτα χέρια που έδειχναν τώρα τανάλιες που ‘σφιγγαν απίστευτα, όταν δεν έψαχναν και τους δικούς μου χτύπους. Άρχισα να συμμετέχω σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι χωρίς όρους και όρια σ’ ένα βαγόνι. Πάνω σε μπορντώ καθίσματα. Μέσα από μια ξεκλείδωτη πόρτα. Σ’ ένα κουπέ που μόλις πρόλαβα να τραβήξω τις κουρτίνες, να μη μας βλέπουν. Κλείνουν στους έξω, ανοίγουν στους μέσα.

Δέσμιος ελευθερωμένος, στην απόφαση, στα χάδια και στα φιλιά του απόλυτου θηλυκού. Της Γυναίκας. Μιας παντελώς άγνωστής μου. Χωρίς άγχη, προαπαιτούμενα και ψυχοφθόρα συναισθήματα αλλά με ένα απερίγραπτο ξεσηκωμό. Το ημίφως του τρένου τα σκέπαζε όλα. Τις ηλικίες, τις φοβίες, τις αμφιβολίες. Φωτιά στα πρώτα κι όλα στα έσχατα. Τα χείλια της είχαν το πάθος γυναίκας που δεν γνωρίζει “πρέπει”, που ήξερε πώς να δίνει και τον τρόπο να παίρνει.

- Πες μου, τι αισθάνεσαι;

Ζεστή φωνή, αντάρα, υπερένταση, ιδρωμένα κορμιά που δεν άντεχαν να περιμένουν. Ή νιώθεις ή είσαι νεκρός.

- Η πόρτα είναι ανοιχτή.

Ψίθυροι άχρηστες λέξεις, άμυνες τρύπιες, από γλώσσες που ‘χαν μιλήσει ήδη. Εδώ ήταν μόνοδρομος. Ή προχωράς ή δραπετεύεις.

- Και λοιπόν; Μήπως μας ξέρει κανείς;

Λέξεις βαριές αναπνοές, καρφιά πάθους, που δεν χώραγαν αντιρρήσεις ή λογικές. Εδώ ήταν η ζωή απόψε. Ή έχεις ή δεν έχεις.

Μέσα από ρούχα μισοβγαλμένα, ακολουθώντας τη ρυθμική κίνηση και καλυμμένοι από τον ήχο του τρένου, κάτω από ένα φωτάκι και πίσω από τις σχεδόν κλειστές κουρτίνες, ενώσαμε τις σάρκες. ΄Εκλεισε τα μάτια κι έμοιαζε να βιώνει το πρωτόγνωρο, αλλά και τόσο δικό της . Ένα κύμα τόσο βαθύ κι ένα ρίγος τόσο ζεστό που πλημμύρισαν κι εμένα και ξέχασα και το πριν και το χώρο και το χρόνο. Οι επιθυμίες της είχαν μεταγγισθεί στο αίμα μου κι έγιναν δικές μου. Το πάθος της πάθος μου.

Ο σταθμός στην Κατερίνη μας βρήκε μαζί. Λαγοκοιμόταν στον ώμο μου, χωρίς να αφήνει λεπτό το χέρι μου από το δικό της. Μπήκε ένα ζευγάρι στην καμπίνα. Σκέφτηκα ότι θα τους φαινόταν υπερβολική και προκλητική η στάση μας, αλλά πλέον δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο. Μου αρκούσε που με κάθε φιλί που της έδινα στο λαιμό -σα να πατούσα ένα κουμπί- εκείνη ανατρίχιαζε. Χαμογέλασαν διακριτικά, συζήτησαν για λίγο χαμηλόφωνα, νύσταξαν κι έπεσαν για ύπνο.

