Αύγουστος 16, 2007
4η Νυχτερινή-τέλος
Posted by vasilis under Best of, Νυχτερινή (Διήγημα), Πεζά, Ταξίδια[39] Comments
4η Νυχτερινή (”Κουρτίνες”)
- Μα, τι βλέπεις;
Δεν κοιτούσα. Κοιμήθηκα ή μάλλον έφυγα. Πήγα ένα μικρό ταξίδι στην τροχιά του αποσπερίτη. Ήρθαν όλα πάλι. Τα μάτια της, τα χέρια της, οι βραδιές μας. Η γκαρσονιέρα μου στην Δυτικής Θράκης και μετά το 501 στη φοιτητική εστία. Όταν κοιμόμασταν μαζί, δεν είμασταν αγκαλιά. Αλλά τα δάχτυλα των ποδιών της έβρισκαν πάντα τον αχίλλειο τένοντά μου και τον έβαζαν ανάμεσα. Και κλείδωναν. Σαν ασφάλεια. Όπως και να ήμουν γυρισμένος πάντα έβρισκε τον τρόπο να βρει το κλείδωμα. Δεν την έπαιρνε διαφορετικά ο ύπνος.
Είδε και απόειδε και βγήκε στην επίθεση. Πριν το τρένο πιάσει Κατερίνη άλλαξε θέση, πέρασε απέναντι και ήρθε δίπλα μου.
- Μα δεν έχεις καταλάβει τίποτα;
Αυτή τη φορά δεν αποζητούσε λόγια και χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιασε το δεξί μου χέρι πάνω στο τζην. Γερμένος στην πλευρά του παραθύρου με κλειστά τα μάτια και το μυαλό κάπου ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, αντέδρασα αδύναμα. Βρήκε τα δάχτυλα, πέταξε το τσιγάρο που ‘χε σβήσει σχεδόν άκαυτο και φρόντισε να κατευθυνθούν στο στήθος της.
- Τώρα, τι ακούς;
Δεν μίλησα. Έψαχνα ήχους μέσα από το σταυρωμένο μπεζ μπούστο. Με τα χέρια στην αρχή, με τα χείλη μετά. Κι εκείνοι ίδιοι με τα τακούνια, σαν καμπάνες, ρολόγια που χτύπαγαν δυνατά χτυποκάρδια. Σ’ ένα ιδρωμένο και στημένο από τον πόθο στήθος. Θυμάμαι και δυο λεπτεπίλεπτα χέρια που έδειχναν τώρα τανάλιες που ‘σφιγγαν απίστευτα, όταν δεν έψαχναν και τους δικούς μου χτύπους. Άρχισα να συμμετέχω σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι χωρίς όρους και όρια σ’ ένα βαγόνι. Πάνω σε μπορντώ καθίσματα. Μέσα από μια ξεκλείδωτη πόρτα. Σ’ ένα κουπέ που μόλις πρόλαβα να τραβήξω τις κουρτίνες, να μη μας βλέπουν. Κλείνουν στους έξω, ανοίγουν στους μέσα.
Δέσμιος ελευθερωμένος, στην απόφαση, στα χάδια και στα φιλιά του απόλυτου θηλυκού. Της Γυναίκας. Μιας παντελώς άγνωστής μου. Χωρίς άγχη, προαπαιτούμενα και ψυχοφθόρα συναισθήματα αλλά με ένα απερίγραπτο ξεσηκωμό. Το ημίφως του τρένου τα σκέπαζε όλα. Τις ηλικίες, τις φοβίες, τις αμφιβολίες. Φωτιά στα πρώτα κι όλα στα έσχατα. Τα χείλια της είχαν το πάθος γυναίκας που δεν γνωρίζει “πρέπει”, που ήξερε πώς να δίνει και τον τρόπο να παίρνει.
- Πες μου, τι αισθάνεσαι;
Ζεστή φωνή, αντάρα, υπερένταση, ιδρωμένα κορμιά που δεν άντεχαν να περιμένουν. Ή νιώθεις ή είσαι νεκρός.
- Η πόρτα είναι ανοιχτή.
Ψίθυροι άχρηστες λέξεις, άμυνες τρύπιες, από γλώσσες που ‘χαν μιλήσει ήδη. Εδώ ήταν μόνοδρομος. Ή προχωράς ή δραπετεύεις.
