Best of


(Περίληψη προηγουμένων. Ο Άγγελος Φωκάς φιλόδοξος νέος επαγγελματίας, με την ευκαιρία της παράδοσης ξενοδοχειακού εξοπλισμού σε μια μονάδα στο Φουρνέ Χανίων θέλει να αγοράσει το ξενοδοχείο. Κάνει αναδρομή στον παλιό του έρωτα με τη Μυράνθη Καλλέργη την κόρη του ιδιοκτήτη που όμως έχει πια χαθεί. Μέσα στις ανθισμένες πορτοκαλιές ο Άγγελος ψυχανεμίζεται ότι η Μυράνθη ζει. Και υπογράφει αμέσως το συμβόλαιο αγοράς του κτήματος και της μονάδας).
Μυράνθη Καλλέργη
Γ΄ -Ο ήχος της στιγμής.

Είχε ήδη νυχτώσει. Οι πορτοκαλανθοί έπαιρναν θέση. Μια αύρα από το Λυβικό πέρασε από το Φραγκοκάστελλο, πήδησε τον Ψηλορείτη κι έπεσε σαν σύννεφο. Ένα σεντόνι που σκέπασε σαν άχνη το κτήμα Καλλέργη στο Φουρνέ. Το φως στο κελάρι έσβησε. Έμεινε ένα άρωμα. Να πολλαπλασιάζεται. Διαπεραστικό…
Ο Άγγελος Φωκάς ήταν πολύ κουρασμένος. Έσφιξε το συμβόλαιο στα χέρια και με το άρωμα των πορτοκαλανθών να έχει αγκαλιάσει την ατμόσφαιρα, κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Το ξενοδοχείο μέσα στις πρώτες μέρες της άνοιξης ήταν άδειο.
Ανέβηκε αργά τη δρύινη σκάλα και με τρεμάμενα χέρια από τη συγκίνηση άνοιξε την πόρτα, μετά το παράθυρο για να μπει η αύρα από το Καστέλλι με τις ευωδιές του Φουρνέ κι έπεσε στο κρεβάτι. Κοίταξε φευγαλέα το συμβόλαιο για να δώσει εντολή στον λογιστή του να μεταβιβάσει το ποσό στο λογαριασμό του Καλλέργη και με έκπληξή του διαπίστωσε ότι στη θέση του ποσού έγραφε 1 ευρώ . Ο γεροξενοδόχος ουσιαστικά του χάριζε όλη του την περιουσία, όλα αυτά που κανονικά έπρεπε να αφήσει στην κόρη του.
Σηκώθηκε γρήγορα και έψαξε να βρει τον Καλλέργη μέσα στην καταχνιά και τη δροσιά της ανοιξιάτικης νύχτας. Ήταν αδύνατο να δεχθεί ένα τέτοιο δώρο. Οι κόποι μιας ζωής δεν εκχωρούνται έτσι. Όλα τα φώτα του ξενοδοχείου ήταν κλειστά. Ο Άγγελος δεν ήξερε ποια πόρτα να χτυπήσει. Υπήρχε μια απέραντη σιωπή και μόνο ο αέρας από το ανοιχτό παράθυρο έδινε ακούσματα εκείνη τη βραδιά. Γύρισε πίσω και εκεί τον περίμενε μια έκπληξη.
Πάνω στο κομοδίνο του βρήκε το βάζο γεμάτο με πορτοκαλανθούς όπως όταν είχε συναντήσει τη Μυράνθη πριν δέκα χρόνια. Άγγιξε τα εύθραυστα λουλούδια με προσοχή προσπαθώντας να μυρίσει, να ρουφήξει κάτι από την αγαπημένη του. Έκλεισε τα μάτια και τότε…

- Γύρισες τελικά. Καλώς ώρισες Άγγελε. Σε περίμενα.

Πίσω από την πλάτη του μια φωνή βαθιά και θηλυκή που του θύμιζε τόσα…Όλα σαν ταινία πια επέστρεφαν στο μυαλό του. Το πράσινο ποδήλατο, το σακίδιο, τα αμπέλια και η αέρινη Μυράνθη, εκείνο το τρελόπλασμα που δεν είχε σταματημό, τα κρασιά στο κελάρι, το χαρτάκι με το σημείωμά της… Ήταν εκείνη, η φωνή της τόσο αξέχαστη αλλά και τόσο διαφορετική, φωνή ώριμη αλλά και ζεστή.
Δίστασε να γυρίσει να την δει. Φοβήθηκε μήπως το όνειρο χαθεί. Μήπως δει μια οπτασία και πως η Μυράνθη τον επισκέπτεται τις νυχτερινές ώρες απλά για να τον συντροφεύει, σαν πνεύμα που όμως δεν έχει βρει ακόμα ησυχία. Όλα αυτά που είχε καταλήξει ότι δεν ισχύουν, κυριαρχούν πάλι στην σκέψη του. Έκανε μια ευχή…
Αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο.

- Κοίταξέ με. Άγγιξε με.

Γύρισε το πρόσωπο αλλά τα μάτια του παρέμειναν κλειστά. Έφερε τ’ ακροδάχτυλα πάνω σε ένα σώμα που έβγαζε μια ονειρική πνοή, ένιωσε μια ανάσα κι ένα άρωμα γνώριμο. Χάιδεψε τα μακριά της μαλλιά. Τα βλέφαρα και τα χείλη. Πέρασε με το πάνω μέρος της παλάμης του όλο το πρόσωπο της και σκούπισε ένα δάκρυ χαράς που δειλά ξεπήδησε.
Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε μια υπέροχη κοπέλα με ξανθά μαλλιά και γαλαζοπράσινα μάτια, ντυμένη με ένα πορτοκαλί μακρύ φουστάνι. Του χαμογέλασε.

-Λοιπόν; Τι λέτε κύριε … Φωκά;

Η Μυράνθη είχε πάρει για λίγο το κοριτσίστικο πειραχτικό ύφος που τότε τον κατέκτησε.

-Είναι αλήθεια.

Δεν τον άφησε να ξαναμιλήσει. Τον έπιασε απαλά από το πρόσωπο και τον τράβηξε. Χαρίζοντάς του σε ένα φιλί όλα όσα του όφειλε δέκα ολόκληρα χρόνια. Τη ζωή της. Την χαμένη ζωή της. Και τον έρωτά της. Το μοναδικό αντάλλαγμα για όσα φτερούγιζαν μέσα της για εκείνον. Τον πορτοκαλανθό των ονείρων της.

Σώμα και ψυχή σε μια βραδιά ανείπωτη και ανεπανάληπτη.
Και ήχους του χάρισε.
Από έναν χτύπο καρδιάς που ακούστηκε διπλός.
Από το φτεροκόπημα που κάνουν τα αγριοπούλια.
Από δυο ανάσες που ενώθηκαν.
Από τη λέξη ενός λουλουδιού στον αέρα.
Από τη “στιγμή” της.



