Δεκέμβριος 6, 2007
Παραμύθια
Νοέμβριος 27, 2007
Ήταν κάποτε στους καιρούς των ιπποτών και των κάστρων μια όμορφη κόρη, η Σμαραγδένια.
“Γεννήθηκε σε ένα σύννεφο”.
Έτσι έγραφε το σημείωμα που βρήκε η πυργοδέσποινα όταν αντίκρυσε ένα στρουμπουλό μωρό στην εξώπορτα του πύργου της. Με την πρωϊνή πάχνη και μέσα σε ένα καλάθι με σκεπάσματα λαμπερά λευκά, σαν συννεφένια. Δεν έκλαιγε. Είχε ένα πρόσωπο φεγγάρι ζωγραφισμένο και τα μάτια της σκόρπιζαν μια έντονη πρασινογάλανη λάμψη. Σα σμαράγδια. Σαν την ελπίδα που ξημέρωσε εκείνη τη μέρα στη καρδιά της πυργοδέσποινας, μια ελπίδα που εξαπλώθηκε σε όλο το κάστρο, σε όλο το βασίλειο.
Το ίδιο απόγευμα η βασίλισσα περίμενε τον άρχοντά της στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του κάστρου να του αναγγείλει το δώρο που της έστειλαν τα σύννεφα εκείνο το πρωϊνό. Το πρόσωπό της ήταν πλημμυρισμένο από το φως μιας ηλιαχτίδας που παραμέρισε τα σύννεφα κι έκανε ανοιξιάτικη την μέρα. Ο βασιλιάς με το που είδε το μωρό δάκρυσε. Γονάτισε και το πήρε στα χέρια του. Τα μάτια του τον κοίταξαν με την ίδια λαχτάρα που κοιτάζει ένα παιδί τον πατέρα του. Κι άπλωσε τα χέρια να τον αγκαλιάσει. Ήταν το πρώτο μωρό που πρόσφερε το χαμόγελό του στον καλό βασιλιά. Τα επόμενα χρόνια η βασίλισσα τού χάρισε πολλά παιδιά.
Την ονόμασαν Σμαραγδένια γιατί αυτό της ταίριαζε. Ήταν καλότυχη, πάντα είχε αυτό που της ταίριαζε. Μεγάλωσε και η ομορφιά της ήταν ξακουστή στα πέρατα του κόσμου. Η μεγάλη της αγάπη ήταν να πηγαίνει στο Ποτάμι του Δάσους, να μαζεύει αγριολούλουδα, να μυρίζει την ανάσα από τις λεύκες και τα πλατάνια και να δοκιμάζει τους καρπούς από τα αγριοκέρασα. Μετά καθόταν στην όχθη και ψάρευε με το καλάμι της. Έπιανε ψάρια, τους μιλούσε και τα άφηνε πάλι. Μια μέρα έπιασε ένα ψάρι τεράστιο. Το μεγαλύτερο από ποτέ.
-Πώς και βρέθηκες εσύ τόσο μεγάλο ψάρι στο ποτάμι μου; το ρώτησε.
-Δεν είμαι από τον τόπο σου. Δεν είμαι καν ποταμίσιος, απάντησε στενοχωρημένος. Έχασα τα νερά μου, ξέφυγα από το πέλαγος, βρέθηκα σε ένα ποτάμι και τώρα στα χέρια σου.
- Ώστε είσαι πελαγίσιος! τα όνειρά μου όλα έχουν θάλασσα, το ξέρεις; Πώς σε λένε;
- Δεν έχω όνομα. Εσένα;
- Σμαραγδένια. Θα σε φωνάζω Σεβάχ. Σεβάχ ο θαλασσινός. Θες να σε γυρίσω στο σπίτι σου;
- Δεν μπορείς. Πρέπει να κολυμπήσεις μαζί μου στο βυθό για να με πας στο ακρογυάλι.
- Πάμε.
Βούτηξε με τον Σεβάχ στο βάθος από το Ποτάμι του Δάσους. Τον οδηγούσε κι εκείνος της έδινε ανάσα με τα φιλιά του. Πέρασαν από κοφτερά βράχια και απότομους καταρράχτες μαζί ενωμένοι σαν ένα σώμα. Μέχρι να φθάσουν στη θάλασσα η Σμαραγδένια είχε μάθει να αναπνέει στο νερό και με την αγάπη και τη δύναμη της ψυχής της είχε δώσει στον Σεβάχ κορμί πελαγίσιο, ανθρώπινο όμως και αντρίσιο.
Όταν έφτασε στη θάλασσα δεν το σκέφτηκε πολύ. Η καρδιά της ήταν ήδη χαρισμένη. Έστειλε μόνο με ένα γλάρο σημείωμα στη μητέρα της που της έγραφε ότι αποφάσισε να μείνει με τον θαλασσινό αγαπημένο της και να ζήσει το όνειρό της. Έζησαν καλά σε κάποια ακτή ενός νησιού παρέα με τα θαλασσοπούλια και τα αφρόψαρα. Κι εμείς καλύτερα φαντάζομαι.
Close your eyes and I’ll close mine
Good night, sleep tight
Now the sun turns out his light
Good night, sleep tight
Dream sweet dreams for me
Dream sweet dreams for you
(photo “green eyes” by Austin TX on flickr)
Νοέμβριος 24, 2007
Το κείμενο που ακολουθεί είναι συνέχεια του “Πορτοκαλανθού”.
(Περίληψη του προηγούμενου: Ο Άγγελος Φωκάς, ένας 35άρης ανερχόμενος επαγγελματίας αποφασίζει να αγοράσει μια ξενοδοχειακή μονάδα στο Φουρνέ των Χανίων με τη σκέψη του όμως προσηλωμένη στην Μυράνθη Καλλέργη την κόρη του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου που ερωτεύτηκε πριν δέκα χρόνια όταν έκανε διακοπές στο νησί. Μετά από συζήτηση με τον ξενοδόχο συμπεραίνει ότι η Μυράνθη δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ένα πνεύμα. Ενός 17χρονου κοριτσιού που έφυγε από τον κόσμο νωρίς πριν προλάβει να γνωρίσει τις χαρές της ζωής. Ο Άγγελος έχει πλέον την πεποίθηση ότι η Μυράνθη ξαναζεί σαν άνθος πορτοκαλιάς που χαρίζει απλόχερα και μεθυστικά το άρωμά του στον αέρα, στους καρπούς και στους ανθρώπους…)
….Βγήκε και περπάτησε στο κτήμα, πάνω στο νωπό χώμα, έβγαλε από την τσέπη του το κιτρινισμένο πια χαρτάκι κι άρχισε να το σκίζει να το κάνει κομματάκια κι αυτά να τα παίρνει ο άνεμος και να τα σκορπίζει στις κορφές από τις πορτοκαλιές και τα λουλούδια τους να βγάζουν το πιο ερωτικό τους άρωμα…. Πλησίασε ένα πορτοκαλανθό. Άγγιξε τα πέταλα, σκούπισε μια δροσοσταλίδα που έμοιαζε δάκρυ χαράς. Έκλεισε τα μάτια. Και τα φίλησε….