- Και λοιπόν; Μήπως μας ξέρει κανείς;
Λέξεις βαριές αναπνοές, καρφιά πάθους, που δεν χώραγαν αντιρρήσεις ή λογικές. Εδώ ήταν η ζωή απόψε. Ή έχεις ή δεν έχεις.
Μέσα από ρούχα μισοβγαλμένα, ακολουθώντας τη ρυθμική κίνηση και καλυμμένοι από τον ήχο του τρένου, κάτω από ένα φωτάκι και πίσω από τις σχεδόν κλειστές κουρτίνες, ενώσαμε τις σάρκες. ΄Εκλεισε τα μάτια κι έμοιαζε να βιώνει το πρωτόγνωρο, αλλά και τόσο δικό της . Ένα κύμα τόσο βαθύ κι ένα ρίγος τόσο ζεστό που πλημμύρισαν κι εμένα και ξέχασα και το πριν και το χώρο και το χρόνο. Οι επιθυμίες της είχαν μεταγγισθεί στο αίμα μου κι έγιναν δικές μου. Το πάθος της πάθος μου.
Ο σταθμός στην Κατερίνη μας βρήκε μαζί. Λαγοκοιμόταν στον ώμο μου, χωρίς να αφήνει λεπτό το χέρι μου από το δικό της. Μπήκε ένα ζευγάρι στην καμπίνα. Σκέφτηκα ότι θα τους φαινόταν υπερβολική και προκλητική η στάση μας, αλλά πλέον δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο. Μου αρκούσε που με κάθε φιλί που της έδινα στο λαιμό -σα να πατούσα ένα κουμπί- εκείνη ανατρίχιαζε. Χαμογέλασαν διακριτικά, συζήτησαν για λίγο χαμηλόφωνα, νύσταξαν κι έπεσαν για ύπνο.
Εκείνο το ταξίδι δεν σταμάτησε στην Κατερίνη. Είχα παρασυρθεί από κείνη, από μένα, από τη νύχτα και το ρυθμό. Γυρίζαμε σαν τρελοί τα βαγόνια, μέσα σε γωνιές, σε σκοτεινούς διαδρόμους, σε λευκά σύννεφα καπνού από τις σωληνώσεις των βαγονιών και καταλήγαμε σε στενά βεσέ. Με τον κόσμο να κοιτάει περίεργα. Με την μυρωδιά του ξαναζεσταμένου στο μπαρ να αναδεύεται με την γεύση του δέρματος. Με την ευλογία της καυτής ανάσας. Αυτό το τρένο δεν είχε προορισμό, ούτε η νύχτα φρένα. Περίσσευαν η φλόγα και η δίψα. Πιοτό από στόμα σε στόμα. Από σώμα σε σώμα. Πέρα από τη γη. Σαν μια έκρηξη κορμιών σε ένα γαλαξία δίνης και ακατάσχετης ενεργειακής έκλυσης. Κοσμογονία.
Όσο χάραζε η μέρα τόσο αποκαλύπτονταν τα πρόσωπα και διαμόρφωναν τα χαρακτηριστικά. Τίμημα κι επιστέγασμα της αξίας της νύχτας κι όλων όσων προσέφερε απλόχερα στο πέρασμά της. Έμοιαζα να έχω φύγει, να έχω διακτινισθεί και να έχω επανέλθει. Δάγκωσα για τελευταία φορά τα χείλη της, σχεδόν τα μάτωσα. Κι εκείνη παραδομένη νικήτρια, κατακτητής κι αιχμάλωτη, στα νυσταγμένα της χαμόγελα ζούσε ακόμα, μέσα στο κάστρο που χτίσαμε στην άμμο του άγνωστου και του αποψινού, το ταξίδι. Από κείνα που οι θέσεις δεν κλείνονται νωρίτερα και τα εισιτήρια δεν τσεκάρονται από τρίτους. Ταξίδια φιλιά.