Εκείνο το ταξίδι δεν σταμάτησε στην Κατερίνη. Είχα παρασυρθεί από κείνη, από μένα, από τη νύχτα και το ρυθμό. Γυρίζαμε σαν τρελοί τα βαγόνια, μέσα σε γωνιές, σε σκοτεινούς διαδρόμους, σε λευκά σύννεφα καπνού από τις σωληνώσεις των βαγονιών και καταλήγαμε σε στενά βεσέ. Με τον κόσμο να κοιτάει περίεργα. Με την μυρωδιά του ξαναζεσταμένου στο μπαρ να αναδεύεται με την γεύση του δέρματος. Με την ευλογία της καυτής ανάσας. Αυτό το τρένο δεν είχε προορισμό, ούτε η νύχτα φρένα. Περίσσευαν η φλόγα και η δίψα. Πιοτό από στόμα σε στόμα. Από σώμα σε σώμα. Πέρα από τη γη. Σαν μια έκρηξη κορμιών σε ένα γαλαξία δίνης και ακατάσχετης ενεργειακής έκλυσης. Κοσμογονία.

Όσο χάραζε η μέρα τόσο αποκαλύπτονταν τα πρόσωπα και διαμόρφωναν τα χαρακτηριστικά. Τίμημα κι επιστέγασμα της αξίας της νύχτας κι όλων όσων προσέφερε απλόχερα στο πέρασμά της. Έμοιαζα να έχω φύγει, να έχω διακτινισθεί και να έχω επανέλθει. Δάγκωσα για τελευταία φορά τα χείλη της, σχεδόν τα μάτωσα. Κι εκείνη παραδομένη νικήτρια, κατακτητής κι αιχμάλωτη, στα νυσταγμένα της χαμόγελα ζούσε ακόμα, μέσα στο κάστρο που χτίσαμε στην άμμο του άγνωστου και του αποψινού, το ταξίδι. Από κείνα που οι θέσεις δεν κλείνονται νωρίτερα και τα εισιτήρια δεν τσεκάρονται από τρίτους. Ταξίδια φιλιά.

Ο ήλιος σηκώθηκε για τα καλά. Ένα κουβάρι σωριασμένοι, αποκαμωμένοι κι άϋπνοι σε κάποιο από τα πολλά κουπέ που αλλάξαμε. Με το κεφάλι της στα πόδια μου. Και το χέρι μου στη μέση της. Έξω η τσιμεντούπολη ξύπνησε από τα κορναρίσματα και μας υποδέχτηκε ξάγρυπνους αλλά και μεθυσμένους. Εκείνο το βράδυ έμαθα ότι στον κόσμο και στον έρωτα δεν υπάρχουν ουσιαστικά σύνορα. Δεν υπάρχουν “δεν”. Ούτε ανθρώπινες ράτσες και όρια λήξης, ούτε πρότυπες συσκευασίες σωμάτων. Όλα μέσα μας είναι. Εκεί πλάθονται. Εκεί γοητεύονται κι εκεί πλανεύουν. Οι δε μεθόριοι διαμορφώνονται από τη συνήθεια, την ιδιοτέλεια και το νόμο του ισχυρού. Από την κοινωνία με τις παράλογες δοξασίες και τις περιττές απαιτήσεις της. Από την έλλειψη επαφής μεταξύ μας.

Η νύχτα τα περνάει όλα στο δίσκο των ονείρων. Φέρνει μπροστά, σε πρώτο πλάνο το “μέσα”. Όπως ένα φεγγάρι που από τον μικρόκοσμο της εικόνας σου, έχεις την αίσθηση ότι ταξιδεύει στα βράδια τόσο φωτεινά μόνο για να σ’ ερωτεύεται. Πού σου κρύβεται και σε παίζει πίσω από βουνά και σπίτια κι εσύ αναρωτιέσαι. Σαν θέατρο σκιών που σου γελάει ο χάρτινος ήρωας πίσω απ’ το πανί κι εσύ ζωντανεύεις. Σαν blogs ανωνύμων που σου αρέσουν κι εσύ ποστάρεις, συμμετέχεις και σχολιάζεις. Στις ράγες της ψυχής και των αισθήσεων. Στα ηχοχρώματα του έρωτα.

Τρένο που αργεί να επιστρέψει. Σε παίρνει απ’ τους σταθμούς, σε γαντζώνει σε βαγόνια, σε κυριεύει, σε ταξιδεύει χωρίς λογικές. Τραβώντας τις κουρτίνες, σε κλέβει από την αλήθεια, σε κρύβει από τα συμβατά που πληγώνουν. Κι απ’ το γλυκό μεράκι, αρνείται να σε δώσει, αβίαστα. Στη μέρα.

