Ταξίδια


“Ενα ποτήρι θάνατο θα πιω απόψε να μεθύσω…”
Ένας απο τους μεγαλύτερους Έλληνες Κύπριους μουσουργούς δεν είναι από σήμερα κοντά μας. Χτυπημένος από την επάρατη αρρώστεια ο Μάριος Τόκας γεννημένος στη Λεμεσό της Κύπρου πριν 54 χρόνια, έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι σε “θάλασσες” και “ουρανούς”.
Προώθησε την φιλία μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων και το τραγούδι του ”Η δική μου η πατρίδα” αποτελεί ύμνο για την ένωση της πατρίδας και του νησιού του. Η μουσική του ήταν από τις σημαντικότερες της γενιάς του και οι στίχοι με τους οποίους την έντυνε σπάνιοι και μοναδικοί. Έμειναν ιστορικά τα τραγούδια που έγραψε ειδικά για τον Δημ. Μητροπάνο τα “Λαδάδικα”, για τον Γιάννη Πάριο, Μανώλη Μητσιά, Στέλιο Διονυσίου, Δημητρα Γαλάνη όπως και γι άλλους. Θα αφήσει ανεκπλήρωτο κενό. Καλό σου ταξίδι Μάριε…
Χρόνια Πολλά και Χριστός Ανέστη σε όλους τους φίλους και τις φίλες μου
Θάλασσες (Μάριος Τόκας- Σαράντης Αλιβιζάτος)
Θάλασσες, μέσα στα μάτια σου θάλασσες
και με ταξίδευες, σαν το καράβι κι έλεγες:
Θα σ’ αγαπώ με τα καλοκαίρια
με τρικυμίες και με βροχές
με μαξιλάρι τα δυο μου χέρια
θα ονειρεύεσαι ό,τι θες
Ένα ποτήρι θάνατο θα πιω, απόψε να μεθύσω
Τα καλοκαίρια πες μου πώς μπορώ
μονάχος μου να ζήσω
Ένα ποτήρι θάνατο θα πιω απόψε να μεθύσω
σε μονοπάτι αδιάβατο θα βγω,
θα βγω να σε ζητήσω
Θάλασσες, μέσα στα μάτια σου θάλασσες
και με ταξίδευες, σαν το καράβι κι έλεγες:
Θα σ’ αγαπώ, μη μου συννεφιάζεις
σαν αμαρτία και σαν γιορτή
Μάθε στα μάτια μου να διαβάζεις
όσα με λόγια δε σου ‘χω πει

 

sea-lovers.jpg

Αντικρύζοντας τη θάλασσα

όφειλα να μεγαλώσω

αντικρύζοντας τη γη

όφειλα  να πεθάνω 

ξυπνώ 

κάνοντας το τελευταίο μου όνειρο

ΥΓ. Calogero / Passi - Face à la mer (Αντικρύζοντας τη θάλασσα)

Face à la mer

j’aurais dû grandir

Face contre terre

j’aurais pu mourir

Je me relève

Je prends mon dernier rêve.

-

(Faced with the sea

I should have grown

Face against earth

I would have been able to die

I get up again

I take my last dream. )

vatheia.jpg

Πόσες ώρες να είχα να ξεκλέψω κι εσύ να μου χαρίσεις για να σε ταξιδέψω στον τόπο μου;

Πού πρώτα να σε πάω; Αν βγούμε από το Γύθειο και φύγουμε για τη Μάνη…Να δεις εκεί πύργους και κάστρα θα βρεθούμε στο 1600, να σε πάω στο βουνό που έπεσε η βασιλοπούλα με το άλογο γιατί ήθελαν να την παντρέψουν με το στανιό, μετά αφού περάσουμε μέσα από ρεματιές με πλατάνια, στον πυργάκι μου στο Σκαμνάκι κι ύστερα στο μικρό εκκλησάκι που πηγαίναμε με δυο ξαδέλφια μου που μένουν εκεί και ρεμβάζαμε. Εκεί που βλέπαμε τα βουνά από ψηλά και μυρίζαμε απ’ τα δέντρα. Θα σε πήγαινα και στην Καρυούπολη 10 χιλιόμετρα μακρύτερα να δεις το κάστρο των Φωκάδων.

Ύστερα θα σε σταματούσα στα σπήλαια του Δυρού να κάνουμε μια βαρκάδα σε 200 μέτρα βάθος σ’ ένα υπόγειο μακρύ ποτάμι στο κέντρο της γης, σαν ταξίδι στο παραμύθι θα είναι στη χώρα των θαυμάτων, να ντυθείς όμως καλά εκεί στη βάρκα γιατί έχει υγρασία. Αλλά μην το σκέφτεσαι, η αγκαλιά μου θα σε ζεστάνει.  Όταν φύγουμε από το Δυρό,  θα καθήσουμε για ψαράκι και θαλασσινά στο Λιμένι, δίπλα στο κύμα. Θα κολυμπήσουμε και στη θάλασσα. Θα σου πετάω βότσαλα κι εσύ θα ξεφεύγεις με μακροβούτια.

Αν έχεις χρόνο θα φτάσουμε στη μέσα Μάνη στη Βάθεια μια πυργοπολιτεία που έχουν ανακαινισθεί μερικοί όμορφοι ψηλόλιγνοι πύργοι και έχουν γίνει ξενώνες. Θα πιούμε καφέ σε ένα πυργο-εστιατόριο κι άμα είσαι θαρραλέα και αντέχεις τις προκλήσεις, θα μείνουμε το βράδυ σε έναν αυθεντικό ψηλό πύργο, θα δούμε το ταξίδι της σελήνης μέσα από πολεμότρυπες και το φως της να καθρεφτίζεται στη θάλασσα, με ένα ποτήρι ροζέ κρασί. Από το δικό μας.