Ο ήλιος σηκώθηκε για τα καλά. Ένα κουβάρι σωριασμένοι, αποκαμωμένοι κι άϋπνοι σε κάποιο από τα πολλά κουπέ που αλλάξαμε. Με το κεφάλι της στα πόδια μου. Και το χέρι μου στη μέση της. Έξω η τσιμεντούπολη ξύπνησε από τα κορναρίσματα και μας υποδέχτηκε ξάγρυπνους αλλά και μεθυσμένους. Εκείνο το βράδυ έμαθα ότι στον κόσμο και στον έρωτα δεν υπάρχουν ουσιαστικά σύνορα. Δεν υπάρχουν “δεν”. Ούτε ανθρώπινες ράτσες και όρια λήξης, ούτε πρότυπες συσκευασίες σωμάτων. Όλα μέσα μας είναι. Εκεί πλάθονται. Εκεί γοητεύονται κι εκεί πλανεύουν. Οι δε μεθόριοι διαμορφώνονται από τη συνήθεια, την ιδιοτέλεια και το νόμο του ισχυρού. Από την κοινωνία με τις παράλογες δοξασίες και τις περιττές απαιτήσεις της. Από την έλλειψη επαφής μεταξύ μας.
Η νύχτα τα περνάει όλα στο δίσκο των ονείρων. Φέρνει μπροστά, σε πρώτο πλάνο το “μέσα”. Όπως ένα φεγγάρι που από τον μικρόκοσμο της εικόνας σου, έχεις την αίσθηση ότι ταξιδεύει στα βράδια τόσο φωτεινά μόνο για να σ’ ερωτεύεται. Πού σου κρύβεται και σε παίζει πίσω από βουνά και σπίτια κι εσύ αναρωτιέσαι. Σαν θέατρο σκιών που σου γελάει ο χάρτινος ήρωας πίσω απ’ το πανί κι εσύ ζωντανεύεις. Σαν blogs ανωνύμων που σου αρέσουν κι εσύ ποστάρεις, συμμετέχεις και σχολιάζεις. Στις ράγες της ψυχής και των αισθήσεων. Στα ηχοχρώματα του έρωτα.
Τρένο που αργεί να επιστρέψει. Σε παίρνει απ’ τους σταθμούς, σε γαντζώνει σε βαγόνια, σε κυριεύει, σε ταξιδεύει χωρίς λογικές. Τραβώντας τις κουρτίνες, σε κλέβει από την αλήθεια, σε κρύβει από τα συμβατά που πληγώνουν. Κι απ’ το γλυκό μεράκι, αρνείται να σε δώσει, αβίαστα. Στη μέρα.
Αυλαία.
(σύνθεση “Rocket to the moon” by Steve Wyse)
ΥΓ. Το τρένο
Στίχοι: Σόφη Παππά
Μουσική: Βαγγέλης Βασιλείου
Πρώτη εκτέλεση: Άννα Βίσση
Βρέθηκα μετά τον χωρισμό στο σταθμό, στο βαγόνι μου,
μια ζωή σε μια αποσκευή
τα νεκρά ονειρά μου,
ξάφνου εκεί μες στο συνωστισμό
μια φωνή τόσο γνώριμη,
μια φωνή που γίνεται κραυγή καθώς λέει το ονομά μου,
και το τρένο ξεκίνησε και εσύ πάλι μακριά μου.
Κι ήθελα τόσα να σου πω
πως σ’ αγαπώ να σου φωνάξω,
αχ να μπορούσα μια ζωή
σε μια στιγμή να την αλλάξω,
κι έγραψα το σ’ αγαπώ στο τζάμι
και μόλις είδα που δάκρυσες,
έτρεχε το δάκρυ μου ποτάμι
γιατί καρδιά μου άργησες.
Τρέχουνε οι πόλεις κι οι σταθμοί
μα εσύ πάντα πλάι μου,
βλέπω την μορφή σου, μου μιλάς
σαν βροχή σαν αέρας,
θέλω να κατέβω στην στροφή
μα η φωνή μου σκορπίζεται,
θέλω να κατέβω στην στροφή
δεν μ’ ακούει κανένας,
και το τρένο πια χάνεται
σαν το φως μιας ημέρας.
Κι ήθελα τόσα να σου πω
πως σ’ αγαπώ να σου φωνάξω,
αχ να μπορούσα μια ζωή
σε μια στιγμή να την αλλάξω,
κι έγραψα το σ’ αγαπώ στο τζάμι
και μόλις είδα που δάκρυσες,
έτρεχε το δάκρυ μου ποτάμι
γιατί καρδιά μου άργησες.