… Το στόμα του πλημμύρισε μια δύναμη υγρή, ερωτική. Ανάμικτη με γεύσεις από κρητικό ρακόμελο και φρεσκοστιμμένο πορτοκάλι. Το μπουμπούκι άνοιξε, κόλλησε στα χείλη του, ο μίσχος έγειρε και τον αγκάλιασε μαζί με όλο το κλωνάρι. Σταμάτησαν μόνο αφού ο Άγγελος ρούφηξε σα αδηφάγα μέλισσα τον τελευταίο κόκκο γύρης και αφού το λουλούδι μετάγγισε όλη του την ευωδιά και χάρη.
Έμεινε μισοζαλισμένος να ξαπλώνει στην κρήσσα γη μόνος πλάι στο δέντρο. Με τα χέρια του γερμένα. Και τ’ ασπρολούλουδα πεσμένα δίπλα του, στα γόνατα και στο στήθος - σαν όταν κάτι τινάζει την πορτοκαλιά. Σαν μάτια που ταξίδεψαν στ’ όνειρο κι έριξαν τα βλέφαρα πριν φύγουν. Σαν παραδείσια πουλιά που ήπιαν νερό κι έμειναν να ξαποστάσουν.
Όταν συνήλθε ήταν πια βέβαιος ότι μέσα σε όλα αυτά υπήρχε η Μυράνθη, το κορίτσι που αγάπησε πριν καν γνωρίσει, πριν το ανιχνεύσει με τα δάχτυλα, πριν ανακαλύψει τα μονοπάτια του κορμιού και της λαχτάρας της. Και ακόμα και τώρα που του είπαν ότι δεν ζει στον κόσμο του, τον έλκει, τον καλεί κοντά της με τον τρόπο που μόνο μια γυναίκα ξέρει.
- Με τον τρόπο που μια γυναίκα ξέρει; αναρωτήθηκε φωναχτά αυτή τη φορά ο Άγγελος Φωκάς και έλαμψαν τα μάτια του…
Έτρεξε πάλι πίσω στο κελάρι με τα κρασιά και βρήκε γονατιστό και δακρυσμένο τον Καλλέργη να κρατάει ένα μπουκάλι “Μυράνθη” στην αγκαλιά του.
- Το ξενοδοχείο λέγεται “Μυράνθη Καλλέργη” και το όνομά της το γράφει ο τηλεφωνικός κατάλογος και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Παντού εμφανίζεται σε όλα τα sites στο διαδίκτυο. Σα να διευθύνει εκείνη το ξενοδοχείο. Πείτε μου την αλήθεια. Τι συνέβη με την Μυράνθη;
- Σου είπα την αλήθεια Άγγελε, χάθηκε πριν δέκα χρόνια περίπου. Τρεις μήνες πριν εμφανισθείς εδώ.
- Τι εννοείτε ότι χάθηκε; Θέλετε να πείτε ότι δεν είστε σίγουρος ότι πέθανε;
- Εξαφανίσθηκε. Σα ν’ άνοιξε η γη και την κατάπιε. Ψάξαμε παντού σε όλη την Κρήτη σε όλο τον κόσμο. Δεν βρέθηκε ποτέ και πουθενά κανένα ίχνος της.
-’Εχω την αίσθηση ότι δεν τα λέμε όλα.
Ο Άγγελος άρχισε παραδόξως να εκνευρίζεται και να γίνεται επιθετικός μπροστά στον Καλλέργη.
-Ένας πατέρας δεν θα πίστευε ποτέ το θάνατο του παιδιού του Άγγελε αν δε δει με τα μάτια του. Όμως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για ένα γονιό να έχει χάσει το παιδί του, να μην ξέρει που βρίσκεται, αν ζει … Εδώ στο κελάρι αισθάνομαι κοντά της…
Ο Άγγελος τον διέκοψε απότομα.
-Γιατί έφυγε η Μυράνθη από το σπίτι;
Ο Καλλέργης ταράχθηκε…δεν μίλησε όμως. Ο Φωκάς συνέχισε…
- Το κτήμα και το ξενοδοχείο σάς είπα ότι θα το αγοράσω. Όταν υπογράψουμε τα συμβόλαια πρέπει να μου πείτε όλη την αλήθεια.
Ο ξενοδόχος είχε έτοιμα τα συμβόλαια και το στυλό στην τσέπη του. Για πρώτη φορά χαμογέλασε. Παράξενο. Η τιμή του ξενοδοχείου ήταν μοναδικά χαμηλή. Χαιρόταν που θα δώσει σε εξευτελιστική τιμή ένα συγκρότημα που βρισκόταν σε πλήρη άνθιση. Πήρε το επίσημο ύφος του .
-Υπογράψτε κύριε Φωκά και θα σας ανήκουν όλα.
Ο Άγγελος βιαστικά υπέγραψε και παρά την οικονομική και γραφειοκρατική διαστροφή του, δεν κοίταξε ποσά και λεπτομέρειες.
-Λοιπόν σας ακούω. Την Μυράνθη τη διώξατε, δεν εξαφανίσθηκε μόνη της. Τα λέω καλά;
- Τον καιρό εκείνο η πανσιόν και το κτήμα με τα αμπέλια δεν πήγαιναν καλά. Η μητέρα της είχε πεθάνει πριν κάποια χρόνια και μόνος μου δεν μπορούσα να την μεγαλώσω όπως της άξιζε. Είχα μεγάλη αγάπη στην Μυράνθη κι εκείνη το ίδιο. Φοβήθηκα ότι έπρεπε να κάνω κάτι για εκείνη. Είχε πια μεγαλώσει, ήταν στα 17.
-’Ηταν μόλις 17 κύριε Καλλέργη.
-Την έβλεπα πώς έτρεχε, ήταν ζωηρή, ένας άνεμος ήταν.