(Περίληψη του προηγούμενου: Ο Άγγελος Φωκάς, ένας 35άρης ανερχόμενος επαγγελματίας αποφασίζει να αγοράσει μια ξενοδοχειακή μονάδα στο Φουρνέ των Χανίων με τη σκέψη του όμως στην Μυράνθη Καλλέργη την κόρη του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου που ερωτεύτηκε πριν δέκα χρόνια όταν έκανε διακοπές στο νησί. Μετά από συζήτηση με τον ξενοδόχο συμπεραίνει ότι η Μυράνθη που γνώρισε δεν ήταν παρά ένα πνεύμα. Ενός 17χρονου κοριτσιού που έφυγε από τον κόσμο πριν προλάβει να γνωρίσει τις χαρές της ζωής. Ο Άγγελος πιστεύει ότι η αγαπημένη του Μυράνθη ξαναζεί στους πορτοκαλανθούς και κάνει αισθητή την παρουσία της απλόχερα και μεθυστικά στον αέρα, στους καρπούς και στους ανθρώπους…
)
Μυράνθη Καλλέργη
- Β΄ Μυράνθη
… Το στόμα του καλύφθηκε από μια δύναμη υγρή, ερωτική. Ανάμικτη με γεύσεις από κρητικό ρακόμελο και φρεσκοστιμένο πορτοκάλι. Το μπουμπούκι άνοιξε, κόλλησε στα χείλη του, ο μίσχος λύγισε και τον αγκάλιασε μαζί με το κλωνάρι. Μια παράξενη εικόνα που χάθηκε μόνο αφού ο Άγγελος ρούφηξε σαν αδηφάγα μέλισσα τον τελευταίο κόκκο γύρης κι αφού το λουλούδι μετάγγισε όλη του την ευωδιά και γεύση.
Απέμεινε να ξαπλώνει πάνω στην κρήσσα γη, μόνος πλάι σε ένα δέντρο. Με τα χέρια του να χαϊδεύουν το χώμα. Και τ’ ασπρολούλουδα πεσμένα γύρω, στα γόνατα και στο στήθος - όπως όταν κάτι τινάζει τα δέντρα. Σαν μάτια που ταξίδεψαν στ’ όνειρο και κατέβασαν τα βλέφαρα. Σαν παραδείσια πουλιά που ήπιαν νερό και στάθηκαν να ξαποστάσουν.
Όταν συνήλθε ήταν σχεδόν βέβαιος ότι μέσα σε όλα αυτά υπήρχε η Μυράνθη, το κορίτσι που αγάπησε πριν καν γνωρίσει, πριν το ανιχνεύσει, πριν το αγγίξει με τα δάχτυλα, πριν ανακαλύψει τα κρυφά μονοπάτια της ψυχής και της λαχτάρας της. Ακόμα και τώρα που του είπαν ότι δεν ζει στον κόσμο του, τον έλκει, τον καλεί κοντά της με τον τρόπο που μόνο μια γυναίκα ξέρει.
- Μια γυναίκα; αναρωτήθηκε φωναχτά αυτή τη φορά ο Άγγελος Φωκάς και έλαμψαν τα μάτια του…
Έτρεξε πάλι πίσω στο κελάρι με τα κρασιά και βρήκε γονατιστό και δακρυσμένο τον Καλλέργη να κρατάει ένα μπουκάλι “Μυράνθη” στην αγκαλιά του.
- Το ξενοδοχείο λέγεται “Μυράνθη Καλλέργη” και το όνομά της το γράφει ο τηλεφωνικός κατάλογος και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Παντού εμφανίζεται σε όλα τα sites στο διαδίκτυο. Σα να ανήκει σ’ εκείνη το ξενοδοχείο. Πείτε μου την αλήθεια. Τι συμβαίνει με την Μυράνθη;
- Σου είπα την αλήθεια Άγγελε, χάθηκε πριν δέκα χρόνια περίπου. Τρεις μήνες πριν εμφανισθείς εδώ.
- Τι εννοείτε ότι χάθηκε; Θέλετε να πείτε ότι δεν είστε σίγουρος ότι πέθανε;
- Εξαφανίσθηκε. Σα ν’ άνοιξε η γη και την κατάπιε. Ψάξαμε παντού σε όλη την Κρήτη σε όλο τον κόσμο. Δεν βρέθηκε ποτέ και πουθενά κανένα ίχνος της.
- Έχω την αίσθηση ότι δεν μου τα λέτε όλα.
Ο Άγγελος άρχισε να εκνευρίζεται και προσπαθώντας να μάθει την αλήθεια γίνεται επιθετικός, ίσως άδικα στον Καλλέργη.
-Ένας πατέρας δεν θα πίστευε ποτέ το θάνατο του παιδιού του Άγγελε αν δε δει με τα μάτια του. Όμως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για ένα γονιό να έχει χάσει το παιδί του, να μην ξέρει που βρίσκεται, αν ζει … Εδώ στο κελάρι αισθάνομαι κοντά της…
Ο Άγγελος τον διέκοψε απότομα.
-Γιατί έφυγε η Μυράνθη από το σπίτι;
Ο Καλλέργης ταράχθηκε…δεν μίλησε όμως. Ο Φωκάς συνέχισε…
- Το ξενοδοχείο και το κτήμα σάς είπα ότι θα το αγοράσω. Όταν υπογράψουμε τα συμβόλαια πρέπει να μου πείτε όλη την αλήθεια.
Ο ξενοδόχος είχε έτοιμα τα συμβόλαια και το στυλό στην τσέπη του. Για πρώτη φορά χαμογέλασε. Η τιμή του ξενοδοχείου ήταν μοναδικά χαμηλή. Παράξενο. Χαιρόταν ενώ ήταν έτοιμος να δώσει σε εξευτελιστική τιμή ένα συγκρότημα που βρισκόταν σε πλήρη άνθιση. Πήρε το επίσημο ύφος του .
-Υπογράψτε κύριε Φωκά και θα σας ανήκουν όλα.
Ο Άγγελος βιαστικά υπέγραψε και παρά την εμπορική και γραφειοκρατική διαστροφή του, δεν κοίταξε ποσά και λεπτομέρειες.
-Λοιπόν σας ακούω. Την Μυράνθη τη διώξατε, δεν εξαφανίσθηκε μόνη της. Τα λέω καλά;
- Την εποχή εκείνη, η πανσιόν και το κτήμα με τα αμπέλια δεν πήγαιναν καλά. Η μητέρα της είχε πεθάνει πριν κάποια χρόνια και μόνος μου δεν μπορούσα να την μεγαλώσω όπως της άξιζε. Είχα μεγάλη αγάπη στην Μυράνθη κι εκείνη το ίδιο σε μένα. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να κάνω κάτι για εκείνη. Είχε πια μεγαλώσει, ήταν στα 17.
- Ήταν μόλις 17 κύριε Καλλέργη.
-Την έβλεπα πώς έτρεχε, ήταν ζωηρή, ένας άνεμος ήταν. Από την άλλη μεριά κι εγώ μεγάλωνα, φοβήθηκα μη γίνει κάτι και μείνει μόνη…
- Κατάλαβα. Και αποφασίσατε να την παντρέψετε με κάποιον που δεν ήθελε… Αυτό είναι για σας τίμιο και σωστό; Να την δώσετε στον οποιονδήποτε πριν καν αισθανθεί τι σημαίνει ζωή;
- Όχι Άγγελε! Ο άνθρωπος που την ζήτησε ήταν προκομένος, κοπέλι πρώτης τάξεως… Τι λέω όμως; έχεις δίκιο, τα κατάλαβα αυτά πολύ καλά αλλά ήταν αργά… θέλω να ξέρεις ότι ήθελα μόνο να είναι ευτυχισμένη…
- Αυτό που ξέρω κύριε Καλλέργη είναι ότι η Μυράνθη έφυγε και σας άφησε πλούτη. Χάσατε τη ζεστασιά και την αγάπη της μονάκριβης κόρης σας αλλά τελικά η επιχείρηση έκανε τεράστια επιτυχία. Αλήθεια γιατί την πουλάτε τόσο φθηνά; Δεν πίστεψα ξέρετε εκείνο το επιχείρημα που μου είπατε… Έχω όμως την απορία. Γιατί; Τώρα που υπογράψαμε τα συμβόλαια. Πείτε μου.
-Όταν έφυγε η Μυράνθη ήρθε μια νύχτα -πες σαν όραμα- και μου είπε ότι θα έχει αυτόν που θέλει εκείνη αλλά και με την δική μου έγκριση. Δεν ήξερα πώς θα γίνει αυτό αφού είχε εξαφανισθεί και τι σήμαινε ο γρίφος. Αυτό το κτήμα Άγγελε έχει ακόμα την ανάσα της, πίστεψέ το την αισθάνομαι και κάθε φορά που το πλησιάζεις εσύ γίνεται πιο ανθηρό. Ξέρω ότι είναι τρελό αλλά σκέφτηκα ότι θέλει εσένα, γι αυτό σου ζήτησα να πάρεις δικό σου και το συγκρότημα και το χτήμα. Έχω μια ελπίδα στο πίσω μέρος της ψυχής μου ότι έτσι η Μυράνθη θα με συγχωρέσει και θα εμφανισθεί πάλι ζωντανή και με σένα δίπλα της. Την έχεις δει κι εσύ, έτσι δεν είναι; Πες μου ότι την έχεις δει…
Ο Άγγελος Φωκάς έγνεψε θετικά, γονάτισε κι αυτός. Άγγιξε ένα μπουκάλι και με τον Καλλέργη έκαναν μαζί μια βουβή προσευχή. Είχε ήδη νυχτώσει. Οι πορτοκαλανθοί έπαιρναν θέση. Μια αύρα από το Λυβικό πέρασε από το Φραγκοκάστελο, πήδησε τον Ψηλορείτη κι έπεσε σαν σύννεφο. Ένα σεντόνι που σκέπασε σαν άχνη το κτήμα Καλλέργη στο Φουρνέ. Το φως στο κελάρι έσβησε. Έμεινε ένα άρωμα. Να πολλαπλασιάζεται. Διαπεραστικό…

(συνεχίζεται και τελειώνει στο επόμενο)