Μόνο που δεν θα σε αφήσω καθόλου, θα κοιμηθούμε αγκαλιασμένοι γιατί μπορεί να σε φοβήσει το ύψος, ο άνεμος που θα φυσομανάει στα πατζούρια από τα μικρά παράθυρα, το τρίξιμο στα ξύλινα πατώματα στις σκάλες και στις καταπακτές… η σκληρή πέτρα στους τοίχους. Το πρωϊ δεν θα με καταλάβεις, θα σηκωθώ με το πρώτο φως, θα σου φτιάξω πρωϊνό με φρέσκο πορτοκάλι και θα σε ξυπνήσω με ένα γλυκό φιλί…

       http://www.mani.org.gr/ekdromes/vathia/vathia.htm  

(φωτό από τη Βάθεια στη Μάνη)

1642100167_d8828e97651.jpg

Μονμάρτρη

Συννεφιασμένη μέρα. Τα γραφικά δρομάκια γεμάτα κόσμο. Στην Place du Tertre στην Μonmartre, μαζεμένοι πλανόδιοι ζωγράφοι σε γωνιές με τα καβαλέτα στημένα και τις παλέτες οπλισμένες, περιμένουν πελάτες…

Την προσοχή μου τράβηξε ένας ζωγράφος που ήδη εργαζόταν. Είχε όμως τον πελάτη του μέσα σε ένα παραβάν και μόνο εκείνος μπορούσε να δει ανοίγοντας στιγμιαία το παραπέτο. Πλησίασα προσεκτικά για να μην ενοχλήσω. Ήταν μια όμορφη καστανή κοπέλα στον πίνακα, με μακριές μπούκλες, χαμόγελο που αγκαλιάζει, μάτια μελιά και έντονες βλεφαρίδες. Έκανα μια κίνηση να δω μέσα από το παραβάν, όμως ο ζωγράφος δεν με άφησε. Μια σκιά φαινόταν μόνο. Κάθε φορά που φύσαγε λίγο παραπάνω, έφευγε μια μπούκλα της στον αέρα. Ξέρω ότι οι πλανόδιοι ζωγράφοι για να δελεάζουν τους περαστικούς κάνουν τα πορτραίτα γοητευτικότερα από την εικόνα τους.

Αυτή όμως στο πορτραίτο, αυτή η ζωγραφιστή εικόνα, έκανε σα να θέλει να βγει από τον πίνακα και να περπατήσει στην πλατεία της Μονμάρτρης και μέσα στα σοκάκια τα πλακόστρωτα.

Έμεινα άφωνος να περιμένω να τελειώσει το έργο του ο ζωγράφος, θαυμάζοντας την εικόνα που είχε μια εξωτική γοητεία. Κάτι με κρατούσε εκεί. Κάτι με τράβαγε εκεί. Σαν έλξη. Να την γνωρίσω. Ήταν παράξενο το συναίσθημα. Ήθελα να δω μια γυναίκα, τραβηγμένος από ένα πίνακα. Δεν ξέρω γιατί… Περιέργεια για τις ικανότητες του ζωγράφου; Για την σωστή αποτύπωση; Για να δω τα μάτια της στην πραγματικότητα; Ξέρω μόνο ότι το ήθελα.

Ο πίνακας είχε ολοκληρωθεί. Συμπληρώθηκε από μια υπογραφή του ζωγράφου και την ημερομηνία. Μπήκε για λίγο στο παραβάν, φάνηκε να αλλάζει κάποια χρήματα με την κοπέλα και εκείνη έφυγε βιαστικά, περνώντας ένα μαντίλι στο πρόσωπό της. Εξαφανίσθηκε από την πλατεία πριν προλάβω να καταλάβω…

Άναυδος…. Η ματιά μου έμεινε στην πλάτη της και μετά στον πίνακα. Κοίταξα με απορία τον ζωγράφο.
- Qui est-ce ? (Ποιά είναι ;)
- Je ne sais pas (Δεν ξέρω)
- Est-ce que je pourrais acheter ce tableau ? (Μπορώ να αγοράσω τον πίνακα ;)
- Malheureusement non (Δυστυχώς όχι)

Έφυγα από την πλατεία της Μονμάρτης προσπαθώντας να συνέλθω από την μαγεία. Το απόγευμα άρχιζε πάλι το συνέδριο και έπρεπε να κάνω μια τελική πρόβα σε μια δύσκολη κι εξειδικευμένη παρουσίαση. Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου ανάμεσα από τα σλάιτς των εφαρμογών, έβλεπα την εικόνα της. Μάλλον τη ζωγραφιά της. Είναι το πιο πολύ που έχω από εκείνη. Στ’ αλήθεια έχω δει μόνο μια μπούκλα από τα καστανά της μαλλιά, ένα πορτοκαλί μαντίλι και μια πλάτη να εξαφανίζεται. Προτιμούσα εκείνη ή το πορτραίτο της; Ήθελα κάτι από εκείνη. Ήθελα κάτι να μείνει. Το μόνο σίγουρο.

Την επόμενη μέρα, μετά την ολοκλήρωση της υποχρέωσής μου, ξαναπήγα στην Place du Tertre. Ζήτησα πιο επιτακτικά αυτή τη φορά τον πίνακα. Ο ζωγράφος με κοίταξε.
- Le tableau est vendu. (Πουλήθηκε)
- Quand ? (Πότε ;)
- Le même jour. (Την ίδια μέρα)

Πτήση Παρίσι -Αθήνα. Πάνω από τις Άλπεις.

Ένα Martini bianco δρόσιζε το λαιμό, χαζεύοντας αδιάφορα ένα περιοδικό. Σήκωσα τα  μάτια να δώ τις Άλπεις από το παράθυρο όταν το είδα… Στο διπλανό κάθισμα. Το πορτραίτο. Το πήρα στα χέρια μου.

Πριν ακόμα συνειδητοποιήσω αν ζω σε όνειρο ή σε πραγματικότητα, βλέπω όρθια δίπλα μου την ίδια ζωγραφιά που με ζάλισε, ζωντανή όμως και με στολή αεροσυνοδού, με το πορτοκαλί μαντίλι περασμένο αυτή τη φορά στο λαιμό, να σκύβει και μαζί με το άρωμά της να μου χαρίζει ένα ψίθυρο…

-Que préférez-vous ?

1765089741_e09aad957c.jpg

Πρέπει να προσφέρω. Υπάρχουν φορές που αναρωτιέμαι τι έχω δώσει σε αυτόν τον κόσμο. Μεγαλώνω. Όμως με πιάνει απελπισία όταν ανακαλύπτω πόσο μικρός είμαι. Πώς δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένα ανθρωπάκι. Σαν αυτά που περιγράφει ο Κώστας Χατζής όταν «πετάει από ψηλά». Από την άλλη, μοιάζει να με δεσμεύει ένα συναίσθημα επικοινωνιακής ανάγκης. Σαν να θέλω αυτή μου την μικρότητα να την μεγεθύνω, συνομιλώντας.