- Κατάλαβα. Κι αυτό σημαίνει ότι έπρεπε να πάρει κάποιον που δεν ήθελε… Αυτό είναι για σας λεβεντιά; Να την αποκαταστήσετε με τον οποιονδήποτε πριν καν αισθανθεί τι σημαίνει ζωή;
- Μα τι λες; Ο άνθρωπος που την ζήτησε ήταν προκομένο κοπέλι πρώτης τάξεως… Τι λέω, έχεις δίκιο σε όλα, τα κατάλαβα πολύ καλά αργότερα… εγώ ήθελα όμως μόνο να είναι ευτυχισμένη…
- Η Μυράνθη έφυγε κύριε Καλλέργη και σας άφησε πλούτη. Χάσατε τη ζεστασιά και την αγάπη της μονάκριβης κόρης σας αλλά η …επιχείρηση έκανε παρά με ουρά. Αλήθεια γιατί την πουλήσατε τόσο φθηνά; Δεν πίστεψα ξέρετε εκείνο το παραμύθι που μου είπατε… Έχω όμως την απορία. Γιατί; Τώρα που υπογράψαμε τα συμβόλαια. Πείτε μου.
-Όταν έφυγε η Μυράνθη ήρθε ένα βράδυ στο όνειρό μου και μου είπε ότι θα έχει αυτόν που θέλει εκείνη αλλά και με την δική μου έγκριση. Δεν ήξερα πώς θα γίνει αυτό και τι σήμαινε ο γρίφος. Αυτό το κτήμα Άγγελε έχει ακόμα την ανάσα της -την αισθάνομαι- και κάθε φορά που το πλησιάζεις εσύ γίνεται πιο ανθηρό. Ξέρω ότι είναι τρελό αλλά σκέφτηκα ότι θέλει εσένα -δεν ξέρω πώς μου αποτυπώθηκε αυτό. Έχω μια ελπίδα στο πίσω μέρος της ψυχής μου ότι η Μυράνθη θα με συγχωρέσει και θα εμφανισθεί πάλι με σένα δίπλα της. Την έχεις δει κι εσύ, έτσι δεν είναι; Πες μου ότι την έχεις δει…
Ο Άγγελος Φωκάς έγνεψε θετικά, γονάτισε κι αυτός. Πήρε στα χέρια του ένα άλλο μπουκάλι αγκάλιασε τον Καλλέργη και έκαναν μαζί μια βουβή προσευχή. Είχε ήδη νυχτώσει. Οι πορτοκαλανθοί έπαιρναν θέση για ύπνο. Μια αύρα από το Λυβικό πέρασε από το Φραγκοκάστελλο, πήδησε τον Ψηλορείτη κι έπεσε σαν σύννεφο. Ένα σεντόνι που σκέπασε σαν άχνη το κτήμα Καλλέργη στο Φουρνέ. Το φως στο κελάρι έσβησε. Έμεινε ένα άρωμα. Να πολλαπλασιάζεται. Διαπεραστικό…
(η φωτό της θαλασσινής που είχε και την πρωτότυπη ιδέα της ιστορίας)
Αύγουστος 23, 2007
Μανιάτικο παραμύθι. Ο Γιάννης και η Μαρία.
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας παπάς και μία παπαδία και είχανε μία κόρη, τη Μαρία και έναν υπερέτη, που τονε λέγανε Γιάννη. Ο Γιάννης δούλευε σκληρά στου παπά και για να δουλεύει με περισσότερη όροξη και ν’ αποδίνει, του τάζανε τη Μαρία. “Θα μεγαλώσει Γιάννη”, του λέγανε “και θα σου την δώκουμε να ντην πάρεις γυναίκα σου”.
Περνάγανε οι χρόνοι, ήρθε και μεγάλωσε η Μαρία. “Μπάρμπα παπά, πότε θα μου την δώκεις τη Μαρία;” -τσιμπούρι ο Γιάννης-. “Ε, βρε Γιάννη, ας περάσει λίγος καιρός ακόμα να μεγαλώσει η Μαρία και θα στη δώκω”. Από μέσα του όμως σκεβότανε τι τρόπο θα βρει να ντονε ξεγελάσει και να ντονε βγάλει από τη μέση. Λοιπόν αφού είδανε κι απόειδανε ότι ο Γιάννης γρίνιζε και γύρευε τη Μαρία, βαριότανε και να δουλεύει, του λέει ο παπάς: “Γιάννη εντάξει, θα κάνουμε το γάμο, αλλά πρώτα θα πάεις πίσω από κείνο το βουνό, που είναι ένας μεγάλος μπαξές και θα φορτώσεις στη γαϊδούρα να φέρεις σαράντα λογώνε σαλάτα να ντηνε βάλομε στο τραπέζι, στα στεφανώματα.
Το περιβόλι όμως εκείνο το φύλαε ένας δράκος. Ο Γιάννης δεν το ήξερε. Ο παπάς όμως το ‘ξερε και ήθελε να ντονε φάει ο δράκος να ντονε ξεφορτωθεί. Του δώνει ο παπάς τη γαϊδούρα να φορτώσει τις σαλάτες, καβαλάει ο Γιάννης, βάνει το δρόμο στα μπροστά, φέγει. Το περιβόλι ήταν πολύ μακριά και θά ΄κανε πάνω από ένα μήνα να πάει και να γυρίσει. Μετά από πολύ νταμάχι κατάφερε ο Γιάννης να φτάσει στο περιβόλι εκείνο. Βρέσκει την πόρτα ανοιχτή, μπαίνει μέσα με τη γαϊδούρα, διαλέγει τις σαλάτες χωρίς να ντονε ενοχλήσει κανένας. Απάνω που τις φόρτωνε και τοιμαζότανε να φύγει πλησιάζει ένα πιθακάκι. Τι κάνεις εδώ, ρε; Γιατί μαζεύεις τις σαλάτες;” “Να, μ΄έστειλε ο μπάρμπας μου ο παπάς, γιατί θα πάρω την κόρη του τη Μαρία και τις θέλομε για το γάμο”. “Χάσκα, ρε!” Άνοιξε ο Γιάννης το στόμα του. “Φτου. Ό,τι λες να γίνεται”. Φορτώνει που λες, ο Γιάννης τη γαϊδούρα και έφυγε. Στο μεταξύ ο παπάς είχε παντρέψει τη Μαρία με άλλο γαμπρό και τον Γιάννη τον είχανε για μακαρίτη.