Μυράνθη Καλλέργη
Α’ Πορτοκαλανθός

«Μεθυστική η μυρωδιά των ανθών…”
Ήταν πολλές οι σκέψεις αλλά περισσότερες οι αισθήσεις που τον αγκάλιαζαν εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα που βρέθηκε έπειτα από δέκα χρόνια στα μέρη της. Οδηγούσε ένα καφέ καντέτ που νοίκιασε λίγο έξω από τη Σούδα. Συνόδευε ένα καμιόνι με ξενοδοχειακό εξοπλισμό με προορισμό ένα πορτοκαλοχώρι, το Φουρνέ και την τουριστική μονάδα «Μυράνθη». Στο βάθος του μυαλού του τριγύριζε η πρόταση από τον ιδιοκτήτη της να αγοράσει το ξενοδοχείο μαζί με το κτήμα σε απίστευτη τιμή.
Είχε από καιρό συνειδητοποιήσει ότι μεγαλώνοντας έγινε πιόνι του συστήματος και κυνηγός του χρήματος, αλλά υπήρχε κι ένας πιο δικός του λόγος, συναισθηματικός, που τον παρότρυνε ν’ αγοράσει αυτό το κτήμα. Προχωρούσε πατώντας ελάχιστα το γκάζι για την ασφάλεια του πανάκριβου εμπορεύματος. Αργά όπως τότε, το καλοκαίρι που σαν 25άρης με το σακίδιο στον ώμο, στα δρομάκια ανάμεσα από τα δέντρα, γύριζε με ένα πράσινο ποδήλατο όλη την Κρήτη.
Το τιμόνι ταίριαζε τις στροφές του Ομαλού, όταν το βλέμμα του, μην αντέχοντας, ξέφυγε σε κείνο που τον είχε συνεπάρει. Σε μια ατέλειωτη έκταση τη γη σκέπαζε ένα χαλί πράσινο. Στολισμένο με μικρές λευκές βούλες, που το δειλινό που ‘γερνε στις αητοκορφές του Ψηλορείτη χάριζε λάμψη μ’ ένα ζωηρό φως κι έκανε τ’ ασπρολούλουδα να μοιάζουν με πορτοκαλί καναρίνια έτοιμα να πετάξουν. Ξανοίγοντας στον ουρανό έβγαζαν μια αλησμόνητη μυρωδιά που έκανε ζωντανότερη την εικόνα αυτού του παραδείσου και δεν τον ξεχνάς ποτέ, αρκεί να τον διαβείς μια φορά ανασαίνοντας την άνοιξη στην πλάση του.
……………
Σα να’ ναι τώρα τη θυμάται. Όπως τώρα ήταν σούρουπο. Έτρεχε σαν αγρίμι στα χωράφια. Ανάμεσα στ’ αμπέλια και ύστερα απέναντι από το δρόμο, στους πορτοκαλεώνες που εκείνο τον καιρό ήταν λίγοι και τ’ άρωμα τους ελαφρύ. Συμπέρανε με πρόχειρο συλλογισμό ότι το αμπέλι δεν απέδιδε κέρδος όσο τα πορτοκάλια, γι αυτό άλλαξαν το είδος της παραγωγής. Τώρα, στα έσχατα φώτα της μέρας με τον ήλιο να καρφώνει τα μάτια, μια λευκή σκιά στη μορφή της τον τριγυρίζει σαν διάφανη οπτασία.
Μέσα του είχε μείνει ζωγραφιστή φιγούρα το ξανθό κορίτσι των 17 ετών που έτρεχε ανάμεσα στ’ αμπέλια όπως ο άνεμος και το άρωμά της πνοή από ροζακί σταφύλι να σκορπάει στον αέρα. Όταν την είδε να διασταυρώνει το δρόμο, σταμάτησε και της φώναξε:
-Σας παρακαλώ, επειδή μάλλον έχω χαθεί, υπάρχει κάποιο μέρος να περάσω το βράδυ;
-Υπάρχει μια πανσιόν εδώ κοντά. Μπορείτε να περάσετε με το ποδήλατο μέσα από τις πορτοκαλιές;
Θυμάται ότι τότε δεν τον ενοχλούσε τίποτα. Δεν τον πείραζαν οι αναποδιές. Κατέβηκε από το ποδήλατο. Όμως εκείνη έβαλε όλη της τη φόρα και έγινε άπιαστη. Ακολούθησε τα βήματά της και όταν μετά από δέκα λεπτά έφτασε στην πανσιόν, την είδε να στέκεται στην εξώπορτα και να του χαμογελάει.
-Έγινες καπνός και δεν μου είπες ούτε το όνομά σου.
-Το γράφει η ταμπέλα.
- “Μυράνθη”;
Πλησίασε την πανσιόν προσέχοντας την καλλίγραμμη επιγραφή μέχρι που ένας σοβαρός πενηντάρης τύπος βγήκε από τη ρεσεψιόν και του συστήθηκε με συγκρατημένο χαμόγελο.
-Καλησπέρα. Βρίσκεστε στον αμπελώνα Καλλέργη. Είμαι ο ιδιοκτήτης αυτού του ξενοδοχείου. Πώς βρεθήκατε εδώ; Δεν είναι συνηθισμένο πέρασμα για τουρίστες.
- Κάνω το γύρο της Κρήτης και με τράβηξε η μυρωδιά από τ’ αμπέλια.
- Να και κάτι ευχάριστο. Τα σταφύλια μάς έφεραν έναν πελάτη. Μπορείτε να μείνετε όσο θέλετε. Και να περιηγηθείτε στο κτήμα. Καλή διαμονή κύριε…
- Φωκάς. Άγγελος Φωκάς.
Στην άκρη του ματιού του πρόσεξε την Μυράνθη να τρέχει στα κρυφά κι από τις γωνίες, σε ένα υπόγειο. Άφησε τα πράγματά του στη ρεσεψιόν και αποφάσισε να την ακολουθήσει. Πατούσε προσεκτικά τα ξύλινα σκαλοπάτια βαστώντας τις κουπαστές, γιατί έτριζαν επικίνδυνα. Από το βάθος η φωνή της έσπασε τη σιωπή.
- Μη φοβάσαι και να πέσεις δεν παθαίνεις τίποτα.
- Τι είναι εδώ μέσα;
- Σαν τι σου μοιάζει; Κελάρι είναι κύριε …Φωκά. Γεμάτο κρασιά.
Δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί πώς μπόρεσε να ακούσει το όνομά του. Είδε την ατέλειωτη σειρά με βαρέλια και μπουκάλια που όλα ανέγραφαν τον ίδιο τίτλο “Μυράνθη” σα να τον προκαλούσαν. Κατέβηκε πιο γρήγορα και άρχισε να περιεργάζεται τα μπουκάλια και μετά να χαϊδεύει τα δρύινα βαρέλια. Πήρε ένα μικρό ποτήρι που βρήκε κι άνοιξε μια κάνουλα. Έφερε στη μύτη του το κρασί. Το χρώμα και η ευωδιά του ήταν τόσο καινούργια, αλλά του προξενούσαν ένα παράξενο συναίσθημα, σαν σκηνή που είχε ξαναζήσει.
Γύρισε να δει την κοπέλα όμως εκείνη είχε ήδη εξαφανισθεί. Τακτοποιήθηκε στο δωμάτιο και όταν το βράδυ έκλεισε τα μάτια του, ονειρεύτηκε μια νεράιδα βγαλμένη από το Φραγκοκάστελλο, κόρη κάποιου δροσουλίτη, να πετάει με το λευκό της φουστάνι πάνω από τα αμπέλια και τις πορτοκαλιές και να αφήνει πίσω της στο φόντο του σκοταδιού, ίχνη αστραφτερά σαν νεραϊδόσκονη κι ένα άρωμα τόσο βαθύ και μεθυστικό όπως του κελαριού, μόνο που αυτή η σκόνη έσπερνε άρωμα πορτοκαλανθού κι ένα χρώμα που ζάλιζε όπου το αντίκρυζες.
Το πρωϊ βρήκε δίπλα του, ένα κλαδί πορτοκαλιάς και από κάτω ένα σημείωμα προσεκτικά διπλωμένο.
“Την επόμενη φορά. Θα σε περιμένω Άγγελε. Σ’ αγαπώ…”
Όταν ξημέρωσε γύρισε την πανσιόν και όλο τη κτήμα ψάχνοντας για την Μυράνθη. Όμως εκείνη δεν βρισκόταν πουθενά κι εκείνος δεν ήθελε να ρωτήσει για εκείνη. Κράτησε το σημείωμα. Και μια υπόσχεση που δεν ήξερε αν έπρεπε να την πάρει σοβαρά και τι μπορούσε να σημαίνει.
…………..
Μετά από δέκα χρόνια η τύχη κι ένα τηλεφώνημα τα έφεραν να ξαναβρεθεί στα Χανιά. Αγωνιούσε να την δει, ίσως να τον περίμενε ίσως και όχι, αλλά σίγουρα θα τη συναντούσε μεγαλύτερη, μετρημένη, αλλά και ευαίσθητη. Κράτησε πάντα εκείνο το σημείωμα, κρυμμένο καλά σε κάποιο κουτί με γράμματα και φωτογραφίες. Και τώρα κρυμμένο στην τσέπη του σαν φυλαχτό κι ενωτικό των χρόνων, λόγος λίγος αλλά ικανός για να την ψάξει πάλι. Τόσα χρόνια αγάπη κι ελπίδα καρφιτσωμένες μαζί σ’ ένα σημείωμα. Μόνο που τώρα με μια καλή δουλειά στα χέρια του και αγοράζοντας το ξενοδοχείο, ένιωθε να θέλει την Μυράνθη αληθινά. Ήταν έτοιμος αν ήταν τα πράγματα θετικά να προχωρήσει για όλα…
Στο κτήμα Καλλέργη που πλέον πλημμύριζε από πορτοκαλιές, τον υποδέχθηκε στα σκαλιά σε ένα μεγάλο και σύγχρονο ξενοδοχείο, ο ίδιος ο Καλλέργης χαρούμενος για τη συνάντηση.
- Καλώς ορίσατε. Καλησπέρα. Φέρατε τον εξοπλισμό μας, κύριε …
- Φωκάς.
- Κύριε Φωκά, φυσικά σας θυμάμαι και μάλιστα πολύ καλά.
- Μετά από δέκα χρόνια κ. Καλλέργη;
- Πώς θα μπορούσα να μη σας θυμάμαι; Από εκείνον τον καιρό όλα εδώ άλλαξαν. Τίποτα δεν έμεινε ίδιο.
Ο Άγγελος Φωκάς κοντοστάθηκε αλλά μετά από μικρή παύση ρώτησε.
- Η Μυράνθη πού είναι;
O Καλλέργης τον κοίταξε παράξενα. Αλλά ο Άγγελος συνέχισε.
-…Η κοπέλα που έχετε δώσει το όνομα του ξενοδοχείου, η κόρη σας.
- Η Μυράνθη; Ελάτε μαζί μου.
Τον πήγε στο κελάρι. Τα σκαλοπάτια ήταν πια από μπετόν, αλλά είχαν μείνει πλέον μόνο μερικές δεκάδες από τα μπουκάλια “Μυράνθη” και τα βαρέλια άδεια και γερμένα στο πλάι έμοιαζαν να νοσταλγούν την παλιά εποχή.
- Ό,τι έχει απομείνει από εκείνη κ. Φωκά. Τα έχω κρατήσει αυτά τα μπουκάλια για σας. Δηλαδή για τον αγοραστή του κτήματος θέλω να πω. Θυμάμαι πόσο σας άρεσε η γεύση του κρασιού μας. Όταν ήρθατε εδώ κάνοντας το γύρο του νησιού, είχαν περάσει τρεις μήνες από τότε που τη χάσαμε. Το κρασί αυτό πήρε το όνομά της, επειδή και τα αμπέλια έπαιρναν άρωμα από την Μυράνθη. Ξέρετε της άρεσε να τρέχει ανάμεσα στα σταφύλια.
- Το ξέρω.
- Μα δεν προλάβατε να την γνωρίσετε.
- Το κατάλαβα κύριε Καλλέργη.
- Από τότε σαν από παραξενιά της φύσης άρχισαν τα αμπέλια να μαραίνονται και να αναπτύσσονται ραγδαία…
- Οι πορτοκαλιές.
- Ναι. Τα πορτοκάλια όμως αυτά έγιναν ανάρπαστα στις αγορές, η δε πανσιόν κατακλύστηκε από πελατεία, την αναπτύξαμε σε ξενοδοχείο 4 αστέρων. Απίστευτο δεν είναι; Και όλα ξεκίνησαν αμέσως μετά την επίσκεψή σας. Δεν έκανα παιδιά εκτός της Μυράνθης και θα ήθελα ειλικρινά να πάρετε εσείς το κτήμα. Φέρεται σα να σας αποζητάει. Τόσα χρόνια έμαθα να καταλαβαίνω τα δέντρα, τα άνθη, τους καρπούς. Αυτές τις μέρες που ξέραμε ότι θα ερχόσασταν, τις βλέπω τις πορτοκαλιές πιο ανθισμένες από ποτέ.
- Παρακαλώ να το δώσετε σε μένα. Μείνετε ήσυχος. Θα το προσέχω σα να είναι εκείνη.
Ο Άγγελος βγήκε από το κελάρι μαρμαρωμένος και με ανάμικτα συναισθήματα περπάτησε στο κτήμα. Βούλιαξε τα βήματά του στο νωπό χώμα, έβγαλε από την τσέπη του το κιτρινισμένο πια χαρτάκι κι άρχισε να το σκίζει να το κάνει κομματάκια κι αυτά να τα παίρνει ο άνεμος, να τα σκορπίζει στις κορφές από τις πορτοκαλιές και τα λουλούδια τους να αναδύουν το πιο ερωτικό τους άρωμα.
Πλησίασε ένα άνθος πορτοκαλιάς. Άγγιξε τα πέταλα του, σκούπισε μια δροσοσταλίδα που έμοιαζε δάκρυ χαράς. Έκλεισε τα μάτια. Και το φίλησε.