Θέλω να μπω σ’ ένα τρένο. Χωρίς να δώσω αναφορά. Αναίτια. Να απλώσω την πραμάτεια μου σε μια γωνιά -εικόνες πουλάω- και μέσα στις άδειες νύχτες της διαδρομής να ζωντανέψω μικρά ανομολόγητα όνειρα. Μοιάζουμε. Θέλω να ζωγραφίζω συνέχεια, να βγάζω εικόνες, να πουλάω το είναι μου, στο νου σου και στο νου του καθένα.

Δεν θέλω να ξημερώνει, γιατί η μέρα θαμπώνει. Ο ήλιος με πειράζει γιατί με φανερώνει. Αδειάζει το μεγαλείο του κόλακα και του νάρκισσου και με φέρνει εκεί που πραγματικά αξίζω. Λειτουργεί σαν θεία δίκη. Είναι όμως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Τα μαζεύω λοιπόν και γυρίζω στην καθημερινότητά μου. Μέχρι να βρω την ευκαιρία να χωθώ στο επόμενο τρένο.

Δεν μπορώ να δω τηλεόραση χωρίς να εκνευριστώ. Με κουράζει. Με φθείρει. Με αγανακτεί η αυθεντία, με εξοργίζει το δήθεν. Προτιμώ να κοιμάμαι. Ή να ταξιδεύω. Σε κάποια γωνιά του πλανήτη, σε κάποια ταράτσα της ψυχής σου, σε ένα σχόλιο κάποιου όμορφου κειμένου, θα με βρεις να «απλώνω» αυτό που έχω. Ένα σεντόνι με λουλούδια ή μια θάλασσα από ευχές. Μην με ξυπνάς από το όνειρο. Δώσε μου λόγο ύπαρξης. Αγόρασε εικόνες. Είμαι καλύτερος, ανώτερος. Νύχτα στάσου.

Τα φώτα έσβησαν. Το τρένο σταμάτησε να κάνει αυτόν τον ήχο στη σιδηροτροχιά που σε ανατριχιάζει. Ένας καπνός από άζωτο πλημμυρίζει τον διάδρομο. Στο φως του φεγγαριού μοιάζει με τσιγάρο ξεχασμένο. Μία γυναίκα έχει κρεμαστεί από το παράθυρο. Παρά τη νύχτα κάνει ανυπόφορη ζέστη. Κλείνει τα μάτια της και απολαμβάνει τον υγρό αέρα.

Θέλω να φωνάξω για να διαλύσω τη σιωπή. Θέλω να με ακούσει. Τα σπαστά της μαλλιά ανέμιζαν. Φοβήθηκα μη φύγει. Την άγγιξα στο ώμο, τόσο ώστε να μην τρομάξει. Πριν γυρίσει ακόμα, μου χαμογέλασε.

Είναι το ίδιο αστείο μουτράκι που βρίσκω σε πολλά ταξίδια μου. Τώρα τελευταία δεν την έβλεπα. Για λίγο πίστεψα ότι χάθηκε τελείως. Είναι σαν τον μικρομεσαίο ήρωα καρτούν που δεν ξέρεις αν θα παίξει στην ταινία.

Βγήκαμε αγκαλιά στο παράθυρο. Βλέπαμε μαζί τον κόσμο και τον χρόνο να φεύγει στο γκρίζο φόντο της σελήνης. Της έδειχνα μονοπάτια και κορφές και κείνη μου ζέσταινε την ψυχή. Η ανάσα των πεύκων έστελνε τραγούδια με αρώματα. Αν της μίλησα; Θα σε γελάσω. Σε κάποιο τούνελ μόνο την φίλησα. Και μετά σε άλλο. Σε όλα.

Ξημέρωνε. Κι ο ήλιος με τις σκιές του έπαιζε περίεργα παιχνίδια στο πρόσωπό της. Την άλλαζε. Ναι. Τότε μου μίλησε. Με το βλέμμα. Κι έφυγε. Με τον αέρα.

Δεν γράφω ποτέ νύχτα. Ούτε σε σύννεφα καπνού από τσιγάρα. Ούτε στη ζάλη του αλκοόλ. Σε νηφάλιες ώρες, σε διαβεβαιώ, πονάει περισσότερο κι ότι πονάει είναι αληθινό. Άσε με τώρα. Έχω και δουλειά που πρέπει να δικαιολογήσω και πρέπει να προσφέρω.

“‘Ενα παράθυρο του τρένου με ΄χει πάρει
και αλητεύω στις τροχιές
του αποσπερίτη
στο χέρι τ’ άφιλτρο τσιγάρο μου φεγγάρι
λαθρεπιβάτη εισιτήριο,
στη λήθη”

(Photo “train window” by don.mihai on flickr)

011-2.jpg

Εκείνο το φθινοπωρινό ταξίδι δεν φαινόταν ίδιο με τα συνηθισμένα. Είχε ένα άρωμα αλλιώτικο. Από την ώρα που πάτησα το πόδι μου στον καταπέλτη του πλοίου με συντρόφευε μια μυρωδιά σαν ανάμνηση. Σαν παρέλευση χρόνου.

Μ’ ένα σακίδιο γκρι από αυτά που φοράνε οι πιτσιρικάδες στην πλάτη και την καλύτερη διάθεση που θα μπορούσα να έχω, σκέφτηκα να ταξιδέψω με καράβι αρχές Νοέμβρη. Να γυρίσω τα νησιά. Να ζωγραφίσω τ’  αποκαμωμένα από το καλοκαίρι ακροθαλάσσια. Στο μυαλό και στη σκέψη μου. Να τα περάσω στις μπογιές και στα πινέλα.

Ήθελα να ξεγυμνωθώ από το ένα και μοναδικό άσπρο πουκάμισό μου και να πεταχτώ στο γαλάζιο και στο πορτοκαλί από το πέλαγο και το δειλινό. Να πορώσω το δέρμα, να εκπληρώσω την κάθε θέληση της θάλασσάς μου, να της χαρίσω την πιο θερμή μου αγκαλιά, να της βαφτίσω όλη μου τη ζωή. Να αδειάσω.