Φέγοντας λοιπόν ο Γιάννης με την γαϊδούρα, σε κάποια ροβόλα γλιστράει η γαϊδούρα, πάει μ΄όλο το φόρτωμα ισακάτω στο λαγκάδι και σκοτώνεται. Πού! Ο Γιάννης να σκάσει από το κακό του. “Δεν είναι που έχασα τη γαϊδούρα και τη σαλάτα”, είπε, “χάνω και την Μαρία”. Πήρε τον κατήφορο καταστενοχωρημένος, όλο μαράζι. Εκεί όμως που προχώραε με το κεφάλι κάτω, θυμήθηκε τι του είχε ειπωμένο το πιθακάκι. “Μωρέ, για στάσου, τι μου είπε εκείνο το σκατό το ανθρωπάκι!” Στέκει. “Να βρω τη γαϊδούρα”, λέει “μπροστά μου με όλο το φόρτωμα”. Ζουπ, νάσου η γαϊδούρα μπροστά του φορτωμένη τις σαλάτες. ”Μμμ”, είπε “τούτο είναι δουλειά!
Ήρθε πλέο η καρδιά του στον τόπο της. Ώστε να φτάσει στου παπά, νύχτιωσε. Πάει μπαίνει στο σπίτι, βρέσκει τη Μαρία με τον άντρα της να κιουμιούνται στο κρεβάτι. Τον είχανε πάρει οι παπαδέοι σώγαμπρο. “Χμ”, ‘εκανε ο Γιάννης, “τέτοιοι μου είσαστε; Έτσι να μείνετε. Κολλάνε στο κρεβάτι ο γαμπρός και η Μαρία, πού να σηκωθούνε. Ήτανε κολλημένοι στα στρώματα ώστε το μεσημέρι. Πάει η παπαδία, σπρώχνει την πόρτα: “Μωρέ τι πάθατε; Γιατί αργάτε να σηκωθείτε;”. “Το και το”. Τους λέπει κολλημένους στο κρεβάτι. “Που που συφορά μας, τι πάθαμε!”, έσκουξε η παπαδία και έσουρε τα χέρια της στα μάγουλά της. “Έτσι να μείνεις”, λέει ο Γιάννης. Έμεινε η παπαδία με τα χέρια κολλημένα στα μάγουλα. Ανανογιέται κι ο παπάς, που έψαχνε στο σπίτι και δεν τους έβρεσκε, πάει μέσα: “Μωρέ τι γινήκατε;”τους λέει. “Σας γυρεύω μία ώρα. Ακόμα κιουμιούσαστε; σηκώτε απάνω, έχομε δουλειά”. Άσ΄τα παπά, τι πάθαμε”, του λέει η παπαδία. Τηράει ο παπάς “Θεέ και Κύριε!” έκανε και έπιασε με το χέρι τα γένεια του. “Έτσι να μείνεις”, λέει πάλι ο Γιάννης. Έμεινε και ο παπάς με το χέρι κολλημένο στα γένεια. Ο γαμπρός πια πού να μολαϊμίσει. “Ξεκολλήστε με”, τους φώναζε “και με γειά σας και με χαρά σας κι η Μαρία και τα καλά σας”.
“Γιάννη”, του ξαναλέει ο παπάς, “θα καβαλήσεις τη γαϊδούρα και θα πας, ας πούμε, στο Ασπρόχωμα, που είναι μια καλή μάγισσα να μας λύσει τα μάγια. Γρήγορα! Ξεκινάει, βάνει το δρόμο στα μπροστά πάλι ο Γιάννης, φτάνει στο Ασπρόχωμα, βρέσκει τη μάγισσα. “Το και το κυρά -μάγισσα, ο μπάρμπας μου ο παπάς είπε να ‘ρθείς στο σπίτι του να ντους λύσεις τα μάγια, γιατί είναι όλοι μαγεμένοι”. Σηκώνεται η μάγισσα, από πίσω ο Γιάννης, πηγαίνανε. Στο δρόμο που πηγαίνανε βρέσκουνε ένα ποτάμι, της Κοσκάργας, σα να πούμε, που δεν είχε γιοφυράκι τότε. Είχε βρέξει όλη την ημέρα και έτρεχε. “Κρύψου βρε Γιάννη, να σηκώσω τα φουστάνια μου να περάσω”, του λέει η μάγισσα. Μπαίνει πίσω από ένα φρύγανο ο Γιάννης, σηκώνει η μάγισσα τα φουστάνια της να περάσει. “Έτσι να μείνεις”, λέει ο Γιάννης. Έμεινε η μάγισσα με τα φουστάνια σηκωμένα. Πολέμαε να ντα κατεβάσει, δεν κατεβαίνανε. “Τώρα;”, “Α, Γιάννη”, του λέει, “τώρα δεν έρχομαι”. “Βρε έλα που δεν έρχεσαι. Θα ‘ρθείς θέλεις δε θέλεις”, τη ζόρισε ο Γιάννης.
Την παίρνει με το στανιό, πηγαίνανε. Προχωρήσανε, περάσανε τη Στούπα, φτάσανε στη Σελίνιτσα. Περνάγανε, ας πούμε, απόξω από του Γεωργουλέα το μαγαζί. Εκεί καθότανε ο πασάς και έπινε το ναργιλέ του. Καθώς είδε τη μάγισσα, “Ατί χάλια είναι φτούνα;” της λέει και φλαπ, της δίνει μια με το τσιμπούκι στο κωλομέρι. “Έτσι να μείνεις”. λέει ο Γιάννης. Κολλάει και ο πασάς με το τσιμπούκι του στη μάγισσα. Έσουρνε ο Γιάννης τη μάγισσα, η μάγισσα το τσιμπούκι και το τσιμπούκι τον πασά. Έτσι αλυσίδα όλους τους πάει στου παπά το σπίτι. Κείνοι μόλις τους είδανε και καταλάβανε τι είχε γίνει, τα χάσανε. “Γιάννη ψυχικό”, του είπανε. “Λύσε μας κι ότι θέλεις εσύ θα γίνει”. “Ή μου δώνετε τη Μαρία ή μένετε παδά όπως είσαστε και βρισκούσαστε”, τους λέει ο Γιάννης. “Χάρισμά σου κι η Μαρία και όλα, φτάνει να μας ξεκολλήσεις”.
Με τα μαγικά του λόγια λοιπόν τους έλυσε ο Γιάννης και πήρε τη Μαρία. Έγιναν οι γάμοι, περίχαρος ο Γιάννης. Ο πρώτος γαμπρός σηκώθηκε από το κρεβάτι που ήτανε κολλημένος και όπου φύγει φύγει. Κι ο Γιάννης με τη Μαρία περάσανε καλά κι εμείς καλύτερα.