Αυλαία.

(σύνθεση “Rocket to the moon” by Steve Wyse)

ΥΓ. Το τρένο

Στίχοι: Σόφη Παππά
Μουσική:
Βαγγέλης Βασιλείου
Πρώτη εκτέλεση:
Άννα Βίσση

Βρέθηκα μετά τον χωρισμό στο σταθμό, στο βαγόνι μου,
μια ζωή σε μια αποσκευή
τα νεκρά ονειρά μου,
ξάφνου εκεί μες στο συνωστισμό
μια φωνή τόσο γνώριμη,
μια φωνή που γίνεται κραυγή καθώς λέει το ονομά μου,
και το τρένο ξεκίνησε και εσύ πάλι μακριά μου.

Κι ήθελα τόσα να σου πω
πως σ’ αγαπώ να σου φωνάξω,
αχ να μπορούσα μια ζωή
σε μια στιγμή να την αλλάξω,
κι έγραψα το σ’ αγαπώ στο τζάμι
και μόλις είδα που δάκρυσες,
έτρεχε το δάκρυ μου ποτάμι
γιατί καρδιά μου άργησες.

Τρέχουνε οι πόλεις κι οι σταθμοί
μα εσύ πάντα πλάι μου,
βλέπω την μορφή σου, μου μιλάς
σαν βροχή σαν αέρας,
θέλω να κατέβω στην στροφή
μα η φωνή μου σκορπίζεται,
θέλω να κατέβω στην στροφή
δεν μ’ ακούει κανένας,
και το τρένο πια χάνεται
σαν το φως μιας ημέρας.

Κι ήθελα τόσα να σου πω
πως σ’ αγαπώ να σου φωνάξω,
αχ να μπορούσα μια ζωή
σε μια στιγμή να την αλλάξω,
κι έγραψα το σ’ αγαπώ στο τζάμι
και μόλις είδα που δάκρυσες,
έτρεχε το δάκρυ μου ποτάμι
γιατί καρδιά μου άργησες.


147545554_7ba112ee82_m.jpg

3η Νυχτερινή (”Αλήθειες”)







 - Πόσο είσαι;

Με ρώτησε σιγανά κάποια στιγμή και αναίτια γιατί ήξερε πάνω κάτω. Πρέπει να ήταν η γυναικεία φιλαρέσκεια. Ήθελε να ακούσει ότι έπινε καφέ και ξεμοναχιαζόταν στα κουπέ του τρένου μ’ ένα νεαρό. Η κατάκτηση του καινούργιου αίματος, του φρέσκου, του απαίδευτου, του ορμητικού. Οι λέξεις- κύτταρα που έψαχναν αιτία ν’ απελευθερωθούν.

- 24. Εσύ ;

Χαμογέλασα για πρώτη φορά κανονικά. Ήταν αγένεια. Δεν θα ‘πρεπε να ρωτήσω. Φαινόταν μεγάλη. Που πάλευε κυρίως με το ταμπεραμέντο της να κρατηθεί νέα και ζωντανή. Κι αυτό την έκανε ακόμα πιο γοητευτική. Είχε καιρό να τα βάψει στο φυσικό ξανθό τους και τα μαλλιά της άσπριζαν κατά τόπους στη ρίζα. Η γεννημένη ομορφιά της κάλυπτε τις αυλακιές του χρόνου. Μεγάλα γαλανά μάτια χωρίς σχεδόν μακιγιάζ. Λεπτά δάχτυλα και ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα. Αγέρωχη κορμοστασιά που έχουν -και χαίρεσαι να τις βλέπεις- οι περήφανες Μακεδόνισσες.