Οι λαστιχένιες σόλες από τα παπούτσια ακούγονταν να τρίζουν στο μέταλλο του άδειου από κόσμο καταστρώματος. Το πλοίο βούιζε από το θόρυβο των μηχανών κι ένα σύννεφο λευκό πλημμύρισε την ατμόσφαιρα. Φάνταζε έρημη κι η ρότα που μας τράβαγε. Σαν φευγιό χωρίς πλοηγό. Κάπου πέρα.

Η ομίχλη δεν έλεγε να κοπάσει. Κι εγώ κομπάρσος σε αδιάφορο ρόλο περιδιάβαινα από την πλώρη στην πρύμνη. Στα τυφλά. Με οδηγό μόνο μια αχνή άσπρη γραμμή από την κουπαστή, μετρούσα βήματα, μέτρα και υπολόγιζα αποστάσεις, σα στραβός καπετάνιος που μάθαινε τις σπιθαμές από το καράβι του. Κάθε φορά που έφτανα στο ύψος του μηχανοστασίου, ένα διαπεραστικό κύμα υγρού ατμού σούβλιζε τη σάρκα και μου υπενθύμιζε ότι το φεγγάρι έχει κι άλλη πλευρά. Φωτεινή. Και καυτή.

Κάποια στιγμή η γραμμή της κουπαστής διακόπηκε απότομα. Μια θηλυκή σιλουέτα σχηματίστηκε μπροστά μου. Με το ένα πόδι σκαρφαλωμένο στα κάγκελα. Και τη ματιά της να την παίρνει το “μέσα” στα κύματα. Ανάμεσα στο λευκό της καταχνιάς διέκρινα τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Μαζί με την αρμύρα λικνίζονταν στη διάθεση του Αίολου. Τα βήματά μου έτριξαν δίπλα της. Έμοιαζε να σφίγγει  τα χέρια στο σώμα και οι χούφτες, σαν πουλί στο κλαδί, γαντζωμένες στο ξύλο της κουπαστής. Σα να ‘ψαχνε κάτι να τη σηκώσει. Να ξεφύγει από τα όρια. Και του πλοίου. Να γίνει ένα με το νερό. Με τον αέρα. Δεν ξέρω.

Πλησίασα και η ανάσα μου πέρασε στις αισθήσεις της. Σα να με γνώριζε. Δεν αντιστάθηκε. Σα να με περίμενε. Το πόδι κατέβηκε από τα κάγκελα και οι παλάμες δεν βασάνιζαν το ξύλο.  Το σώμα της αργά άρχισε να γέρνει προς τα πίσω και στο τέλος τ’ απίθωσε πάνω μου. Πήρα τα κοκκινισμένα από το κρύο δάχτυλα και τα έτριψα με τα δικά μου.

Έβγαλα από την μπροστά τσέπη του σάκου το πακέτο με τ’ άφιλτρα.  Άναψα ένα. Της έδωσα τη δεύτερη ρουφηξιά. Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Ξεκούμπωσα το πουκάμισο το άσπρο -αυτό που φόραγα- και το ’ριξα στους ώμους της. Ένα χνώτισμα ξεπήδησε από μέσα της και ταξίδεψε.

Περπατήσαμε αγκαλιασμένοι κατά μήκος της ίδιας άσπρης γραμμής. Χωρίς να έχουμε κοιταχθεί στα μάτια. Χωρίς να βλέπουμε εικόνες και χρώματα. Χωρίς να έχουμε μιλήσει. Μόνο μια ζέση και μια έλξη υπήρχε. Αόρατη μέσα στον ξεχαρβαλωμένο καιρό που κατέβασε τα σύννεφα επιδεικτικά λες κι ήθελε να συντροφεύουν. Να καλύπτουν. Σαν ένα άσπρο σεντόνι στα μάτια. Στο στήθος και πιο μέσα ακόμα.

Σταθήκαμε στην πρύμνη. Κει που το καράβι έσκιζε τη θάλασσα. Τ’ αφρισμένα κύματα πετάγονταν σαν λόγχες δεξιά κι αριστερά. Και τα μαλλιά της -ορθή γωνιά- ανέμιζαν, σημαία τώρα, τα σώματα κατάρτι. Κάποιες σταγόνες μοίραναν το πουκάμισο και αναδεύτηκαν με τ’ άρωμά της.

Έβρεξα τα χείλη της μ’ ένα φιλί πριν εκείνη με προλάβει κι είδα το πρόσωπό της για πρώτη φορά. Μια ηλιαχτίδα ξεπρόβαλλε κι άνοιξε παράθυρο στο μουντό απόγευμα. Το πούσι διάφανε το άσπρο του φόρεμα. Έφευγε παίρνοντας μαζί του ουτοπικά όνειρα και λευκές φιλοδοξίες. Επιδιώξεις γλυκές και μάταιες. Το παρελθόν. Το μέλλον. Κι άφησε τη στιγμή να ζωγραφίζει.

Αντιφέγγιζαν όταν σήκωσε ψηλά τα αλαβάστρινα χέρια και σαν πλοκάμια τα κύκλωσε στους ώμους μου. Το άσπρο πουκάμισο πετάρισε, ξανοίχτηκε στον άνεμο. Τη μια έμοιαζε νεφέλωμα. Την άλλη γλάρος. 

Στον ορίζοντα αναβόσβηνε φωσφορίζουσα η ακτογραμμή του νέου νησιού. Σούρουπο. Τα πρώτα φώτα ανάβουν.

(αφιερωμένο)

ΥΓ. Η φωτό είναι τραβηγμένη στα θαλασσομέρη της Νορβηγίας. Από το προσωπικό αρχείο της πολυταξιδεμένης και πολυαγαπημένης μου  αγριοκερασοζουζούνας.

graphic1.jpg

Η ζωή είναι…

Μια στιγμή…

Ένα φιλί…

Ένα σκίρτημα…

Ένα χάδι…

Ένα νάζι…

Ένα χαμόγελο…

Αέναο ταξίδι στην απεραντοσύνη…

Ένα τραγούδι χαρισμένο…

Celine Dion - Immensite (Απεραντοσύνη)

wyse5.jpg

4η Νυχτερινή (”Κουρτίνες”)

- Μα, τι βλέπεις;

Δεν κοιτούσα. Κοιμήθηκα ή μάλλον έφυγα. Πήγα ένα μικρό ταξίδι στην τροχιά του αποσπερίτη. Ήρθαν όλα πάλι. Τα μάτια της, τα χέρια της, οι βραδιές μας. Η γκαρσονιέρα μου στην Δυτικής Θράκης και μετά το 501 στη φοιτητική εστία. Όταν κοιμόμασταν μαζί, δεν είμασταν αγκαλιά. Αλλά τα δάχτυλα των ποδιών της έβρισκαν πάντα τον αχίλλειο τένοντά μου και τον έβαζαν ανάμεσα. Και κλείδωναν. Σαν ασφάλεια. Όπως και να ήμουν γυρισμένος πάντα έβρισκε τον τρόπο να βρει το κλείδωμα. Δεν την έπαιρνε διαφορετικά ο ύπνος.