ΥΓ. Το παλιό αυτό παραμύθι που μεταφέρεται στη Μάνη από γενιά σε γενιά εδώ και αιώνες είναι γραμμένο πια μαζί με άλλα, από τον “συγγραφέα της Μάνης” Γιάννη Μανιατέα στο βιβλίο του “Παραμύθια -Μύθοι & Θρύλοι της Μάνης” των εκδόσεων “Αδούλωτη Μάνη”. Αυτό το καλοκαίρι μάλιστα σε μια αξέχαστη βραδιά γεμάτη γέλιο για την υπόθεση αλλά και για την ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, είχα τη τύχη και την χαρά να το παρακολουθήσω δραματοποιημένο μαζί με 4 άλλα παραδοσιακά παραμύθια σε μια όμορφη παράσταση από μια παρέα οκτώ ταλαντούχων ηθοποιών στο νησάκι Κρανάη του Γυθείου δίπλα στον Πύργο των Γρηγοράκηδων υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα του Κώστα Φαρμασώνη. Το χειμώνα παρουσιάστηκε αυτή η παράσταση με την επωνυμία “Ο διάολος στη μποτίλια” στο θέατρο “Εκβασις” (τέως σπίτι της Τέχνης) Δεληγιάννη 5- Ν. Κόσμος πίσω από το Πάντειο. Η φωτό είναι από την παράσταση και το συγκεκριμένο παραμύθι τη στιγμή που ο Γιάννης είχε ολοκληρώσει τα “έτσι να μείνεις”.
Αύγουστος 21, 2007
Το παρόν κείμενο αποτελεί συνέχεια της ιστορίας “Από την άμπελο στον πορτοκαλανθό” που μου έκανε την τιμή η καλή ”θαλασσινή” μου φίλη να εμπιστευθεί τη συνέχεια και το τέλος. Την ευχαριστώ και για την πρόσκληση και για την εκτίμηση…
“Μεθυστική η Μυρωδιά των Ανθών”
Ήταν η τελευταία του σκέψη εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα που έφθανε ξανά μετά από δέκα χρόνια κοντά στη Μυράνθη. Με ένα καφέ καντέτ που νοίκιασε σε προσφορά μαζί με το φορτηγό από μάντρα έξω από τη Σούδα. Ήταν μπροστά συνοδεύοντας το καμιόνι με τον εξοπλισμό για το ξενοδοχείο. Υπήρχε και πρόταση από τον ιδιοκτήτη να το αγοράσει μαζί με το κτήμα σε απίστευτη τιμή. Συνειδητοποιούσε βέβαια ότι μεγαλώνοντας είχε γίνει κι εκείνος κομμάτι του συστήματος, κυνηγός του χρήματος, αλλά έβγαινε από μέσα του κι ένας πιο δικός του λόγος να αγοράσει αυτό το κτήμα. Πατούσε γκάζι ελάχιστα για την ασφάλεια του πανάκριβου εμπορεύματος. Η ταχύτητα αυτή του θύμιζε όμως και την εποχή που σαν 25άρης με το σακκίδιο στον ώμο, στα δρομάκια ανάμεσα από τα δέντρα, γύριζε με ένα πράσινο ποδήλατο όλη την Κρήτη.
Το τιμόνι κοίταζε τις στροφές του Ομαλού, όταν το βλέμμα έφυγε σε κείνο που του είχε πάρει τα μυαλά. Σε μια ατέλειωτη έκταση τη γη σκέπαζε ένα χαλί πράσινο. Με μικρές λευκές βούλες, που το δειλινό που έγερνε από τις αητοκορφές του Ψηλορείτη χάριζε λάμψη μ’ ένα ζωηρό φως κι έκανε τ΄ασπρολούλουδα να μοιάζουν με πορτοκαλί καναρίνια, έτοιμα να πετάξουν. Φτερουγώντας έβγαζαν αυτή την ανεπανάληπτη Μυρωδιά που ακόμα και τυφλός θα ήξερε το πότε και πού τελειώνει αυτός ο δρόμος αρκεί να περάσει μια φορά.
Σα να΄ναι τώρα τη θυμάται. Και τότε ήταν σούρουπο. Να τρέχει ανάμεσα στα δέντρα. Ανάμεσα στ΄αμπέλια και ύστερα απέναντι από το δρόμο, στους πορτοκαλεώνες που τότε ήταν λίγοι και τ’ άρωμα λειψό. Αμέσως το απίστευτα στενό εμπορικό μυαλό του αποφάνθηκε ότι το αμπέλι δεν θ’ απέδιδε κέρδος τόσο όσο τα πορτοκάλια, γι αυτό άλλαξαν την παραγωγή. Τώρα στα έσχατα φώτα της μέρας με τον ήλιο να καρφώνει τα μάτια δεν πρόσεξε μια λευκή σκιά που πέρασε ανάμεσα από το καντέτ και το φορτηγό.
Αυτό που του είχε μείνει ήταν αυτό το μικρό ξανθό κορίτσι των 17 ετών που θυμόταν ανάμεσα στ’ αμπέλια να τρέχει σαν τον άνεμο και το άρωμα απ’ το ροζακί σταφύλι να του σπάει τα ρουθούνια. Όταν την είδε να περνάει το δρόμο σταμάτησε το ποδήλατο και της φώναξε:
-Σας παρακαλώ, επειδή μάλλον έχω χαθεί, πού υπάρχει ένα μέρος για να περάσω το βράδυ;
-Υπάρχει μια πανσιόν εδώ κοντά. Μπορείτε να περάσετε με το ποδήλατο μέσα από τα πορτοκάλια;
Θυμάται ότι τότε δεν τον ενοχλούσε τίποτα. Δέχθηκε. Κατέβηκε από το ποδήλατο. Για να περπατήσουν μαζί ανάμεσα στα πορτοκάλια. Όμως εκείνη πάλι έβαλε όλη της τη φόρα και έγινε άπιαστη. Μετά από δέκα λεπτά έφτασε στην πανσιόν και την είδε να κάθεται σε κάποια γωνιά και να του χαμογελάει.
-Έγινες καπνός και δεν μου είπες ούτε το όνομά σου.
-Το γράφει η ταμπέλα.
- “Μυράνθη”;
Ένας σοβαρός κύριος βγήκε από μια πρόχειρη ρεσεψιόν και συστήθηκε.