Όταν άκουσε το 24, άπλωσε ένα τεράστιο χαμόγελο ικανοποίησης και απέκτησε ένα βλέμμα ζεστό, ανάμικτο τρυφερότητας και αφοσίωσης. Τα χέρια της αμήχανα κατευθύνθηκαν στα κοντοκομμένα μαλλιά της, τα ανασήκωσε και τα χτένισε πρόχειρα βουτώντας μέσα τους τα δάχτυλα, σα να ήθελε να τους δώσει αέρα και όγκο. Διόρθωσε τη πεσμένη ράντα από το μπεζ φουστάνι, που σταύρωνε στο στήθος. Ανασηκώθηκε ελαφρά και κουνώντας κυκλικά τους γοφούς έκατσε σταυροπόδι στρώνοντας τις ζάρες, προσφέροντάς μου θέα σε μια από τις κομψότερες γάμπες που είχα ματαδεί. Ασυναίσθητα ή συνειδητά τόνιζε ό,τι λαμπρό ζωγράφισε η φύση επάνω της. Την έσπρωχνε μια εσωτερική ανάγκη να προβάλλει τον καθρέφτη της. Την πάντα νέα, όμορφη και τσαχπίνα γυναίκα. Άναψε τσιγάρο. Το κράτησε ψηλά λυγώντας πρώτα τον αγκώνα, μετά τον καρπό και με αυτοπεποίθηση απάντησε στην ερώτηση.

- Μάλιστα! Εσύ βρε είσαι πολύ νέος. Έχεις δεσμό; Φαντάζομαι πως έχεις…

Γέλασε ναζιάρικα και παιδικά με πρόδηλα φιλικό ενδιαφέρον, απαντώντας μόνη της αλλά και πάλι προχωρώντας ένα βήμα και με κάποια υποφαινόμενη αγωνία.

Χα, χα! ‘Ημουν σίγουρος ότι έκρυβε και 4-5 χρόνια. Αλλά τα μάτια της είχαν μια λαχτάρα και αυτό το βλέμμα το ερωτικό ενός μικρού κοριτσιού. Δε μ’ ενόχλησε ούτε η διαφορά στην ηλικία ούτε ο τρόπος που αντέδρασε από το σταθμό και το πώς το χειρίστηκε ως τώρα. Αυτήν εξιδανίκευα εξάλλου. Την ειλικρίνεια στις σχέσεις, στις φιλίες. Να καταλαβαίνω τον άλλο. Ακόμα και στην υπεκφυγή, στο γλυκό και άδολο ψέμα. Άρχισα να τη συμπαθώ αν και ήταν έξω απ’ τις επιδιώξεις μου. Μου άρεσε που έβλεπα κάτι το αυθεντικό. Ένα τέλειο θηλυκό.

- Όχι…Δηλαδή …είχα… αλλά μας τέλειωσε….

Αποκρίθηκα μακρόσυρτα και απογοητευμένα από την αλήθεια του λόγου, σα να ήθελα να περιγράψω τα παλιά αλλά με την πρόθεση να τα ξορκίσω. Για άλλη μια φορά όμως είχα συνειδητά συμπεριλάβει το “πριν” στη σκέψη μου, σαν τίτλο που κουβαλούσα. Με διέκοψε απότομα.

- Εκείνη έχασε.

Την φράση της αυτή την τελευταία την θυμάμαι σαν σήμερα, αναλλοίωτη. Με την ίδια ένταση. Με την ίδια συνοφρυωμένη όψη. Τόσο σίγουρη κι απόλυτη. Δεν ήταν ένα απλό κοπλιμέντο. Δεν ήξερε τίποτα για τα δικά μου. Μίλησε όμως κοφτά και θυμωμένα. Άρχισε μετά να δείχνει πιο ελεύθερη και τολμηρή. Έσκαγε χαμόγελα, έκανε χειρονομίες, έλεγε ανέκδοτα και παραμύθια. Παρατηρούσε τις τελευταίες σκιές του ήλιου και τα παιχνίδια του στα κτίρια, στα βουνά και στα χωράφια. Και τα παρομοίαζε με μια συνάδελφό της στη δουλειά, με την γειτόνισσα όταν απλώνει ρούχα, με τον μπακάλη όταν κόβει το τυρί.