(συνεχίζεται)

Χθες περπάτησα στα μέρη της. Σα να τη συναντούσα πρώτη φορά. Φορούσε ένα γαλάζιο φουστάνι. Με δαντέλλα στο μπούστο. Τα χέρια της χάδια. Χαμόγελα τα μάτια της. Σύννεφα τα βλέφαρα. Που ανοιγοκλείνουν στον ουρανό. Με πήρε η αύρα του κορμιού της.

Με αγκάλιασε. Γλυκά στο πρώτο κύμα. Αφρός κύλισε πάνω μου. Το βλέμμα της είχε κάτι από φθινοπωρινό ψιλόβροχο. Αυτό που ανατριχιάζει, αλλά δεν ενοχλεί. Την έκλεισα στα χέρια μου.

Με πλάνεψε. Κάθε φορά αλλιώτικη. Πάντα δική μου όμως. Σε ένα ζεστό ταξίδι σαν καλοκαίρι. Στα πολύ βαθιά νερά της. Κι όταν είναι ήσυχη τη λατρεύω. Πιο πολύ τώρα όμως που φουρτουνιάζει. Μοιάζει να εκστασιάζεται.

Συνήθως τα βράδια αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλα τα πρώτα της ίχνη. Το πρωί στάλα στάλα γίνονται πληγές. Κι αυτές λατρεύω. Ό,τι είναι δικό της. Ζαφείρια σκαμμένα στο χώμα. Πύργοι στην άμμο. Φωνή στην έρημο. Ζωή από άγγιγμα.

Ξενύχτησα πάλι. Για όλα. Για την ίριδα στα μάτια. Για τη γεύση της. Για το φέγγισμα στις όχθες της. Βαριά ανάσα. Δροσιά χυμένη στη λίμνη. Ποτάμι στο στήθος. Έρωτας.

Τ’ αλάτι καίει στο λαιμό. Η γλύκα στα χείλη. Η δαντέλλα φουσκωμένη. Τρικυμία. Καράβια τριγύρω. Εκείνη μέσα. Αυτή η νύχτα μένει. Μίλα μου. Μόνο απόψε. Γίνε για μένα. Όπως σε θέλω. Μια θάλασσα.

 

 

Δεν είχε φύγει ακόμα το καλοκαίρι. Τα ξανθά χρώματα όμως στα φύλλα στα δέντρα και στο δρόμο έκαναν ζωηρή την παρουσία του φθινοπώρου. Και από τις δροσοσταλιές στις βιτρίνες καταλάβαινες την υγρασία της ατμόσφαιρας. Πρωϊ Σεπτέμβρη. Η επόμενη μέρα των εκλογών. Στην υπηρεσία που δουλεύω μας δίνουν πάντα άδεια αυτές τις Δευτέρες.

Απο την προεκλογική περίοδο απέμειναν απλωμένα στα πεζοδρόμια σαν σεντόνια μονόχρωμα φειγ-βολάν ανάμικτα κομμουνιστών και χρυσαυγητών, αφίσες κακόγουστες, σκισμένες και βρώμικες, με συνθήματα που υπόσχονται ή κατηγορούν. Οι ίδιοι οι επαγγελματίες των εκλογών αυτή τη μέρα κοιμούνται είτε πάνω σε επίπλαστες δάφνες, είτε για να ξεγελάσουν την πίκρα.

Προσπέρασα αδιάφορα το παρατημένο βαθυκόκκινο αντιεξουσιαστικό κιόσκι κι ένα φιλελεύθερο μπλου ρουά κι είπα να χωθώ σ’ ένα σινεμά δύο ταινιών -στην Αγίου Κωνσταντίνου κατεβαίνοντας δεξιά- για να δω περιπέτειες της Τζήνα αν και τις έχω μελετήσει σε dvd αμέτρητες φορές. Μέχρι να τελειώσει η προηγούμενη παράσταση (ποτέ δεν είδα ταινία από τη μέση όσο τσόντα κι αν είναι) χάζεψα στο διπλανό σεξ-σοπ τους πολύχρωμους δονητές με ζήλεια -κάνοντας τον παραλληλισμό- αλλά ανάμικτη και με περιέργεια για τα σχέδια και τα μεγέθη. Οι φουσκωτές -έτοιμες για όλα- κούκλες δεν έλεγαν πολλά.

Η κοπέλα -μελαχροινή γλυκούλα -στο ταμείο του σινεμά, που με είδε από μακριά να την πλησιάζω, αδιάφορα κι αμίλητα πήγε να μου βγάλει το εισιτήριο.

-Ποιά θέση έχω; την πρόλαβα πιο πολύ για να της πιάσω την κουβέντα.

-Όπου θες κάτσε, είπε και της ξέφυγε το χαμόγελο.

Στα δάχτυλά της έπαιζε με το χαρτάκι έτοιμο να κοπεί από τη δεσμίδα.

- Τις έχεις δει τις ταινίες;

- Θες ανάλυση;

- Όχι, ειλικρινά σου μιλάω, φοβάμαι ότι τις έχω ξαναδεί.

- Και τι σε πειράζει άλλη μια φορά, θα τις εμπεδώσεις.

- Εκείνη που είναι με το συμμαθητή του γιού της, απίθανη είναι, διδάσκει.

- Ποιά καλέ;

- Η Τζήνα.

- Ποιά είναι η Τζήνα;

- Η πρωταγωνίστρια, καλά δεν ξέρεις ποιά παίζει;

- Συμπάθα με φίλε μου, αλλά για να κόβω εισιτήρια είμαι εδώ. Δεν έχω ιδέα από τις ταινίες. Να το κόψω το εισιτήριο τώρα ή θα με βασανίσεις κι άλλο;

- Δεν θα μπω ακόμα. Είναι νωρίς, δεν τέλειωσε η δεύτερη ταινία.

- Και σε χαλάει να την δεις από τη μέση, έτσι;

- Διακρίνω μια ειρωνία…. το όνομά σου;

- Ρένια… Σε πειράζω, συγνώμη. Αλλά όσοι έρχονται εδώ ενδιαφέρονται μόνο για να φτιαχτούν, να ξεχαστούν και να πάρουν δουλειά για το σπίτι.

- Κι εγώ της ίδιας κατηγορίας είμαι, αλλά μ’ αρέσει να αντιμετωπίζω με τη σειρά τα πράγματα. Με λένε Βασίλη.

- Όπως λέμε “my name is Bond”…

- Καλά κορόιδευε… Δεν μου λες βρε Ρένια, τόση ώρα είμαστε εδώ και δεν ακούγεται τίποτα από μέσα, ούτε μπαίνει ούτε βγαίνει κανένας. Μήπως σταμάτησε η παράσταση;

- Πάμε να δούμε, δεν αποκλείεται. Σήμερα ειδικά δεν πατάει ψυχή.

Η Ρένια βγήκε από την καμπίνα του ταμείου, ξεδιπλώνοντας ένα καλοφτιαγμένο σώμα μέσα σε ένα κόκκινο φόρεμα και χαμηλοτάκουνες γόβες. Μπήκαμε στην αίθουσα, οι ταινίες είχαν τελειώσει. Σε μια γωνιά μπορούσες να διακρίνεις δυό κλασσικούς θαμώνες να κοιμούνται. Κι ένα ελαφρύ ροχαλητό έντυνε τη σιωπή. Ψηλά το μικρό παράθυρο της μηχανής προβολής είχε κλείσει και τα σποτάκια του σινεμά ήταν σβηστά. Μόνο τα φώτα των εξόδων κινδύνου έφεγγαν κι έσπαγαν το μαύρο από το σκοτάδι.

Με άγγιξε ενστικτωδώς θέλοντας να αισθανθεί ασφάλεια και ζεστασιά. Καθήσαμε στις ακριανές θέσεις στην πάνω πτέρυγα, περιμένοντας κι εγώ δεν ξέρω τι. Θυμάμαι όμως ότι την είχα αγκαλιά και την χάιδευα τρυφερά, κρυφά και φανερά μέσα στο ημίφως κι ότι στα μάγουλά της σχηματιζόταν ένα χαμόγελο, τα δε μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν κλειστά και τα χείλη της είχαν γεύση από κραγιόν.

Εκείνη πέρασε τα χέρια της μέσα από τα μαλλιά μου, σα να ήθελε να τα ισιώσει και είχε χωθεί στο λαιμό μου μυρίζοντας, φιλώντας και ανασαίνοντας βαθιά. Οι δυο θαμώνες είχαν ξυπνήσει είχαν ξεφύγει το βλέμμα τους από το κάδρο της μεγάλης οθόνης, ήρθαν σε κοντινές θέσεις και μας κοιτούσαν παράξενα.

- Θες να φύγουμε;

- Και η δουλειά σου;

- Θα την αφήσω. Έτσι κι αλλιώς έχω αποφασίσει να “αλλάξω παραστάσεις”.

Αυτό το “αποφάσισα να αλλάξω παραστάσεις” το ακούω από την Ρένια από τότε ως σήμερα. Και φοβάμαι ότι θα συνεχίσω να το ακούω στο διηνεκές. Σαν τα μηνύματα των μονομάχων των εκλογών. Μια ανέσπερη ελπίδα για το καλύτερο.

Την πήρα από το χέρι και περπατήσαμε την Σταδίου, χωθήκαμε χωρίς σκέψη σε κάποια στοά και γραφτήκαμε σε ένα σύλλογο Σαρακατσάνων, χωρίς να έχουμε σχέση, το κάναμε μόνο για να πάμε με το σύλλογο εκδρομή στο Πήλιο. Για να ανανεωθούμε και ν’ αλλάξουμε εικόνες. Στο σινεμά με τις δυο ταινίες ξαναπήγαμε -σαν επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος- ξαναβρήκαμε τους δυο παραδοσιακούς θαμώνες που έγιναν και φίλοι μας. Τα βράδια συναντιόμαστε με τη Ρένια κρυφά από τον κόσμο σε μια μικρή γκαρσονιέρα κι εκεί ζωγραφίζουμε στις όχθες από το πέρασμα του χρόνου πινελιές έρωτα.