-Καλησπέρα σας. Βρίσκεστε στον αμπελώνα Καλλέργη. Είμαι ο ιδιοκτήτης της πανσιόν. Πώς βρεθήκατε εδώ; Συνήθως δεν είναι πέρασμα για τουρίστες.
- Κάνω το γύρο της Κρήτης και με τράβηξε η μυρωδιά από τ’ αμπέλια.
- Να και κάτι ευχάριστο. Τα σταφύλια μάς έφεραν έναν πελάτη. Μπορείτε να μείνετε όσο θέλετε. Και να περιηγηθείτε στο κτήμα. Καλή διαμονή κύριε…
- Φωκάς. Άγγελος Φωκάς.
Στην άκρη του ματιού παρατήρησε την Μυράνθη να κατευθύνεται στα κρυφά, αλλά πάντα τρέχοντας, σε ένα υπόγειο. Άφησε τα πράγματά του και αποφάσισε να την ακολουθήσει. Πάταγε προσεκτικά τα ξύλινα σκαλοπάτια βαστώντας τις κουπαστές, γιατί έτριζαν επικίνδυνα.
- Μη φοβάσαι και να πέσεις δεν παθαίνεις τίποτα.
- Τι είναι εδώ μέσα Μυράνθη;
- Σου φαίνεται για στάβλος; Κελάρι είναι κύριε …Φωκά. Κάβα με κρασιά.
Δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί για το πότε πρόλαβε να μάθει το όνομά του. Είδε την ατέλειωτη σειρά με βαρέλια και με μπουκάλια που όλα επάνω έγραφαν τον ίδιο τίτλο “Μυράνθη” και εντυπωσιάστηκε. Κατέβηκε πιο γρήγορα και άρχισε να περιεργάζεται τα μπουκάλια και μετά να χαϊδεύει τα δρύινα βαρέλια. Πήρε ένα μικρό ποτήρι που βρήκε κι άνοιξε μια κάνουλα. Έφερε στη μύτη του το κρασί. Το χρώμα και η ευωδιά του ήταν τόσο καινούργια, αλλά του προξενούσαν ένα παράξενο συναίσθημα ότι αυτή τη σκηνή την είχε ξαναζήσει.
Γύρισε απότομα να δει την κοπέλλα όμως εκείνη είχε ήδη εξαφανισθεί. Τακτοποιήθηκε στο δωμάτιο και το βράδυ που έκλεισε τα μάτια του, ονειρεύτηκε μια νεράιδα βγαλμένη από το Φραγκοκάστελλο, κόρη κάποιου δροσουλίτη, να πετάει με τα λευκά της διάφανα φουστάνια πάνω από τα αμπέλια και τις πορτοκαλιές και να αφήνει αστρόσκονη δροσιάς στο πέρασμά της κι ένα άρωμα τόσο μεθυστικό σαν να βρισκόταν πάλι σε ένα κελάρι, μόνο που τώρα είχε άρωμα πορτοκαλανθού κι ένα χρώμα που ζάλιζε μόλις το αντίκρυζε.
Το πρωϊ βρήκε σε ένα μικρό γυάλινο βάζο ένα μπουκέτο από άνθη πορτοκαλιάς και ένα σημείωμα καλά διπλωμένο κάτω από το μαξιλάρι του.
“Την επόμενη φορά. Θα σε περιμένω. Σ’ αγαπώ…”
Όταν ξημέρωσε γύρισε την πανσιόν και όλο τη κτήμα ψάχνοντας για να βρει την Μυράνθη. Όμως εκείνη δεν εμφανίστηκε πουθενά. Έμεινε με το σημείωμά της στα χέρια. Και μια υπόσχεση που δεν ήξερε αν έπρεπε να την πάρει σοβαρά και τι μπορούσε να σημαίνει.
Τώρα μετά από δέκα χρόνια η τύχη (
τα έφερε να ξαναπάει εκεί στις Φουρνές έξω από τα Χανιά και αγωνιούσε να την δει επιτέλους μεγαλύτερη, πιο σοβαρή, πιο υπεύθυνη και ίσως να τον περιμένει. Κράτησε πάντα εκείνο το σημείωμα, κρυμμένο καλά σε κάποιο κουτάκι με παλιά γράμματα και φωτογραφίες. Και τώρα στην τσέπη του ήταν, φυλαχτό κι αποδειχτικό, λόγος ικανός για την ζητήσει και πάλι. Τόσα χρόνια ερωτευμένος με ένα σημείωμα. Μόνο που τώρα με μια καλή δουλειά στα χέρια του και αγοράζοντας το κτήμα, την ήθελε σαν γυναίκα. Ήταν έτοιμος να μιλήσει στον πατέρα της, σε όποιον τέλος πάντων…
Στο κτήμα Καλλέργη που πλέον μόνο πορτοκαλιές φύτρωναν, τον υποδέχθηκε στα σκαλιά σε ένα μεγάλο και σύγχρονο ξενοδοχείο, ο ίδιος ξενοδόχος μόνο φανερά γερασμένος.
- Καλώς ωρίσατε. Καλησπέρα. Φέρατε τον εξοπλισμό μας, κύριε …
- Φωκάς.
- Κύριε Φωκά, βέβαια, σας θυμάμαι πολύ καλά.
- Με θυμάστε μετά από δέκα χρόνια κ. Καλλέργη;
- Πώς θα μπορούσα να μη σας θυμάμαι; Από εκείνον τον καιρό όλα εδώ άλλαξαν. Τίποτα δεν έμεινε ίδιο.
- Η Μυράνθη πού είναι; Η κυρία Μυράνθη…
- Η Μυράνθη; Αφήστε τους εργάτες να ξεφορτώσουν κι ελάτε μαζί μου.
Με πήγε πάλι στο κελάρι. Τα σκαλοπάτια ήταν πια από μπετόν, αλλά είχαν μείνει πλέον μόνο μερικές δεκάδες από τα μπουκάλια “Μυράνθη” και τα άδεια βαρέλια να νοσταλγούν την παλιά εποχή.
-Ό,τι έχει απομείνει από εκείνη κ. Φωκά. Τα έχω κρατήσει αυτά τα μπουκάλια για σας. Μάλλον για τον αγοραστή του κτήματος ήθελα να πω. Θυμάμαι πόσο σας εντυπωσίασε η γεύση τους. Είχαν περάσει ήδη τρεις μήνες που τη χάσαμε ξαφνικά, όταν ήρθατε. Το κρασί αυτό πήρε το όνομά της, επειδή τα αμπέλια έπαιρναν άρωμα από την Μυράνθη. Ξέρετε της άρεσε να τρέχει ανάμεσα στα σταφύλια.