Στη Θεσσαλονίκη παραμείναμε μισή ώρα περίπου. Είχε ήδη πέσει το σκοτάδι. Δέκα η ώρα. Πήγαμε για μπύρες στο μπαρ. Ήρθαμε πιο κοντά. Μετά γυρίζοντας στο κουπέ κατά σύμπτωση δεν είχε μπει κανείς. Το τρένο ξεκίνησε πάλι. Πέρασε ο ελεγκτής, μας τρύπησε τα εισιτήρια. Η ματιά μου έφυγε πάλι έξω στο πουθενά καθώς μόνο φώτα μου ‘δειχνε κι ένα φεγγάρι που ‘στελνε οβάλ θαμπάδα. Εικόνα μαγική. Στρογγυλές μπάλλες γυαλιστερές, αστέρια χαμένα στο χρόνο, λαμπιόνια που καθρέφτιζαν στο παράθυρο. Και το τζι-αρ να φέγγει δίδυμο φεγγάρι, σε δάχτυλα κίτρινα από τις ρουφηξιές στη νικοτίνη, βαθιές βουτιές στη λήθη, βάλσαμο στην αλήθεια.

2-trenes-rojos-ch.jpg

2η Νυχτερινή (”Βαγόνια”)

- Σε ποιο βαγόνι είσαι;Πριν πω τον αριθμό που έγραφε το εισιτήριο, ήξερα ήδη ότι είχα αποκτήσει παρέα γι αυτό το βράδυ. Μια παρέα που δεν αναζήτησα, δεν έψαξα, δεν κυνήγησα. Μία γυναίκα συνηθισμένη και προφανώς μόνη, ζητούσε συντροφιά. Ήταν φανερό. Και δεν μπορούσα ή μάλλον δεν ήθελα να την αποφύγω.- 345Α.Δεν ήξερα όμως αν άντεχα κάποιον ή κάποια να περάσουμε μαζί όλο το βράδυ. Ήταν ένα ταξίδι 13-14 ωρών. Από τις 6 το απόγευμα. Μάλλον δεν με απασχολούσε. Ίσως να με συγκίνησε και να εκτίμησα το ενδιαφέρον της, αλλά μέχρι εκεί. Ένα απόγευμα συννεφιασμένης Κυριακής ήταν. Που επέστρεφα. Σε μια πραγματικότητα που πληγώνει όταν σε καταβάζει από τα σύννεφα στην απτή αλήθεια της. Ένα ακόμα μέτριο και σκυμμένο δειλινό. Που το πορτοκαλί του έπνιγε το γαλάζιο και κατάπινε τη μέρα, χωρίς κανείς να θέλει να του φέρει εμπόδιο. Να χαλάσει το πεπρωμένο. Κι ό,τι γράφει στη μοίρα του καθενός.

- Ω!, πρέπει να αλλάξω το εισιτήριο, είπε προετοιμασμένη και με ύφος πανικού. Πιστεύω να γίνεται να αλλάζει. Μη φύγεις…

Κατάλαβα ότι “κάτι συμβαίνει εδώ”, αλλά και πώς να φύγω. Σαράντα νοματαίοι όλοι κι όλοι θα ανεβαίναμε. Και γιατί στην τελική να κρυφτώ; Ένας γοητευτικός κίνδυνος ήταν.

- Ρωτήστε, την παρακίνησα με προσποιητό ενδιαφέρον.

Μετά από μια ώρα καθυστέρησης, πέρασε επιτέλους και μας πήρε το τρένο. Αφετηρία Ορμένιο, Έβρος. Προορισμός Σταθμός Λαρίσης, Αθήνα. Εννέα βαγόνια με κουπέ και διάδρομο στην άκρη, τρία απλά με διπλή σειρά καθισμάτων, ένα διαμορφωμένο σε μπαρ -εστιατόριο και του μηχανοδηγού. Οι επιβαίνοντες συνήθως μουσουλμάνοι της Θράκης, τα τσαντόρ στις γυναίκες τους με τα καλάθια στα χέρια τούς προσδιόριζαν, τσιγγάνοι, αγρότες απ’ τα χωριά, στρατιώτες αλλά και πολλοί φοιτητές κυρίως από Ξάνθη - Κομητηνή. Η σχεδόν πάντα ίδια ανθρωπογεωγραφία της επιβατικής. Κάθε τέλος εξεταστικής οι φοιτητές ήταν πλειοψηφία. Εγώ περιμένοντας τα αποτελέσματα, άργησα την επιστροφή. Ίσως και να μην ήθελα να φύγω. Να κρατήσω ακόμα. Η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία. Μπας κι αλλάξει κάτι.