Είδε και απόειδε και βγήκε στην επίθεση. Πριν το τρένο πιάσει Κατερίνη άλλαξε θέση, πέρασε απέναντι και ήρθε δίπλα μου.

- Μα δεν έχεις καταλάβει τίποτα;

Αυτή τη φορά δεν αποζητούσε λόγια και χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιασε το δεξί μου χέρι πάνω στο τζην. Γερμένος στην πλευρά του παραθύρου με κλειστά τα μάτια και το μυαλό κάπου ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, αντέδρασα αδύναμα. Βρήκε τα δάχτυλα, πέταξε το τσιγάρο που ‘χε σβήσει σχεδόν άκαυτο και φρόντισε να κατευθυνθούν στο στήθος της.

- Τώρα, τι ακούς;

Δεν μίλησα. Έψαχνα ήχους μέσα από το σταυρωμένο μπεζ μπούστο. Με τα χέρια στην αρχή, με τα χείλη μετά. Κι εκείνοι ίδιοι με τα τακούνια, σαν καμπάνες, ρολόγια που χτύπαγαν δυνατά χτυποκάρδια. Σ’ ένα ιδρωμένο και στημένο από τον πόθο στήθος. Θυμάμαι και δυο λεπτεπίλεπτα χέρια που έδειχναν τώρα τανάλιες που ‘σφιγγαν απίστευτα, όταν δεν έψαχναν και τους δικούς μου χτύπους. Άρχισα να συμμετέχω σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι χωρίς όρους και όρια σ’ ένα βαγόνι. Πάνω σε μπορντώ καθίσματα. Μέσα από μια ξεκλείδωτη πόρτα. Σ’ ένα κουπέ που μόλις πρόλαβα να τραβήξω τις κουρτίνες, να μη μας βλέπουν. Κλείνουν στους έξω, ανοίγουν στους μέσα.

Δέσμιος ελευθερωμένος, στην απόφαση, στα χάδια και στα φιλιά του απόλυτου θηλυκού. Της Γυναίκας. Μιας παντελώς άγνωστής μου. Χωρίς άγχη, προαπαιτούμενα και ψυχοφθόρα συναισθήματα αλλά με ένα απερίγραπτο ξεσηκωμό. Το ημίφως του τρένου τα σκέπαζε όλα. Τις ηλικίες, τις φοβίες, τις αμφιβολίες. Φωτιά στα πρώτα κι όλα στα έσχατα. Τα χείλια της είχαν το πάθος γυναίκας που δεν γνωρίζει “πρέπει”, που ήξερε πώς να δίνει και τον τρόπο να παίρνει.

- Πες μου, τι αισθάνεσαι;

Ζεστή φωνή, αντάρα, υπερένταση, ιδρωμένα κορμιά που δεν άντεχαν να περιμένουν. Ή νιώθεις ή είσαι νεκρός.

- Η πόρτα είναι ανοιχτή.

Ψίθυροι άχρηστες λέξεις, άμυνες τρύπιες, από γλώσσες που ‘χαν μιλήσει ήδη. Εδώ ήταν μόνοδρομος. Ή προχωράς ή δραπετεύεις.

- Και λοιπόν; Μήπως μας ξέρει κανείς;

Λέξεις βαριές αναπνοές, καρφιά πάθους, που δεν χώραγαν αντιρρήσεις ή λογικές. Εδώ ήταν η ζωή απόψε. Ή έχεις ή δεν έχεις.

Μέσα από ρούχα μισοβγαλμένα, ακολουθώντας τη ρυθμική κίνηση και καλυμμένοι από τον ήχο του τρένου, κάτω από ένα φωτάκι και πίσω από τις σχεδόν κλειστές κουρτίνες, ενώσαμε τις σάρκες. ΄Εκλεισε τα μάτια κι έμοιαζε να βιώνει το πρωτόγνωρο, αλλά και τόσο δικό της . Ένα κύμα τόσο βαθύ κι ένα ρίγος τόσο ζεστό που πλημμύρισαν κι εμένα και ξέχασα και το πριν και το χώρο και το χρόνο. Οι επιθυμίες της είχαν μεταγγισθεί στο αίμα μου κι έγιναν δικές μου. Το πάθος της πάθος μου.

Ο σταθμός στην Κατερίνη μας βρήκε μαζί. Λαγοκοιμόταν στον ώμο μου, χωρίς να αφήνει λεπτό το χέρι μου από το δικό της. Μπήκε ένα ζευγάρι στην καμπίνα. Σκέφτηκα ότι θα τους φαινόταν υπερβολική και προκλητική η στάση μας, αλλά πλέον δεν με απασχολούσε τίποτε άλλο. Μου αρκούσε που με κάθε φιλί που της έδινα στο λαιμό -σα να πατούσα ένα κουμπί- εκείνη ανατρίχιαζε. Χαμογέλασαν διακριτικά, συζήτησαν για λίγο χαμηλόφωνα, νύσταξαν κι έπεσαν για ύπνο.

Εκείνο το ταξίδι δεν σταμάτησε στην Κατερίνη. Είχα παρασυρθεί από κείνη, από μένα, από τη νύχτα και το ρυθμό. Γυρίζαμε σαν τρελοί τα βαγόνια, μέσα σε γωνιές, σε σκοτεινούς διαδρόμους, σε λευκά σύννεφα καπνού από τις σωληνώσεις των βαγονιών και καταλήγαμε σε στενά βεσέ. Με τον κόσμο να κοιτάει περίεργα. Με την μυρωδιά του ξαναζεσταμένου στο μπαρ να αναδεύεται με την γεύση του δέρματος. Με την ευλογία της καυτής ανάσας. Αυτό το τρένο δεν είχε προορισμό, ούτε η νύχτα φρένα. Περίσσευαν η φλόγα και η δίψα. Πιοτό από στόμα σε στόμα. Από σώμα σε σώμα. Πέρα από τη γη. Σαν μια έκρηξη κορμιών σε ένα γαλαξία δίνης και ακατάσχετης ενεργειακής έκλυσης. Κοσμογονία.