- Το ξέρω.
- Μα δεν την είχατε γνωρίσει.
- Το κατάλαβα.
- Από τότε σιγά σιγά άρχισαν τα αμπέλια να μαραίνονται και να αναπτύσσονται αλματωδώς…
- Πορτοκαλιές.
- Ναι. Και τα πορτοκάλια αυτά έχουν γίνει ανάρπαστα, η πανσιόν γέμισε κόσμο, έγινε ξενοδοχείο 4 αστέρων. Απίστευτο δεν είναι; Όλα ξεκίνησαν αμέσως μετά την επίσκεψή σας. Δεν έκανα παιδιά εκτός της Μυράνθης και θα ήθελα ειλικρινά να πάρετε εσείς το κτήμα. Σα να σας ζητάει είναι. Τόσα χρόνια έμαθα να καταλαβαίνω τα δέντρα, τα άνθη, τους καρπούς. Και σήμερα ακόμα που ξέραμε ότι θα ερχόσασταν, τις βλέπω τις πορτοκαλιές πιο ανθισμένες από ποτέ.
- Παρακαλώ να το δώσετε σε μένα. Μείνετε ήσυχος. Το λατρεύω.
Βγήκε και περπάτησε στο κτήμα, πάνω στο νωπό χώμα,
έβγαλε από την τσέπη του το κιτρινισμένο πια χαρτάκι
κι άρχισε να το σκίζει να το κάνει κομματάκια
κι αυτά να τα παίρνει ο άνεμος
και να τα σκορπίζει στις κορφές από τις πορτοκαλιές
και τα λουλούδια τους να βγάζουν το πιο ερωτικό τους άρωμα.
Πλησίασε ένα πορτοκαλανθό.
Άγγιξε τα πέταλα, σκούπισε μια δροσοσταλίδα που έμοιαζε δάκρυ χαράς.
Έκλεισε τα μάτια.
Και τα φίλησε.
(πίνακας “Midnight fairy” by Howard David Johnson)
Ιούλιος 9, 2007
Χθες περπάτησα στα μέρη της. Σα να τη συνάντησα πρώτη φορά. Φορούσε ένα γαλάζιο φουστάνι. Με δαντέλλα στο μπούστο. Τα χέρια της χάδια. Χαμόγελα τα μάτια της. Τα σύννεφα βλέφαρα. Ανοιγόκλειναν στον ουρανό. Στην αύρα του κορμιού της.
Με αγκάλιασε. Γλυκά στο πρώτο κύμα. Αφρός κύλισε πάνω μου. Το βλέμμα της είχε κάτι από φθινοπωρινό ψιλόβροχο. Αυτό που ανατριχιάζει, αλλά δεν ενοχλεί. Την έκλεισα στα χέρια μου.
Με πλάνεψε. Κάθε φορά αλλιώτικη. Πάντα δικιά μου όμως, σε ένα καλοκαιρινό ταξίδι. Στα πολύ βαθιά νερά της. Κι όταν είναι ήσυχη τη λατρεύω. Πιο πολύ τώρα όμως που φαίνεται να φουρτουνιάζει. Μοιάζει να εκστασιάζεται.
Συνήθως τα βράδια αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλα τα πρώτα της ίχνη. Το πρωί στάλα στάλα γίνονται πληγές. Κι αυτές λατρεύω. Ό,τι είναι δικό της. Ζαφείρια σκαμμένα στο χώμα. Πύργοι στην άμμο. Φωνή στην έρημο. Ζωή από άγγιγμα. Με βαριά ανάσα. Δροσιά χυμένη στη λίμνη. Ποτάμι στο στήθος. Έρωτας.
Ξενύχτησα πάλι. Για όλα. Για την ίριδα στα μάτια. Για τη γεύση της. Τ’ αλάτι καίει στο λαιμό. Η δαντέλλα φουσκωμένη. Τρικυμία. Καράβια τριγύρω. Εκείνη μέσα. Αυτή η νύχτα μένει. Μίλα μου. Μόνο απόψε. Γίνε για μένα. Όπως σε θέλω. Μια θάλασσα.
YΓ. Bjork - (2004 - Oceania)
Ιούλιος 3, 2007
Ήτανε μια φορά μάτια μου, κι έναν καιρό, κάποιος που έγραφε παραμύθια. Για μια κοπέλα μιλούσε σε μια χώρα μακρινή. Πέρα από τη φαντασία. Την έπλασε όπως ήθελε. Ψηλή μελαχρινή, με μακριά μαύρα μαλλιά. Την έλεγε νεράιδα γιατί ήταν τόσο εκτυφλωτικά ωραία που το φεγγάρι θάμπωνε όταν την έβλεπε και κοκκίνιζε από τη ζήλια.
Τα έφερε η ζωή το φεγγάρι και η νεράιδα να σμίξουν και ο παραμυθάς έμεινε να προσέχει στις κινήσεις της σελήνης, τα χορευτικά της όμορφης. Κάθε σκιά στο φεγγάρι ήταν ένα της χαμόγελο. Κάθε του όνειρο, ήταν με ένα ταξίδι της. Του έστελνε τραγούδια με ένα τρόπο μοναδικά ήσυχο και νυχτερινό, σαν σερενάτα. Μόνο με τη σιωπή της. Ανάμεσα από τα φύλλα των δέντρων, τη μυρωδιά του γιασεμιού και τις κραυγές από τα νυχτοπούλια. Αυτά τα τραγούδια που μόνο εκείνη μπορούσε να δώσει στην ψυχή του.Όπως και όλα τα φεγγάρια όμως, η νεράιδα, δεν έμεινε για πολύ στον ουρανό. Όσο μίκραινε το φεγγάρι, τόσο απομακρυνόταν εκείνη. Έφευγε. Για άλλα φεγγάρια. Πιο γεμάτα, πιο γαλάζια και φωτεινά. Και ο παραμυθάς έμεινε να κοιτάζει έναν άδειο ουρανό γεμάτο αστέρια, περιμένοντας το επόμενο φεγγάρι, για να χορέψει με εκείνη στην αγκαλιά του. Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα φαντάζομαι…
Ήτανε μια φορά
Στίχοι: Κώστας Φέρρης
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Γιώργος Νταλάρας
Ήτανε μια φορά μάτια μου κι έναν καιρό
μια όμορφη κυρά αρχόντισσα να σε χαρώ
Μια μικροπαντρεμένη κόρη ξανθή
τον κύρη της προσμένει βράδυ πρωί
Ένα Σαββάτο βράδυ καλέ μια Κυριακή
τον ήλιο το φεγγάρι, καλέ, παρακαλεί
Ήλιε μου φώτισέ τον φεγγάρι μου
πάνε και μίλησέ του για χάρη μου
Γυρίζει κι αρμενίζει καλέ στα πέλαγα
τους πειρατές θερίζει καλέ και τους χαλά
Στον ήλιο στο φεγγάρι και στη βροχή
και μένανε μ’ αφήνει έρμη και μοναχή
Γαλέρα ανοίχτηκε μάτια μου με το βοριά
στη μάχη ρίχτηκε μάτια μου και στον καυγά
Μέσα σ’ ένα σινάφι πειρατικό
είδα φωτιά ν’ ανάβει και φονικό
(Painting “nereid” by Ren Adams)
Μάιος 29, 2007
Η μέρα ξεκίνησε με ένα τραγούδι. Θα πάει καλά. Κάθε φορά που ακούω το πρωί τραγούδι πάει καλά.