Η 604 θα έκανε ένα μεγάλο κύκλο περνώντας από σύνορα και τη μαγευτική λίμνη Δοϊράνη με τα πολύχρωμα ξενοπούλια, πριν βγεί στη Θεσσαλονίκη. Σε όλη αυτή τη διαδρομή αλλάξαμε πολλά βαγόνια και πολλές θέσεις. Στην αρχή σε ένα βαγόνι σαν λεωφορείο με αντικρυστές θέσεις, παραπονέθηκε ότι κάνει κρύο. Χαιρέτησε μια γνωστή της που είχαν βγάλει μαζί εισιτήριο και μου ζήτησε ευγενικά και σα να με ήξερε χρόνια, να κοιτάξω για κάτι πιο ζεστό. Με ακολούθησε. Όμως στην πραγματικότητα με οδηγούσε. Σταθήκαμε στο μπαρ για καφέ.

Καταλήξαμε σ’ ένα βαγόνι που κόλλησε έξω από το Κιλκίς καινούργιο, καθαρό και άδειο. Κλειστήκαμε σε ένα κουπέ με σωμόν ξεθωριασμένες κουρτίνες και μπορντώ καθίσματα. Κάθησε απέναντί μου. Μου μιλούσε για την καθημερινότητά της. Για τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς της. Μια ζωντανή γυναίκα, ένας άνθρωπος με φιλοδοξίες, που κάνει τόσα όνειρα, αλλά και με ολοφάνερες ελλείψεις. Την άκουγα ευχάριστα, αλλά ήμουν καρφωμένος στο παράθυρο, στον κόσμο και στη μέρα που έφευγαν βιαστικά. Μου έκλεινε το μάτι με νόημα ο ήλιος καθώς έφευγε. Η νύχτα έριχνε για σεντόνι ένα βαθύ μπλε δίχτυ που σκέπαζε ενοχές κι έσβηνε ίχνη από τα χρόνια που πέρασαν. Τσιγάρο στο τσιγάρο. Βαγόνι στο βαγόνι.

(πίνακας “dos trenes rohos” by Diego Manuel”)

ΥΓ. Χρόνια Πολλά κι ευτυχισμένα σε όλες τις Μαρίες του κόσμου. Επίσης πολύχρονες οι Δέσποινες, Παναγιώτηδες και Παναγιώτες και όλα τα ονόματα που γιορτάζουν ανήμερα της Παναγίας. Ειδικότερα, στις διαδικτυακές μου αγαπημένεςτην νεφέλη τ’ ουρανού μου (γιορτάζει τώρα) την ηλιαχτίδα (δεν γιορτάζει τώρα) την Μαρία την μικρή (γιορτάζει ανάλογα) την Μαριλένα (που γιορτάζει δυο φορές) και μια ακόμη που δεν είναι σωστό να αποκαλύψω το όνομά της

metropolitan-station-print-c12079862.jpeg

1η Νυχτερινή (”Σταθμοί”)

- Ένα φοιτητικό με την 604 για Αθήνα, παρακαλώ.- Το τρένο θα αργήσει λίγη ώρα. Περιμένει ακόμα να δέσει μια ανταπόκριση στη Δράμα.

- Ευχαριστώ, δε βιάζομαι.

Στο μπράτσο σκούρο λεπτό σακάκι, γαλάζιο πουκάμισο με γυρισμένα τα μανίκια και δυο κουμπιά ανοιχτό, τζην παντελόνι με χοντρή μαύρη ζώνη. Δροσερό κι ανήλιαγο εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα. Τέλη Μάρτη και αρχές μίας παλιάς δεκαετίας. Ξανάβαλα το πάσο στην κωλότσεπη, έριξα μια ματιά στον τοίχο που γέμιζε μόνο με τους τεράστιους λεπτοδείχτες και περίμενα στην αίθουσα δίπλα στο εκδοτήριο. Πριν λίγες μέρες βγήκαν τα αποτελέσματα της εξεταστικής κι έπαιρνα το δρόμο για την Αθήνα με την ίδια νυχτερινή αμαξοστοιχία που καταβαίνω όλα αυτά τα χρόνια.