Μέχρι να βρεθεί η καλύτερη “παράσταση” έτσι ζούμε κι έτσι θα ζούμε, ταξιδεύοντας σε μικρές καθημερινές περιπέτειες, πάνω στις δάφνες από την μεγαλοσύνη της μετριότητάς μας. Μέσα από τα άγρια μαγιάτικα λουλούδια ξεπηδάει το όνειρο που νομίζουμε άπιαστο, είναι όμως βυθισμένο στην άνοιξη και το αγγίζουμε σαν ευωδιά μέσα από τον έρωτα, σαν ανασεμιά από τον αυθορμητισμό και την αγνότητα της ψυχής μας.

waiting__by_amadeorikefake.jpg

Η κόκκινη φούστα

ΙΑ΄ - Η έξοδος

Για την Γωγώ δεν ήταν τόσο εύκολο. Για οποιαδήποτε γυναίκα δεν θα ήταν. Δεν γίνεται τόσο απλά να αφήσεις ίσως το μοναδικό σου αποκούμπι και να κοιτάξεις κατάματα την έξοδο. Αισθάνθηκε όμως ότι η θεία της είχε κάνει πολλά για εκείνη και δεν μπορούσε να της φορτώσει και τη γέννηση ενός παιδιού. Και μάλιστα εκτός γάμου.

Μαζί με τα Μέγαρα άφησε και τη δουλειά της δακτυλογράφου. Είχε μαζέψει κάποια χρήματα πήρε και από τη θεία της κάποια άλλα, μαζί με την διαβεβαίωση ότι η πόρτα της θα είναι πάντα ανοικτή.

Μέχρι να φύγει έψαχνε στις εφημερίδες για ένα σπίτι αν είναι δυνατόν κοντά στον Πειραιά και κάποια δουλειά. Βρήκε στο Αιγαλεω ένα μικρό ισόγειο σπίτι με αυλή και με λουλούδια, της άρεσε ήταν χαμηλό και το ενοίκιο και το έπιασε.

Όταν άρχισε πια να μένει εκεί δεν ήταν περισσότερο από 21 χρονών. Δίπλα ακριβώς υπήρχε μια πολυκατοικία και στον δεύτερο όροφο έμενε η Σούλα μια ανύπαντρη γυναίκα 40 ετών τότε που τα επόμενα χρόνια θα γινόταν η καλύτερη φίλη της. Εκείνη συνάντησε από την πρώτη στιγμή και της είπε λεπτομέρειες για το σπίτι για την μικρή - μεγάλη ιστορία που κουβαλούσε μέσα του. Η Γωγώ κέρδισε την εκτίμηση και την αγάπη της Σούλας από την αρχή.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν στην εξεύρεση εργασίας και ειδικά για μια έγκυο γυναίκα χωρίς κάποιον δίπλα της ήταν ακόμα μεγαλύτερο. Ο αγαπημένος της Παντελής και μελλοντικός πατέρας χωρίς να το γνωρίζει, ήταν στο πρώτο του ταξίδι στους ωκεανούς και δεν είχε δώσει ίχνος ζωής εδώ και ένα μήνα. Η Γωγώ επικοινώνησε με την ναυτιλιακή εταιρεία και τους έδωσε το τηλέφωνο της Σούλας μέχρι να εγκαταστήσει το δικό της, για να το έχει ο Παντελής υπόψη του.

Ένα απόγευμα ανέβηκε στην Καστέλλα, έκατσε στο ίδιο τοιχαλάκι που γνωρίστηκαν. Και κεί κοιτάζοντας το πέλαγος είδε ξανά τα μάτια του να την κοιτάνε με την ίδια φλόγα όπως την πρώτη φορά. Μόνο που τώρα είχε κάτι από εκείνον μέσα της. Τα βράδια η Γωγώ πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά περιδιαβαίνοντας τα μέρη που περπατούσαν μαζί.

Έτσι συναντήθηκε μια μέρα με τον Σταμάτη. Την είδε μόνη της νύχτα στο λιμάνι, πίστεψε ότι είναι πόρνη και την πλησίασε.

- Θες να πάμε μαζί;

- Πού να πάμε;

- Δεν ξέρω, όπου να ‘ναι, εσύ να μου πεις. Στο σπίτι σου ή σε κάποιο ξενοδοχείο ας πούμε.

Η Γωγώ κατάλαβε τι ήθελε ο νεαρός αλλά της άρεσε το παιχνίδι με τις λέξεις και τις παρεξηγήσεις.

- Θες να κοιμηθούμε μαζί, έτσι;

- Να κοιμηθούμε αν το θες και συ.

- Έχεις ανάγκη λοιπόν από γυναικεία συντροφιά απόψε.

- Ναι όπως το λες είναι. Και είσαι πολύ όμορφη.

Δεν του είπε ότι δεν είναι πόρνη, δεν του είπε ότι είναι έγκυος. Εξάλλου εκείνον τον ενδιέφερε η συντροφιά της. Και μόνο.

Του έδωσε ότι γύρεψε. Κι εκείνη το ήθελε. Πήγαν στο Αιγάλεω κι έκαναν ξέφρενο έρωτα όλο το βράδυ. Όχι με χρονικά όρια και κανόνες. Πέρασαν έτσι μια γλυκειά ερωτική νύχτα. Μόνο κάθε φορά που το έκαναν, έκλεινε τα μάτια η Γωγώ , έλεγε “μέρα μου”, φανταζόταν τον Παντελή και ευχαριστιόταν την στιγμή. Μόνο έτσι.

Το πρωϊ φεύγοντας, της άφησε δέκα χιλιάδες και την ξύπνησε μ’ ένα φιλί στο στόμα.

- Θα ξανάρθω, με λένε Σταμάτη.

- Να ξανάρθεις.

_antrim__sunset__red_sea_oct_76.jpg

Η κόκκινη φούστα

Ι’ - Κόκκινο της Αφρικής

Blue stream - Ημερολόγιο - 25η ημέρα

Στο Σουέζ πήραμε πίσω τον Μοχάμετ και ησύχασα κι εγώ και οι βάρδιες στο μηχανοστάσιο. Το καράβι έμοιαζε να βρήκε ρυθμό στην Ερυθρά θάλασσα και η ρότα του στα αβαθή και κοραλλένια νερά ανάμεσα από τις φελούκες των ψαράδων της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας ήταν στρωτή χωρίς άλλες καθυστερήσεις. Θα πιάναμε στο Μογκαντίσου στη Σομαλία για ανεφοδιασμό σε καύσιμα και για νέες εντολές από την ιδιοκτησία. Κυκλοφορούσε στους ναύτες μια φήμη ότι οι Κινέζοι δεν είναι εντάξει με το ναύλο κι ότι ο συνωστισμός που επικαλέστηκαν στο λιμάνι της Σαγγάης για την αργοπορία, ήταν δικαιολογία για να κερδίσουν χρόνο.

Κάποιο σούρουπο όταν περνούσε το Blue Stream τον κόλπο του Άντεν και το Τζιμπουτί και ανοιγόταν στον Ινδικό Ωκεανό, ο Παντελής βρήκε τον Αιγύπτιο συνεργάτη του στο κατάστρωμα. Είχε χυθεί σε μια γωνιά κι έξυνε ένα μαύρο εβένινο παλούκι που είχε φέρει από τα μέρη του. Του έδινε μορφή γυναίκας. Σκάλιζε στήθη και καμπύλες. Έκατσε κι εκείνος και του άφησε ένα κουτάκι μπύρας δίπλα του. ’Εμεινε για λίγο αμίλητος να ατενίζει το κόκκινο ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα μέχρι που γύρισε και τον κοίταξε. 

- Βρε Μοχάμετ θέλω να σε ρωτήσω από μέρες, πώς τις ρεγουλάρεις δυο γυναίκες στο σπίτι; Θέλω να πω δεν έχουν ανταγωνισμό μεταξύ τους;

Ο Μοχάμετ χαμογέλασε αλλά συνέχισε τη δουλειά του.

- Οι γυναίκες είναι όπως τις μάθεις Παντελή. Οι δικές μου είναι αγαπημένες γιατί ήξεραν από την αρχή ότι θα είναι έτσι. Μικρές ήταν και άμαθες όταν τις πήρα. Περίπου την ίδια εποχή τις παντρεύτηκα και τις δυο. Εμείς στη θρησκεία μας επιτρέπεται όπως ξέρεις να έχουμε περισσότερες γυναίκες. Πριν τις πάρουμε όμως, σκεφτόμαστε καλά αν μπορούμε οικονομικά να συντηρήσουμε και αυτές και τα παιδιά που θα κάνουμε. Δεν είναι σε όλους εύκολο να διαθέτουν πολλές. Εξάλλου κι εσείς αν θέλετε μπορείτε να έχετε γυναίκες δεύτερες και τρίτες. Μόνο που οι δικές σας είναι παράνομες.

- Σα να έχεις δίκιο Μοχάμετ. Μερικές φορές όμως οι παράνομες είναι οι πιο γλυκές. Κάνουν καλύτερο κρεβάτι, σου δίνονται περισσότερο. Γιατί όμως να γίνεται αυτό άραγε;

- Γιατί δεν υπάρχει μονιμότητα. Γιατί τον εραστή τον διαλέγουν όπως στην αγορά τα φρούτα τους ή τον κλέβουν από αλλού ενώ με τον σύζυγο που τον έχουν σίγουρο συμβιβάζονται. Οι παράνομες σχέσεις παίρνουν από σένα και σου δίνουν χωρίς να είναι υποχρεωμένες και αυτό κάνει τον έρωτά τους γνήσιο και πιο παθιασμένο από τον άλλο.

- Εσύ που έχεις χρόνια στα καράβια κι έχεις νόμιμα δυο γυναίκες, θα έχεις κάνει το κέφι σου με γκομενίτσες έξω στα λιμάνια, έτσι δεν είναι;

- Χαχα! Παντελή είσαι τελείως φρέσκος στον ωκεανό αλλά όπως σε κόβω είσαι έτοιμος να τιμήσεις το γυναικείο κορμί στο πρώτο λιμάνι που θα πιάσουμε. Άκου όμως κάτι. Αν θες να γίνεις καλός ναυτικός, να μην επηρεάζεται από θηλυκά. Να σκέφτεσαι πάντα το επόμενο λιμάνι κι όχι αυτό που άφησες.

- Είσαι σοφός Μοχάμετ.