Ξεκίνησα βιαστικά. Πήρα τα βασικά μαζί μου. Κυρίως τις ελπίδες μου. Έβαλα μπροστά την μηχανή, μουσική κι έφυγα.
Από το πρώτο φανάρι συνάντησα τράφικ. Προσπάθησα να μη με επηρεάσει. Δυνάμωσα το ράδιο. Άρχισα να σιγοτραγουδάω.
Σιγά σιγά ο κόσμος άρχισε να αραιώνει. Τα αυτοκίνητα να λιγοστεύουν. Στο τέλος έμεινα μόνος.
Η διαδρομή ήταν φανταστική. Πέρασα μέσα από δάση, από έλατα και πεύκα. Άνοιξα όλα τα παράθυρα. Ανάσανα και γέμισα.
Η λίμνη του προορισμού μου ήταν ανάμεσα σε λόφους. Ξεχασμένη. Ο δρόμος στο τέλος ήταν δύσβατος. Οι αναρτήσεις δεινοπάθησαν. Όταν σταμάτησε το αμάξι, έμοιαζε να μου λέει “ευχαριστώ”.
Πάντα μου άρεσε να ψαρεύω σ΄αυτή τη λίμνη. Είχε μια σπάνια ομορφιά το τοπίο. Και η λίμνη ήταν σχεδόν πάντα ήρεμη. Δεν υπήρχε κανείς για να χαλάσει την ησυχία. Τα πάντα ευώδιαζαν. Ήταν όλα καθαρά. Υπάρχουν φορές που πιστεύω ότι αυτός ο τόπος φτιάχτηκε για μένα και ότι μόνο εγώ τον ξέρω.
Λέω ότι έρχομαι να ψαρέψω. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ψάρεψα. Τα σύνεργα είναι άθικτα στο πορτμπαγκάζ και τα πλάσματα των νερών μάλλον και πάλι θα ζήσουν.
Περπάτησα γύρω από τη λίμνη με τα χέρια στις τσέπες. Κλωτσούσα αδιάφορα πέτρες, ξύλα. Θόρυβοι από τα δέντρα μου θύμιζαν ότι δεν είμαι μόνος. Σα να ήθελαν να δηλώσουν την παρουσία τους, την παρέα τους.
Η λίμνη ήταν πάντα ίδια, αλλά και πάντα διαφορετική αν τη δεις από άλλη πλευρά. Αμβλύνονται οι γωνίες της. Ξεφεύγει το μάτι. Έχεις την αίσθηση της αλλαγής. Πάντα με το ίδιο υπέροχο φόντο. Το πράσινο των δέντρων και αυτό της διάθεσης τ΄ουρανού.
Τα χρώματα ζωγραφίζουν τη λίμνη ανάλογα με τη μέρα και με τη γωνία που βρίσκεσαι. Αυτή τη φορά έμεινα να κοιτάζω τη λίμνη μου στην πρασινογάλαζη εκδοχή της. Δεν μου άρεσε.
Έριξα ένα βότσαλο, για να χαλάσω το χρώμα. Ένα δεύτερο. Ύστερα κι άλλο. Η λίμνη όμως μετά από λίγο, πάντα έπαιρνε την ίδια συννεφιασμένη μορφή της.
Προσπάθησα να συμβιβαστώ. Να προσαρμοστώ σε αυτό που έχω απέναντί μου. Σε αυτό που μου ανήκει. Στον εαυτό μου και στον άλλο μου εαυτό. Στη ζωή μου και στη ζωή που δεν έζησα.
Έκλεισα τα μάτια. Ξάπλωσα στην άμμο. Κύλησα στη λίμνη. Με τράβηξε όπως ο ψαράς τραβάει το ψάρι. Με ψάρεψε. Με έπνιξε.
Με ταξίδεψε σε βυθούς με κοράλια. Σε ζωντανά και σε γοργόνες. Σε παλάτια και σε παράγκες. Μου γνώρισε τον κόσμο όπως ήταν πραγματικά. Από μέσα. Με έκανε να ξεχάσω τη μορφή της επιφάνειας, της βιτρίνας. Μου έδειξε το πάθος. Στα πιο μικρά, στα πιο απίθανα σημεία. Μου θύμισε το νόημα της ζωής.
Ένα ελαφρύ κύμα με ξέβρασε πιο ζωντανό από ποτέ στην όχθη της λίμνης. Πήρε το πιο καταγάλανο χρώμα που θα μπορούσε να έχει.
Βότσαλα. Ένα παραμύθι. Ίσως είναι η παιδικότητα που φεύγει και προσπαθώ να συγκρατήσω. Μπορεί να είναι όμως και η παιδικότητα που δεν φεύγει και δεν μπορώ να αποφύγω.
Εδώ μέσα γνώρισα το συναίσθημα να αγκαλιάζει την σελήνη. Τον αυθορμητισμό να φοράει μαύρο μπερέ και να ζωγραφίζει την ευαισθησία. Είδα την αξιοπιστία να σμίγει με την αλήθεια που σπάει καρύδια. Ένιωσα την μετεμψύχωσή μου στις ζωές σας και την αλληλεγγύη στην πράξη.
Θαλασσιές χάντρες στον κόσμο της blogόσφαιρας. Βότσαλα στις λίμνες του μυαλού μας. Παραμύθι; Μπορεί και όχι…
(Στην Αμαλία)