Αγαπούσα αυτό το τρένο. Η ελευθερία της κίνησης από τη μια αλλά και η ανάμιξη με κόσμο τόσο διαφορετικό με προκαλούσε και με απαγκίστρωνε από την ανία της πολύωρης διαδρομής. Απ’ το παράθυρό του μπορούσες να κάνεις παράλληλα μια δεύτερη εκδρομή. Μέσα στη φύση, στον άνεμο στην διεύθυνση που λυγάνε τα σπαρτά και οι κορφές στα κυπαρίσσια. Στο σούρουπο, στα χρώματα, στ’ αποσκιερά αλλά και στον ουρανό. Στ΄ αστέρια, στα σύννεφα, στις πολλές αναμνήσεις που πλανώνται και στα όνειρα που αποπλανώνται μεταξύ τους. Τα βράδια οι πιο πολλοί επιβάτες κοιμούνται. Γέρνουν με τρόπο στα προσκέφαλα και κάνουν ότι κοιτάνε έξω. Στην πραγματικότητα μαγκώνουν ένα χαρτονάκι στη χούφτα για τον ελεγκτή και αφήνονται στην αγαλλιασμένη αγκαλιά του Μορφέα.

Πήρα μια εφημερίδα, έσυρα το σάκο κάθετα στα πόδια και χώθηκα στο φαρδύ παγκάκι του σχεδόν άδειου σταθμού περιμένοντας. Καταπιάστηκα με τις σελίδες αλλά στην άκρη του ματιού παρατηρούσα τους συνταξιδιώτες που αργά αλλά σταθερά έκαναν ουρά στο γκισέ. Άνθρωποι με ακριβά αλλά και με πρόχειρα ρούχα, σκουρόχρωμοι, ανοιχτοί. Με βαλίτσες ή σακβουαγιάζ, με νάυλον σακούλες και τάπερ με φαγητό. Έβγαζαν εισιτήριο και οι περισσότεροι έβγαιναν στις αποβάθρες. Σύντομα αντιλήφθηκα δυο μάτια. Γύριζαν στο χώρο και μια στιγμή φρέναραν επάνω μου. Όταν διαπίστωσε ότι το κατάλαβα με πλησίασε.

Είχαν περάσει κάποιοι μήνες από τότε που έκλεισε τον κύκλο της μια γλυκιά στενή σχέση τριών ετών. Μια σχέση με κυρίαρχο στοιχείο της την ολοκληρωτική επαφή και την ψυχική πληρότητα. Αν πω ότι μετά τη συνειδητοποίηση του χωρισμού έχασα τον εαυτό μου και τις άκρες μου θα ήταν λίγο. Όφειλα όμως στο λοιπόν να συνεχίσω ν’ ανασαίνω, να τροποποιήσω ζωή και τρόπο σκέψης στα νέα δεδομένα. Μια ζωή όχι και τόσο συνηθισμένη σε συγκινήσεις κι απογοητεύσεις. Άλλαξα λόγους για να χαμογελάω. Λιγόστεψαν και οι αιτίες για να κάνω αστεία. Σοβάρεψα απότομα. Μεγάλωσα απ’ τις εμπειρίες, τις ευθύνες των πράξεων και τις πίκρες των ανεκπλήρωτων δεσμεύσεων.

Τα τακούνια της ακούγονταν σωστό ρολόι, χτύποι καρδιάς. Στον ψηλοτάβανο πετρόχτιστο σιδηροδρομικό σταθμό, ηχούσαν κι αντηχούσαν σαν καμπάνες αφήνοντας μια επωδό κάθε φορά. Ένας σταθερός τόνος αλλά σε διπλό χρόνο. Αρκούσε για να γυρίσεις να κοιτάξεις. Είχε πολλά περισσότερα μετά να φαντασιωθείς και τα πάντα -με θέληση και λίγη τύχη- για ν’ αποζητήσεις.