- Είμαι ναυτικός Παντελή. Και χρόνια κάνω αυτό το σκατοεπάγγελμα. Το ποιές γυναίκες πηδάω και αν πηδάω στα ταξίδια μου, πρέπει να με προβληματίζει όσο το ποιοι άντρες μπορεί να πηδάνε τις δικές μου γυναίκες όσο εγώ λείπω. Το θέμα το ερωτικό πρέπει να το δεις ελεύθερα αλλιώς βασανίζεσαι. Αλλά με το που θα βγεις στο Μογκαντίσου θα σε βρει το ερωτικό και θα σε πάρει, δεν χρειάζεται να το σκέφτεσαι, ούτε να κάνεις κάτι εσύ. Διάθεση χρειάζεται να έχεις μόνο.

-Δηλαδή δεν θυμάσαι καμιά γυναίκα με πάθος; Να πεις ότι αν ξαναπάω σε εκείνο το λιμάνι θα την ψάξω;

- Παντελή, ζει στη Σομαλία ένα κορίτσι, μια νέγρα η Ζεχρά. Είναι μιλάμε ο έρωτας μεταμορφωμένος. Δεν σου λέω τίποτα άλλο. Άμα βγούμε θα στη γνωρίσω. Αν δουλεύει ακόμα στο ίδιο μπαράκι βέβαια, το “Shell”.

Blue Stream - Ημερολόγιο - 29η Ημέρα

Όταν πιάσαμε στο Μογκαντίσου, ενημερωθήκαμε από την εταιρεία ότι οι Κινέζοι έλεγαν ψέματα και ναύλος δεν υπήρχε έτοιμος. Τόσες μέρες στη θάλασσα κάναμε ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Για να μη γυρίσουμε πίσω η εταιρεία κατάφερε να μας βρει ναύλο με ξυλεία από το Ουέλιγκτον της Νέας Ζηλανδίας, αφού πρώτα περνούσαμε από το Πορτ Ελίζαμπεθ της Ν. Αφρικής. Η στάση στην Ινδία που σχεδιάζαμε αναστέλλεται και αυτή. Αντιδράσαμε αλλά απειληθήκαμε ότι δεν θα πληρωθούμε. Με την αλλαγή αυτή θα καθυστερούσε η επιστροφή άλλο ένα μήνα.

Εκείνο το βράδυ ο Παντελής γνωρίστηκε με τη Ζεχρά. Ο Μοχάμετ τού έδειξε το μαγαζί που δούλευε αλλά δεν πήγε μαζί του. Προτίμησε να ακολουθήσει τους άλλους για κάποιο στριπτιζάδικο που άνοιξε τελευταία στο λιμάνι και κάνει θραύση στο ναυτικό κόσμο.

Το μπαρ “Shell” ήταν πλημμυρισμένο με ένα κόκκινο φως, τόσο έντονο που άλλαζε το χρώμα σε όλα τα πρόσωπα. Έμοιαζε με τη Σομαλία, την κόκκινη χώρα και την αφρικάνικη έρημο με τον ήλιο που τα θαμπώνει όλα στο πέρασμά του και κάνει αντικατοπτρισμούς στις εικόνες. Δεν είχε πολύ κόσμο. Ακουγόταν χαμηλά μουσική από αμανέδες ανατολίτικους και στο ταβάνι γύριζε θορυβωδώς ένας τεράστιος ανεμιστήρας δίνοντας επιπλέον ρυθμό και ψευδαίσθηση δροσιάς στην υγρή ατμόσφαιρα.

Στη μπάρα έβαζε ποτά μια νεαρή μαύρη γαζέλα με μαλλιά ράστα που λικνιζόταν σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του τραγουδιού. Ο Παντελής έκατσε στο σκαμπό του μπαρ και έγειρε στο μέρος της για να της παραγγείλει, να πάρει την ευωδιά της και κάτι από την αύρα της Αφρικής της.

-Μartini bianco.

Έσκυψε μπροστά για να τον δει καλά, έσυρε το στενό πράσινο μπουστάκι που φορούσε πάνω στην μπάρα και η μύτη της σχεδόν άγγιξε το πρόσωπό του. Σα να ήθελε να τον εξερευνήσει με όλες τις αισθήσεις της.

- Blue Stream? Τον ρώτησε μετά, σαν να έψαχνε τη δική του γεύση κοιτώντας τον στα μάτια επιδεικνύοντας ένα ελαφρύ χαμόγελο, με μια φωνή βαθιά κι ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις.

- Zehra?

Ήταν εκείνη. Κατάλαβε ότι το όνομά της είχε γίνει γνωστό στο καράβι, αλλά έμοιαζε να το καμαρώνει Στήλωσε το σώμα, πετώντας το στήθος μπροστά και πήρε το ύφος ντίβας του κινηματογράφου. Έφτιαχνε το ποτό του ενώ τον κάρφωνε με κλεφτές και φανερές ματιές. Μίλαγε αγγλικά.

- Δεν πήγες να δεις το στριπτίζ σώου; Όλοι οι ναύτες εκεί πάνε. Εσύ πώς από εδώ;

- Ήθελα να γνωρίσω την πιο όμορφη Αφρικάνα.

Μετά από τρία ποτήρια ποτού και αφού τέλειωσε τη δουλειά της η Ζεχρά τού έκλεισε το μάτι και ο Παντελής  την ακολούθησε σαν υπνωτισμένος. Μέσα από στενά δρομάκια και με την υγρασία σαν ομίχλη να θολώνει την ατμόσφαιρα ανάμεσα από ζευγαράκια και μεθυσμένους ναύτες, τον οδήγησε στο σπίτι της. Και σ’ ένα δωμάτιο όπου τα χρώματα ήταν ανάλογα μ’ εκείνα του μπαρ. Ανάλογα με τον ερωτισμό και το πάθος που ανέδυε το σώμα αυτή της γυναίκας, αυτής της πόλης.

Ήταν το μέρος που δεν θέλει συζήτηση και γνώσεις ξένων γλωσσών, δεν έχει λόγο το μυαλό, η λογική, ούτε το παρελθόν, ούτε το μέλλον σου. Μόνο οι αισθήσεις μιλάνε και αυτές στη δική τους γλώσσα. Εκεί δεν ανήκει κανείς πουθενά, μόνο στη στιγμή εκείνη. Ο Παντελής έζησε μαζί της μια απίστευτα θερμή κι ανεπανάληπτη νύχτα. Όπως τριβόταν ιδρωμένο το σώμα του στο δικό της έμοιαζε στο ημίφως με πειρατή που κουρσεύει στο πέλαγος κομμάτια σάρκας ανάμικτα μαύρα και ροζ, που κλέβει ανάσες και μυρωδιές της κόκκινης ηπείρου.

Ξύπνησε το πρωί με μια σοκολατιά γαζέλα γυμνή στο πλάι του. Ντύθηκε και φεύγοντας της άφησε μερικά χάρτινα δολάρια και εκείνη το βραχιόλι της. Ένα βραχιόλι φτιαγμένο από φτηνές κόκκινες πέτρες της ερήμου. Οι πέτρες αυτές της Αφρικής είναι σαν τις γυναίκες της. Δεν λάμπουν απλά. Όταν τις αφήσεις στον ήλιο και τις αγγίξεις μετά, καίνε.  

(φωτό ”Antrim- ηλιοβασίλεμα στην Ερυθρά θάλασσα -Oct. 76″)

pirate_by_limkis.jpg

Δαντέλα από το Λίγηρα

Ζ’- Το ταξίδι  

Η Αmandine μετά από πολλούς μήνες βλέπει ξαφνικά στο λιμάνι των Αδάνων τον υποψήφιο μνηστήρα και τον πατέρα της.

- Μα πώς βρέθηκατε εδώ; Τι έγινε; Πατέρα!

Έπεσε με δάκρυα στην αγκαλιά του την ώρα που ο Chenonceaux της ζητούσε επίμονα να του πει που είναι ο Di Angelo.

-Πού είναι αυτός ο άθλιος; Τι σου έκανε; Πρέπει να τον πιάσουμε.

-Μα τι συμβαίνει επιτέλους, δεν μου έκανε τίποτα, τι σας έπιασε;

- Σε βλέπουμε να τρέχεις αλαφιασμένη στα λιμάνια της ανατολής και ρωτάς τι μας έπιασε; Ενδιαφερόμαστε για σένα.

- Άστην Chenonceaux, θα της εξηγήσω εγώ, είπε ο Philippe.

Η Αmandine αντιλήφθηκε τον κόσμο γύρω που τους παρακολουθούσε με  περιέργεια και φθόνο.

- Πάμε στην άμαξα να μιλήσουμε καλύτερα.

Ο Philippe εκεί προσπάθησε να είναι σύντομος.

- Ο Di Angelo, όπως έμαθα αργότερα δυστυχώς, είναι ο γνωστός Λευκός Πειρατής, που το τίμιο εμπόριο το κάνει μόνο για τα μάτια του κόσμου. Συνηθίζει να κλέβει νεαρά κορίτσια και να τα μεταφέρει στους πεινασμένους για λευκή σάρκα πασάδες της ανατολής. Γι αυτό έχει διατηρήσει καλή σχέση με όλους αυτούς τους άπιστους. Συγχρόνως όποτε του κάνει κέφι ανεβάζει  την πειρατική σημαία, πλευρίζει και λιανίζει κάθε καράβι που του μπαίνει στο μάτι. Είτε σαρακήνικο, είτε φράγκικο, είτε βενετσιάνικο. Ότι να ΄ναι. Δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Έγινε ο τρόμος των ναυτικών και της Μεσογείου. Κανείς δεν τον νίκησε ποτέ και δεν βγήκε ζωντανός για να ξέρουμε ποιός κρύβεται πίσω από το όνομα αυτό. ΄Ενας μόνο ναύτης γλύτωσε παλεύοντας με τα κύματα κι έλεγε ότι θυμόταν κάποιον μπροστά στις μονομαχίες με άσπρο πουκάμισο κι ένα μεγάλο αστραφτερό σπαθί.

Η Αmandine έκρυψε τα μάτια με τα χέρια της. Ο Chenonceaux τους διέκοψε.

-Επιτέλους πού είναι; Πού κρύβεται;

-Δεν ξέρω, έκανε νευρικά η Αmandine σε μια προσπάθεια να αλλάξει την κουβέντα, μού άφησε εδώ όμως ένα σεντούκι γεμάτο χρυσές λίρες.

Άνοιξε το σεντούκι κι έλαμψε η άμαξα.