Όσο χάραζε η μέρα τόσο αποκαλύπτονταν τα πρόσωπα και διαμόρφωναν τα χαρακτηριστικά. Τίμημα κι επιστέγασμα της αξίας της νύχτας κι όλων όσων προσέφερε απλόχερα στο πέρασμά της. Έμοιαζα να έχω φύγει, να έχω διακτινισθεί και να έχω επανέλθει. Δάγκωσα για τελευταία φορά τα χείλη της, σχεδόν τα μάτωσα. Κι εκείνη παραδομένη νικήτρια, κατακτητής κι αιχμάλωτη, στα νυσταγμένα της χαμόγελα ζούσε ακόμα, μέσα στο κάστρο που χτίσαμε στην άμμο του άγνωστου και του αποψινού, το ταξίδι. Από κείνα που οι θέσεις δεν κλείνονται νωρίτερα και τα εισιτήρια δεν τσεκάρονται από τρίτους. Ταξίδια φιλιά.

Ο ήλιος σηκώθηκε για τα καλά. Ένα κουβάρι σωριασμένοι, αποκαμωμένοι κι άϋπνοι σε κάποιο από τα πολλά κουπέ που αλλάξαμε. Με το κεφάλι της στα πόδια μου. Και το χέρι μου στη μέση της. Έξω η τσιμεντούπολη ξύπνησε από τα κορναρίσματα και μας υποδέχτηκε ξάγρυπνους αλλά και μεθυσμένους. Εκείνο το βράδυ έμαθα ότι στον κόσμο και στον έρωτα δεν υπάρχουν ουσιαστικά σύνορα. Δεν υπάρχουν “δεν”. Ούτε ανθρώπινες ράτσες και όρια λήξης, ούτε πρότυπες συσκευασίες σωμάτων. Όλα μέσα μας είναι. Εκεί πλάθονται. Εκεί γοητεύονται κι εκεί πλανεύουν. Οι δε μεθόριοι διαμορφώνονται από τη συνήθεια, την ιδιοτέλεια και το νόμο του ισχυρού. Από την κοινωνία με τις παράλογες δοξασίες και τις περιττές απαιτήσεις της. Από την έλλειψη επαφής μεταξύ μας.

Η νύχτα τα περνάει όλα στο δίσκο των ονείρων. Φέρνει μπροστά, σε πρώτο πλάνο το “μέσα”. Όπως ένα φεγγάρι που από τον μικρόκοσμο της εικόνας σου, έχεις την αίσθηση ότι ταξιδεύει στα βράδια τόσο φωτεινά μόνο για να σ’ ερωτεύεται. Πού σου κρύβεται και σε παίζει πίσω από βουνά και σπίτια κι εσύ αναρωτιέσαι. Σαν θέατρο σκιών που σου γελάει ο χάρτινος ήρωας πίσω απ’ το πανί κι εσύ ζωντανεύεις. Σαν blogs ανωνύμων που σου αρέσουν κι εσύ ποστάρεις, συμμετέχεις και σχολιάζεις. Στις ράγες της ψυχής και των αισθήσεων. Στα ηχοχρώματα του έρωτα.

Τρένο που αργεί να επιστρέψει. Σε παίρνει απ’ τους σταθμούς, σε γαντζώνει σε βαγόνια, σε κυριεύει, σε ταξιδεύει χωρίς λογικές. Τραβώντας τις κουρτίνες, σε κλέβει από την αλήθεια, σε κρύβει από τα συμβατά που πληγώνουν. Κι απ’ το γλυκό μεράκι, αρνείται να σε δώσει, αβίαστα. Στη μέρα.

Αυλαία.

(σύνθεση “Rocket to the moon” by Steve Wyse)

ΥΓ. Το τρένο

Στίχοι: Σόφη Παππά
Μουσική:
Βαγγέλης Βασιλείου
Πρώτη εκτέλεση:
Άννα Βίσση

Βρέθηκα μετά τον χωρισμό στο σταθμό, στο βαγόνι μου,
μια ζωή σε μια αποσκευή
τα νεκρά ονειρά μου,
ξάφνου εκεί μες στο συνωστισμό
μια φωνή τόσο γνώριμη,
μια φωνή που γίνεται κραυγή καθώς λέει το ονομά μου,
και το τρένο ξεκίνησε και εσύ πάλι μακριά μου.

Κι ήθελα τόσα να σου πω
πως σ’ αγαπώ να σου φωνάξω,
αχ να μπορούσα μια ζωή
σε μια στιγμή να την αλλάξω,
κι έγραψα το σ’ αγαπώ στο τζάμι
και μόλις είδα που δάκρυσες,
έτρεχε το δάκρυ μου ποτάμι
γιατί καρδιά μου άργησες.

Τρέχουνε οι πόλεις κι οι σταθμοί
μα εσύ πάντα πλάι μου,
βλέπω την μορφή σου, μου μιλάς
σαν βροχή σαν αέρας,
θέλω να κατέβω στην στροφή
μα η φωνή μου σκορπίζεται,
θέλω να κατέβω στην στροφή
δεν μ’ ακούει κανένας,
και το τρένο πια χάνεται
σαν το φως μιας ημέρας.

Κι ήθελα τόσα να σου πω
πως σ’ αγαπώ να σου φωνάξω,
αχ να μπορούσα μια ζωή
σε μια στιγμή να την αλλάξω,
κι έγραψα το σ’ αγαπώ στο τζάμι
και μόλις είδα που δάκρυσες,
έτρεχε το δάκρυ μου ποτάμι
γιατί καρδιά μου άργησες.


147545554_7ba112ee82_m.jpg

3η Νυχτερινή (”Αλήθειες”)







 - Πόσο είσαι;

Με ρώτησε σιγανά κάποια στιγμή και αναίτια γιατί ήξερε πάνω κάτω. Πρέπει να ήταν η γυναικεία φιλαρέσκεια. Ήθελε να ακούσει ότι έπινε καφέ και ξεμοναχιαζόταν στα κουπέ του τρένου μ’ ένα νεαρό. Η κατάκτηση του καινούργιου αίματος, του φρέσκου, του απαίδευτου, του ορμητικού. Οι λέξεις- κύτταρα που έψαχναν αιτία ν’ απελευθερωθούν.