Μπορώ να πω ότι ήμουν πλέον και σχετικά “κάπως” με το αντίθετο φύλο. Δεν το έψαχνα για ευνόητους λόγους. Όχι ότι με συνάρπαζε το σπορ και πριν. Πέρα από τη σύντροφό μου δεν προβληματιζόμουν για άλλες περιπτώσεις. Δεν γύριζα στο δρόμο, ούτε πρόσεχα ιδιαίτερα στη Σχολή, στις καφετέριες και στα μπαράκια. Έμοιαζα να έχω καλυφθεί και να έχω αφιερώσει την τωρινή και την υπόλοιπη πορεία μου. Τη δουλειά μου, το σπίτι μου, την οικογένειά μου πάντα την λογάριαζα διπλά. Λάμβανα σοβαρά υπόψη πριν πάρω κάποια απόφαση και τη γνώμη της. Άλλες φορές τη ρωτούσα, τις πιο πολλές όμως ήξερα τις ιδέες της κι ενεργούσα ανάλογα. Δεν θυμάμαι να τη ζήλευα. Αλλά χωρίς εκείνη ένιωθα μισός. Μαζί της τα είχα όλα.

- Συγνώμη, στην Αθήνα πηγαίνετε;

Γύρισα το βλέμμα από την εφημερίδα και προσπάθησα να φτιάξω ένα χαμόγελο.

- Ναι, στην Αθήνα.

Τώρα όμως που βρέθηκα μόνος, συνειδητοποίησα ότι αργά ή γρήγορα θα έμπαινα πάλι στη προαιώνια βάσανο να διεκδικώ μια γυναίκα. Είχα ξεχάσει ή δε μ’ απασχολούσε αυτό το παιχνίδι. Ήταν κάτι που υπερέβαινε ορμών και αναγκών. Της φυσικής έλξης ετερονύμων. Ένα συναισθηματικό κενό. Ένα άδειασμα υπήρχε. Ένα μυαλό σε αναδιοργάνωση. Που διοχετεύτηκε μετά τον Γενάρη αλλού. Σε συνελεύσεις, συνέδρια, συνδιασκέψεις, συνομιλίες, συναντήσεις. Όλα τα “συν” που μπορούσαν να αντικαταστήσουν μέσα μου την έννοια της επαφής, της συντροφικότητας και της αφοσίωσης. Απευθυνόμουν πλέον σε συναδέλφους, συμφοιτητές, συνανθρώπους. Συνεργάστηκα και με καθηγητές στο ένα μάθημα που μου είχε μείνει - στα “σίδερα-ξύλα” όπως τα λέγαμε - και στην διπλωματική μου. Είχα και φίλους που με άντεξαν, αλλά και γνωστούς που μου στάθηκαν πιο πολύ κι από φίλοι. Κι έδωσαν σημαντικά διέξοδα.

- Ξέρετε επειδή ταξιδεύω μόνη μου, θα ήθελα να σας παρακαλέσω αν κι εσείς θέλετε, να ταξιδέψουμε παρέα.

Φαινόταν γυναίκα που μπορούσε να ταξιδέψει μόνη της, αρκετά θαραλλέα κι αποφασισμένη, έμοιαζε να ξέρει τι θέλει.

- Κανένα πρόβλημα.

Δεν είχα σκέψεις πλέον. Δεν με ενδιέφερε, το πώς και το γιατί. Ούτε για το τέλος της φοιτητικής μου ζωής που πλησίαζε είχα χαρά. Έζησα όμως όμορφα εδώ. Τόσο απρογραμμάτιστα, τόσο χαλαρά και τρελά μαζί. Ονειρικά θα έλεγα. Διαβάσματα της τελευταίας στιγμής σε νύχτες αγωνίας για τα τεστ, την παράδοση των σχεδίων και τις εξετάσεις. Αλλά και νύχτες παρορμητικές, πλάνης, υγρές κι ατέλειωτες. Έφευγα από έναν τόπο που είχα δώσει πολλά και είχα κάνει αμέτρητα σενάρια για την επόμενη μέρα. Με κείνη. Ήταν τόσο δικιά μου. Έτσι πίστευα βλακωδώς. Κι όμως τόσο απλά, για γελοίους λόγους, τα άδειασε όλα με μια κίνηση. “Δεν θα σε ξεχάσω. Ήσουν αφετηρία και σταθμός μαζί”, η τελευταία της φράση και χωρίς να μπορεί να με κοιτάξει έκλεισε πίσω της την πόρτα.

(πίνακας “Μetropolitan Station” by Brent Heighton)