- Philippe, σας παρακαλώ μείνετε εδώ να προσέχετε το χρυσό, Amandine πάμε στην προβλήτα, μήπως τον προλάβουμε πριν φύγει.

Πράγματι είχε ήδη σηκώσει άγκυρα το χωρίς σημαία και όνομα καράβι του Di Angelo ή Λευκού Πειρατή. Η Amandine κατάλαβε ότι ο αγαπημένος της θα είχε δει τον Philippe νωρίτερα κι έφυγε ήσυχος ότι βρίσκεται σε καλά χέρια. Δεν σκεφτόταν σε καμιά περίπτωση ότι μπορεί να την παράτησε στο λιμάνι χωρίς κάποιο σημαντικό λόγο, χωρίς να της πει κάτι, χωρίς έστω να την αποχαιρετήσει. Θα έφυγε όμως ξέροντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση  εκείνη να τον προδώσει.

Κοιτούσε το ίχνος της ρότας της γαλέρας που χανόταν στο βάθος του ορίζοντα, την ίδια ώρα που ο Chenonceaux της ζητούσε να του δείξει το “αναθεματισμένο” καράβι του, αλλά η ίδια  δεν άκουγε τίποτα. Στα μάτια και τα αυτιά της είχε μόνο την εικόνα εκείνου με το πλατύγυρο μωβ καπέλο, το άσπρο πουκάμισο εκείνου που δεν του κούμπωνε καλά, το άκουσμα της καρδιάς εκείνου όταν την αγκάλιαζε, το αναρίγισμα εκείνου στη γλύκα από το φιλί και το χάδι της. Το δάκρυ της όμως που δεν συγκρατήθηκε την πρόδωσε.

- Εκείνο είναι το καράβι, έτσι; Τώρα θα δει το κάθαρμα, ψέλισσε μέσα από τα δόντια με ανάμικτο μίσος και ζήλεια ο Chenonceaux.

Η Αmandine τον σταμάτησε βαστώντας τον τρυφερά αλλά και γερά από το μπράτσο.

- Όχι, μην τον κυνηγάς, άστον να φύγει σε παρακαλώ. Κι εγώ σου υπόσχομαι ότι θα κάνουμε τους αρραβώνες μας που τόσο πολύ θέλεις, μόλις γυρίσουμε στο Λίγηρα. Και τον γάμο αν θέλεις να τον κάνουμε, αρκεί κι εσύ να κάνεις πώς δεν είδες το καράβι του Di Angelo.

………………………………………..

Στο ταξίδι της επιστροφής με την τεράστια γαλέρα που είχε αγοράσει για την περίσταση ο Chenonceaux και άσχετα με το τι της έλεγαν και τι ήθελε κι ο Di Angelo να πιστέψει, η Amandine πνιγμένη στις σκέψεις της, συμπέρανε ότι δεν γίνεται να την έκλεψε για να την πουλήσει στα παζάρια της Ανατολής. Μπορεί να ήταν πειρατής και κλέφτης, όμως κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα έκανε τέτοια πράξη μέσα στο σπίτι του, στο πανδοχείο του στη μικρή πόλη της Μεδίνας, γιατί θα ήταν ο πρώτος ύποπτος. Ουσιαστικά ήξερε από πριν φεύγοντας από τη Μάλτα ότι κάνει με εκείνη το τελευταίο του ταξίδι. Έστω κι αν αυτό το συγκεκριμένο ήταν μόνο για νόμιμους εμπορικούς σκοπούς ήξερε ότι κάποια στιγμή θα τον έβρισκαν και ότι η πειρατική δράση του είχε ήδη  ολοκληρωθεί.

Θα ζούσε τα υπόλοιπα χρόνια του κρυμένος από τον κόσμο. Από την πρώτη ματιά τού άρεσε η μικρή από το Λίγηρα με τα αμυγδαλένια μάτια, δεν ήξερε όμως άλλο τρόπο φαίνεται, ίσως δεν είχε και χρόνο να της ξεδιπλώσει τι ένιωσε όταν την αντίκρυσε. Στην πορεία την αγάπησε βαθύτερα και τελικά πάλεψε και αγωνίστηκε για εκείνη. Είχε όμως κάνει  από χρόνια την επιλογή να γίνει κουρσάρος των θαλασσών και δολοφόνος αθώων κι ενόχων, για να εκδικηθεί για τον άνανδρο θάνατο του πατέρα του. Και αυτούς που τον σκότωσαν και εκείνους που δεν τον προστάτευσαν. Το στίγμα και η κατηγορία θα τον ακολουθεί πάντα. Η δίκη και η κρεμάλα θα είναι πάντα στημένη για εκείνον. Είχε τη δυνατότητα να κερδίσει πολλά χρήματα από την Amandine και να μείνει να τα γλεντήσει με ασφάλεια στο Ντιγιαρμπακίρ και συντροφιά μια όμορφη σκλάβα. Ενώ όμως ήξερε ότι στη Δύση θα ζούσε κυνηγημένος μέχρι το θάνατό του, εκείνος έφυγε ξανά στη θάλασσά του και το σεντούκι με το χρυσό το άφησε γεμάτο και άθικτο για το δικό της γάμο.

Η Amandine έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό, άφησε το δωμάτιό της και κατέβηκε στα έγκατα της μεγάλης γαλέρας. Άνοιξε τη πόρτα του αμπαριού και μέσα στο σκοτάδι ψηλάφισε τα βαριά περσικά χαλιά που είχε προμηθευτεί ο Chenonceaux, από τα Άδανα. Της θύμισαν τις μέρες στο σαράι του Nourentin που μύριζαν σανταλόξυλο και το χαρέμι του με τ’ άρωμα γιασεμιού. Ξαναήρθε και η Αlizante στο μυαλό της με τον ερωτικό χορό που θαρρείς πως τον είχε χορέψει πάνω στο ίδιο ζεστό κόκκινο χαλί που τώρα αγγίζει.

Το ξεδίπλωσε και ξάπλωσε πάνω του. Χάιδεψε το πρόσωπό της στις παχιές κλωστές του, έκλεισε τα μάτια κι αισθάνθηκε ένα ρίγος. Την αίσθηση της παρουσίας του, μια μυρωδιά νοτισμένη από το σώμα του ανάμικτη με την δική της, ανάμικτη με την υγρασία του αμπαριού και την αρμύρα της θάλασσας. Σα να άκουσε μια ψιθυριστή φωνή και την παίρνει η ζεστασιά από μια ανάσα.

- Αμυγδαλένια…

Δεν έβλεπε, νόμιζε πώς άκουγε ήχους από τη θάλασσα σαν μουσική, όμως ένιωθε τα χνώτο του να την αγγίζει, το χέρι του να την χαϊδεύει και να την αγκαλιάζει πρώτα τρυφερά, μετά με πάθος, τα φιλιά του να βγάζουν υγρές φλόγες και να την ταξιδεύουν τόσο μακριά, να την ανεβάζουν τόσο ψηλά όσο δεν είχε φτάσει ποτέ. Γύμνωσε κάθε ίχνος από το κορμί και την ψυχή της και του παρέδωσε  την πιο ερωτική στιγμή της που για κείνον την βαστούσε. Και θα του την χάριζε όποτε της το ζητούσε. Με μπερδεμένα τα μακριά μαλλιά της στα μπράτσα και στην πλάτη του, ένιωσε τον Di Angelo σαν λίβα στο κορμί της να την παίρνει στον κόσμο των αγγέλων και εκεί να την κάνει βόλτα στα σύννεφα του πάθους.

Δεν μίλαγε, ζούσε ίσως το πιο γλυκό ταξίδι της ζωής της. Την συνεπήρε μια αίσθηση εξόδου από την πραγματικότητα, από την απογοήτευση που μέχρι λίγη ώρα πριν ένιωθε. Κι όσο κείνος έμπαινε πιο βαθιά στο σώμα της, άλλο τόσο εκείνη έλιωνε και κάθε τίτλος που στόλιζε τον πειρατή της, για εκείνη γινόταν παληκαρίσιο χαρακτηριστικό του.

Αδιαφορούσε αν ήταν όνειρο ή όχι. Μόνο εκεί που χάιδευε τους ώμους του, ήταν στιγμές που έμπηγε τα νύχια της στη σάρκα του, πιο πολύ για να τον κρατήσει μέσα της παρά για να σιγουρευτεί για την αλήθεια της στιγμής. Κι όταν παραδομένη στη ορμή του, ναυαγισμένο σώμα, έρμαιο στα χέρια του, πλημμύρισε από το καυτό του κύμα, εκείνη συνέχιζε για ώρα να ζωγραφίζει στα χείλη του ηδονικά και παθιασμένα, το πιο κόκκινο φιλί με το οποίο θα μπορούσε να αποτυπωθεί, το όνειρο που ζούσε.

……………………………………………

Η γαλέρα είχε φτάσει ανοιχτά της Κερύνειας της Κύπρου όταν ακούστηκε από ψηλά στο καράβι, η φωνή του Chenonceaux δυνατή και πανικόβλητη…

- Πειρατές! Έχουμε κοντά πειρατικό. Βγάλτε τα κανόνια.

Ο Di Angelo πήρε στην αγκαλιά του την Αmandine…

- Το δικό μου καράβι είναι. Θα έρθεις μαζί μου;

- Πάμε.

Το ερωτευμένο ζευγάρι έτρεξε γρήγορα στο κατάστρωμα κι όπως έπεφτε το σούρουπο στο σεληνόφως της ανατολικής Μεσογείου, έμοιαζαν με λευκές φτερούγες από γλάρους πιασμένους χέρι χέρι. Με ένα άλμα στο κενό βρέθηκαν στην αγκαλιά των λυσσασμένων κυμάτων. Εκεί μέσα, μια στο βυθό, μια στην επιφάνεια, πάλευαν για να διανύσουν την απόσταση μέχρι το πειρατικό. Εκείνο όμως δεν φαινόταν κι έψαχναν ύστερα κάποια ακτή, κάποιο βράχο, ένα στήριγμα. Όσο πέρναγε η ώρα κι οι ανθρώπινες δυνάμεις τούς εγκατέλειπαν, ο Di Angelo  την κρατούσε γερά και της έδινε τις ανάσες του κι εκείνος έπαιρνε από εκείνη κουράγιο και δύναμη. Έμοιαζαν σαν τη Γοργόνα με τον Τρίτωνα.