- 24. Εσύ ;

Χαμογέλασα για πρώτη φορά κανονικά. Ήταν αγένεια. Δεν θα ‘πρεπε να ρωτήσω. Φαινόταν μεγάλη. Που πάλευε κυρίως με το ταμπεραμέντο της να κρατηθεί νέα και ζωντανή. Κι αυτό την έκανε ακόμα πιο γοητευτική. Είχε καιρό να τα βάψει στο φυσικό ξανθό τους και τα μαλλιά της άσπριζαν κατά τόπους στη ρίζα. Η γεννημένη ομορφιά της κάλυπτε τις αυλακιές του χρόνου. Μεγάλα γαλανά μάτια χωρίς σχεδόν μακιγιάζ. Λεπτά δάχτυλα και ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα. Αγέρωχη κορμοστασιά που έχουν -και χαίρεσαι να τις βλέπεις- οι περήφανες Μακεδόνισσες.

Όταν άκουσε το 24, άπλωσε ένα τεράστιο χαμόγελο ικανοποίησης και απέκτησε ένα βλέμμα ζεστό, ανάμικτο τρυφερότητας και αφοσίωσης. Τα χέρια της αμήχανα κατευθύνθηκαν στα κοντοκομμένα μαλλιά της, τα ανασήκωσε και τα χτένισε πρόχειρα βουτώντας μέσα τους τα δάχτυλα, σα να ήθελε να τους δώσει αέρα και όγκο. Διόρθωσε τη πεσμένη ράντα από το μπεζ φουστάνι, που σταύρωνε στο στήθος. Ανασηκώθηκε ελαφρά και κουνώντας κυκλικά τους γοφούς έκατσε σταυροπόδι στρώνοντας τις ζάρες, προσφέροντάς μου θέα σε μια από τις κομψότερες γάμπες που είχα ματαδεί. Ασυναίσθητα ή συνειδητά τόνιζε ό,τι λαμπρό ζωγράφισε η φύση επάνω της. Την έσπρωχνε μια εσωτερική ανάγκη να προβάλλει τον καθρέφτη της. Την πάντα νέα, όμορφη και τσαχπίνα γυναίκα. Άναψε τσιγάρο. Το κράτησε ψηλά λυγώντας πρώτα τον αγκώνα, μετά τον καρπό και με αυτοπεποίθηση απάντησε στην ερώτηση.

- Μάλιστα! Εσύ βρε είσαι πολύ νέος. Έχεις δεσμό; Φαντάζομαι πως έχεις…

Γέλασε ναζιάρικα και παιδικά με πρόδηλα φιλικό ενδιαφέρον, απαντώντας μόνη της αλλά και πάλι προχωρώντας ένα βήμα και με κάποια υποφαινόμενη αγωνία.

Χα, χα! ‘Ημουν σίγουρος ότι έκρυβε και 4-5 χρόνια. Αλλά τα μάτια της είχαν μια λαχτάρα και αυτό το βλέμμα το ερωτικό ενός μικρού κοριτσιού. Δε μ’ ενόχλησε ούτε η διαφορά στην ηλικία ούτε ο τρόπος που αντέδρασε από το σταθμό και το πώς το χειρίστηκε ως τώρα. Αυτήν εξιδανίκευα εξάλλου. Την ειλικρίνεια στις σχέσεις, στις φιλίες. Να καταλαβαίνω τον άλλο. Ακόμα και στην υπεκφυγή, στο γλυκό και άδολο ψέμα. Άρχισα να τη συμπαθώ αν και ήταν έξω απ’ τις επιδιώξεις μου. Μου άρεσε που έβλεπα κάτι το αυθεντικό. Ένα τέλειο θηλυκό.

- Όχι…Δηλαδή …είχα… αλλά μας τέλειωσε….

Αποκρίθηκα μακρόσυρτα και απογοητευμένα από την αλήθεια του λόγου, σα να ήθελα να περιγράψω τα παλιά αλλά με την πρόθεση να τα ξορκίσω. Για άλλη μια φορά όμως είχα συνειδητά συμπεριλάβει το “πριν” στη σκέψη μου, σαν τίτλο που κουβαλούσα. Με διέκοψε απότομα.

- Εκείνη έχασε.

Την φράση της αυτή την τελευταία την θυμάμαι σαν σήμερα, αναλλοίωτη. Με την ίδια ένταση. Με την ίδια συνοφρυωμένη όψη. Τόσο σίγουρη κι απόλυτη. Δεν ήταν ένα απλό κοπλιμέντο. Δεν ήξερε τίποτα για τα δικά μου. Μίλησε όμως κοφτά και θυμωμένα. Άρχισε μετά να δείχνει πιο ελεύθερη και τολμηρή. Έσκαγε χαμόγελα, έκανε χειρονομίες, έλεγε ανέκδοτα και παραμύθια. Παρατηρούσε τις τελευταίες σκιές του ήλιου και τα παιχνίδια του στα κτίρια, στα βουνά και στα χωράφια. Και τα παρομοίαζε με μια συνάδελφό της στη δουλειά, με την γειτόνισσα όταν απλώνει ρούχα, με τον μπακάλη όταν κόβει το τυρί.

Στη Θεσσαλονίκη παραμείναμε μισή ώρα περίπου. Είχε ήδη πέσει το σκοτάδι. Δέκα η ώρα. Πήγαμε για μπύρες στο μπαρ. Ήρθαμε πιο κοντά. Μετά γυρίζοντας στο κουπέ κατά σύμπτωση δεν είχε μπει κανείς. Το τρένο ξεκίνησε πάλι. Πέρασε ο ελεγκτής, μας τρύπησε τα εισιτήρια. Η ματιά μου έφυγε πάλι έξω στο πουθενά καθώς μόνο φώτα μου ‘δειχνε κι ένα φεγγάρι που ‘στελνε οβάλ θαμπάδα. Εικόνα μαγική. Στρογγυλές μπάλλες γυαλιστερές, αστέρια χαμένα στο χρόνο, λαμπιόνια που καθρέφτιζαν στο παράθυρο. Και το τζι-αρ να φέγγει δίδυμο φεγγάρι, σε δάχτυλα κίτρινα από τις ρουφηξιές στη νικοτίνη, βαθιές βουτιές στη λήθη, βάλσαμο στην αλήθεια.

2-trenes-rojos-ch.jpg

2η Νυχτερινή (”Βαγόνια”)

- Σε ποιο βαγόνι είσαι;Πριν πω τον αριθμό που έγραφε το εισιτήριο, ήξερα ήδη ότι είχα αποκτήσει παρέα γι αυτό το βράδυ. Μια παρέα που δεν αναζήτησα, δεν έψαξα, δεν κυνήγησα. Μία γυναίκα συνηθισμένη και προφανώς μόνη, ζητούσε συντροφιά. Ήταν φανερό. Και δεν μπορούσα ή μάλλον δεν ήθελα να την αποφύγω.- 345Α.Δεν ήξερα όμως αν άντεχα κάποιον ή κάποια να περάσουμε μαζί όλο το βράδυ. Ήταν ένα ταξίδι 13-14 ωρών. Από τις 6 το απόγευμα. Μάλλον δεν με απασχολούσε. Ίσως να με συγκίνησε και να εκτίμησα το ενδιαφέρον της, αλλά μέχρι εκεί. Ένα απόγευμα συννεφιασμένης Κυριακής ήταν. Που επέστρεφα. Σε μια πραγματικότητα που πληγώνει όταν σε καταβάζει από τα σύννεφα στην απτή αλήθεια της. Ένα ακόμα μέτριο και σκυμμένο δειλινό. Που το πορτοκαλί του έπνιγε το γαλάζιο και κατάπινε τη μέρα, χωρίς κανείς να θέλει να του φέρει εμπόδιο. Να χαλάσει το πεπρωμένο. Κι ό,τι γράφει στη μοίρα του καθενός.

- Ω!, πρέπει να αλλάξω το εισιτήριο, είπε προετοιμασμένη και με ύφος πανικού. Πιστεύω να γίνεται να αλλάζει. Μη φύγεις…

Κατάλαβα ότι “κάτι συμβαίνει εδώ”, αλλά και πώς να φύγω. Σαράντα νοματαίοι όλοι κι όλοι θα ανεβαίναμε. Και γιατί στην τελική να κρυφτώ; Ένας γοητευτικός κίνδυνος ήταν.

- Ρωτήστε, την παρακίνησα με προσποιητό ενδιαφέρον.

Μετά από μια ώρα καθυστέρησης, πέρασε επιτέλους και μας πήρε το τρένο. Αφετηρία Ορμένιο, Έβρος. Προορισμός Σταθμός Λαρίσης, Αθήνα. Εννέα βαγόνια με κουπέ και διάδρομο στην άκρη, τρία απλά με διπλή σειρά καθισμάτων, ένα διαμορφωμένο σε μπαρ -εστιατόριο και του μηχανοδηγού. Οι επιβαίνοντες συνήθως μουσουλμάνοι της Θράκης, τα τσαντόρ στις γυναίκες τους με τα καλάθια στα χέρια τούς προσδιόριζαν, τσιγγάνοι, αγρότες απ’ τα χωριά, στρατιώτες αλλά και πολλοί φοιτητές κυρίως από Ξάνθη - Κομητηνή. Η σχεδόν πάντα ίδια ανθρωπογεωγραφία της επιβατικής. Κάθε τέλος εξεταστικής οι φοιτητές ήταν πλειοψηφία. Εγώ περιμένοντας τα αποτελέσματα, άργησα την επιστροφή. Ίσως και να μην ήθελα να φύγω. Να κρατήσω ακόμα. Η ελπίδα που πεθαίνει τελευταία. Μπας κι αλλάξει κάτι.

Η 604 θα έκανε ένα μεγάλο κύκλο περνώντας από σύνορα και τη μαγευτική λίμνη Δοϊράνη με τα πολύχρωμα ξενοπούλια, πριν βγεί στη Θεσσαλονίκη. Σε όλη αυτή τη διαδρομή αλλάξαμε πολλά βαγόνια και πολλές θέσεις. Στην αρχή σε ένα βαγόνι σαν λεωφορείο με αντικρυστές θέσεις, παραπονέθηκε ότι κάνει κρύο. Χαιρέτησε μια γνωστή της που είχαν βγάλει μαζί εισιτήριο και μου ζήτησε ευγενικά και σα να με ήξερε χρόνια, να κοιτάξω για κάτι πιο ζεστό. Με ακολούθησε. Όμως στην πραγματικότητα με οδηγούσε. Σταθήκαμε στο μπαρ για καφέ.

Καταλήξαμε σ’ ένα βαγόνι που κόλλησε έξω από το Κιλκίς καινούργιο, καθαρό και άδειο. Κλειστήκαμε σε ένα κουπέ με σωμόν ξεθωριασμένες κουρτίνες και μπορντώ καθίσματα. Κάθησε απέναντί μου. Μου μιλούσε για την καθημερινότητά της. Για τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς της. Μια ζωντανή γυναίκα, ένας άνθρωπος με φιλοδοξίες, που κάνει τόσα όνειρα, αλλά και με ολοφάνερες ελλείψεις. Την άκουγα ευχάριστα, αλλά ήμουν καρφωμένος στο παράθυρο, στον κόσμο και στη μέρα που έφευγαν βιαστικά. Μου έκλεινε το μάτι με νόημα ο ήλιος καθώς έφευγε. Η νύχτα έριχνε για σεντόνι ένα βαθύ μπλε δίχτυ που σκέπαζε ενοχές κι έσβηνε ίχνη από τα χρόνια που πέρασαν. Τσιγάρο στο τσιγάρο. Βαγόνι στο βαγόνι.

(πίνακας “dos trenes rohos” by Diego Manuel”)

ΥΓ. Χρόνια Πολλά κι ευτυχισμένα σε όλες τις Μαρίες του κόσμου. Επίσης πολύχρονες οι Δέσποινες, Παναγιώτηδες και Παναγιώτες και όλα τα ονόματα που γιορτάζουν ανήμερα της Παναγίας. Ειδικότερα, στις διαδικτυακές μου αγαπημένεςτην νεφέλη τ’ ουρανού μου (γιορτάζει τώρα) την ηλιαχτίδα (δεν γιορτάζει τώρα) την Μαρία την μικρή (γιορτάζει ανάλογα) την Μαριλένα (που γιορτάζει δυο φορές) και μια ακόμη που δεν είναι σωστό να αποκαλύψω το όνομά της

Next Page »