Μετά από λίγες μέρες βρέθηκε σε κάποια βόρεια ακτή της Κύπρου ένα πλοίο ακυβέρνητο και άδειο με σπασμένα κατάρτια και  τρύπια πλευρά. Έμοιαζε κουρσεμένο. Ήταν το πλοίο χωρίς όνομα του Λευκού Πειρατή. O Chenonceaux εγκατέλειψε τον αγώνα να ψάχνει την Amandine και ο Philippe Duplessis έλεγε ότι χάθηκε στη θάλασσα πάνω στη μάχη με τους πειρατές,  όμως μέσα του ποτέ δεν το παραδέχθηκε. Αισθανόταν ότι κάπου βρίσκεται με τον αγαπημένο της Di Angelo και είναι ευτυχισμένη. Ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι την κόρη του τη γέμιζε το ταξίδι μαζί του ό,τι προορισμό κι αν είχε και ότι θα του πρόσφερε την ψυχή της. Για ναύλο.

Ένα ταξίδι που ξεκίνησε σαν ήχος από τη σιωπηλή πόλη της Μεδίνας, έγινε σκέψη σε μια κουπαστή από γαλέρα, πέρασε σαν μια μολυβιά από kohl κάτω από τα μάτια, έγινε τρυφερό χάδι σε μια άμαξα, μέθυσε από αράκ-σερμπέτι, χόρεψε στα μαγικά χαλιά των αισθήσεων, έγινε έρωτας και κρύφτηκε στα κύματα χωρίς να αφήσει ίχνη. Στην αγάπη τίποτα δεν απαιτείται. Και τίποτα δεν χαρίζεται. Πολλές φορές το τίμημα της αγάπης είναι βαρύ σαν αλγέρικο σπαθί κι ακριβό όσο μια δαντέλα από το Λίγηρα.

TΕΛΟΣ

tritonandnereide.jpg

(painting 1 “Pirate” by Lim Kis)

(painting 2  “triton and nereid-naiad” by Arnond  Bocklin- 1887)

ΥΓ. Με την ολοκλήρωση της ιστορίας θα ήθελα να ευχαριστήσω την πυργοδέσποινά μου για την υπερπολύτιμη συνεισφορά της στη εύρεση στοιχείων, στις διορθώσεις αλλά και για την ιδέα του διηγήματος. Περισσότερο όμως  ευχαριστώ όλους και όλες εσάς που αγαπάτε τη γραφή μου, με ακολουθήσατε σε αυτό το ταξίδι, μού δώσατε κουράγιο να το συνεχίσω και συμβάλλατε με τα σχόλιά σας στην κατάληξή του.

60a88a6a.jpg

Δαντέλα από το Λίγηρα

ΣΤ’ - Δυτικός  Άνεμος 

Όταν ο Di Angelo έφυγε με την Amandine την επόμενη ημέρα των γάμων στο Ντιγιαρμπακίρ, ταξίδευε στην άμαξα μαζί τους και ένα μεγάλο σεντούκι γεμάτο με χρυσές λίρες, προίκα του πασά στο ερωτευμένο ζευγάρι για τον μελλοντικό γάμο τους. Θα ΄λεγε κανείς ότι στο καραβάνι του γυρισμού ζούσαν νωρίτερα το δικό τους μήνα του μέλιτος ενώ με τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να χτίσουν άνετα το δικό τους πύργο, να αφήσει ο Μαλτέζος το εμπόριο της θάλασσας και να κάνει στεργιανό το επάγγελμα. Το πενταήμερο ταξίδι προς τα Άδανα όμως και προς την επιστροφή στη Δύση πλησίαζε στο τέλος του και η νευρικότητα του Di Angelo ήταν πια εμφανής. Ξυπνούσε νωρίς και βυθιζόταν στις σκέψεις του. Τελικά την αφορμή για να γίνει η απαραίτητη συζήτηση την έδωσε η Αmandine.

- Πεθύμησα την μητέρα και τον πατέρα μου, Di Angelo. Αλήθεια τι σου είχε πει ο πατέρας μου και ήρθες και με “έκλεψες” εκείνο το βραδυ στη Μεδίνα, του είπε με χαμόγελο,  καμάρι για τον ήρωά της,  αλλά και νοσταλγία για τους γονείς και το πατρικό της σπίτι.

- Τίποτα.

- Πώς τίποτα; Πώς ήξερες ότι δεν θέλω να γυρίσω στη Γαλλία, πώς δεν θέλω να παντρευτώ τον Chenonceaux;

- Ο πατέρας σου σε αγαπάει και σε νιώθει. Παρατήρησε ότι μου άρεσες και σου άρεσα. Αυτό μόνο. Τα άλλα τα κρυφάκουσα όταν μιλούσατε. Βρήκα ότι όλα αυτά ήταν μια καλή δικαιολογία για να σε κλέψω με τη θέλησή σου.

- Γιατί με έκλεψες Di Angelo;

- …

Η Amandine ενώ κοίταζε με θαυμασμό τον λατρεμένο της “κλέφτη”, ξαφνικά συννέφιασε το βλέμμα της,

- Αν όμως ο πάτερας μου δεν ξέρει κάτι, θα έχει τρελλαθεί από την αγωνία του και η μητέρα μου το ίδιο. Δεν θα ξέρουν ούτε καν με ποιόν είμαι.

- Το ελπίζω.

- Το ελπίζεις;

- Αν μάθουν αμυγδαλένια μου, το γλυκό μας ειδύλλιο θα έχει τελειώσει.

- Ας το μάθουν. Μια χαρά άνθρωπος είσαι και ξενοδόχος και έμπορος με καράβι και πια ένα στεντούκι λίρες για μας. Αλλά το πιο σημαντικό έχεις δύναμη από την αγάπη μας. Τι σε φοβίζει;

- Είμαι γόνος της θάλασσας, μάτια μου. Δεν υπάρχει βράχος στη γη για να δέσω κάβο. Μακάρι να μπορούσα να σ’ έχω για πάντα τιμόνι και παντιέρα. Αλλά δεν πρέπει Amandine, είναι πολύ επικίνδυνο για σένα. Η γυναίκα που θα με συντροφεύει στα ταξίδια, πρέπει να ‘ναι γοργόνα. Τα παιδιά μου θα ‘ναι δελφίνια και τα εγγόνια κύματα.

- Εγώ θα γίνω η γοργόνα σου.

- Δεν είναι απλό αμυγδαλένια μου. Κοιμήσου όμως τώρα. Αύριο φτάνουμε στο καράβι.

Εκείνο το τελευταίο βράδυ έμεινε μόνη της, γιατί ο αγαπημένος της μπήκε επικεφαλής και οδηγός στο καραβάνι για να κατευθύνει τις τελευταίες και πιο επικίνδυνες ροδιές προς τα Άδανα. Η μικρή Γαλλίδα είδε ένα παράξενο όνειρο για έναν σφοδρό δυτικό άνεμο που έσπρωχνε το καράβι ανατολικά κι όσο προσπαθούσαν να αλλάξουν κατεύθυνση με τα πανιά και το τιμόνι, άλλο τόσο το καράβι έμοιαζε καθηλωμένο στο ίδιο σημείο. Δεν κούναγε, ούτε μπρος ούτε πίσω. Μέρες προσπαθούσαν να ξεκολλήσουν όμως ήταν αδύνατο. Κι έκανε κρύο κι έβρεχε σταμάτητα και τα μαλλιά της κολλούσαν πάνω στα σκισμένα της ρούχα και η απελπισία της έφερνε δάκρυα.

Σηκώθηκε ιδρωμένη. Ο ήλιος είχε ξημερώσει από ώρα και η άμαξα ήταν σταματημένη. Ακούγονταν φωνές απ’ έξω σαν από πολύβουη πόλη. Εριξε λίγο νερό στα μάτια της και βγήκε έξω. Βρισκόταν στο λιμάνι των Αδάνων. Κοίταξε δεξιά και αριστερά και είδε ότι οι άλλες τρεις άμαξες είχαν εξαφανισθεί. Άρχισε να τρέχει μέσα στο γεμάτο λιμάνι με τους ναυτικούς να την κοιτούν παράξενα. Κάποια στιγμή ένας στάθηκε μπροστά της και πήγε να την αγκαλιάσει. Κάποια χέρια μπήκαν ανάμεσα και τον απομάκρυναν. Ήταν ο Chenonceaux. Στο βάθος ερχόταν προς το μέρος τους ο πατέρας της ο Philippe Duplessis. Η Amandine έμεινε μαρμαρωμένη κι έκπληκτη.

(συνεχίζεται)

2556beautiful_eyes-med.jpg

Δαντέλα από το Λίγηρα

Ε’- Σερμπέτι

Ο Νourentin Πασάς κάλεσε κοντά του τον Di Angelo και την Amandine και βρέθηκαν κι εκείνοι οκλαδόν πάνω στις κόκκινες μαξιλάρες. Οι μουσικοί είχαν ήδη αρχίσει να παίζουν ανατολίτικους σεβνταλίδικους σκοπούς με τουμπερλέκια, ούτια και ζίγιες* και μικρές οδαλίσκες κέρναγαν κούπες με αράκ* ανάμικτες με σερμπέτι* τον πασά και τους επισκέπτες. Η ατμόσφαιρα αρωματιζόταν από λιβάνια που καίγαν σανταλόξυλο. Ο πασάς μέσω πάντα  του διερμηνέα του κοίταξε κάποια στιγμή με προσποιητή δυσαρέσκεια τον Μαλτέζο και του μίλησε.

- Θα ΄λεγε κανείς ότι είσαι άτυχος. Ίσως θα μπορούσες να με εμπιστευθείς. Πήρα το πέπλο της φίλης σου δωρεάν ενώ πιο πριν σου πρόσφερα μια άμαξα χρυσό και αρνήθηκες.

- Συγνώμη, αλλά δεν ήθελα να βάλω σε κίνδυνο την Amandine. Αυτή η κοπέλα σημαίνει πολλά για μένα.

- Μη ζητάς συγνώμη. Πολύ καλά έκανες και την προστάτευσες. Επειδή όμως ενθουσίασες το χαρέμι μου με τα προϊόντα σου, έχω μια έκπληξη για σένα και την συνεργάτιδά σου. Ό,τι δεις, θα σου φανεί  πρωτόγνωρο. Μπορεί και για μένα.

Σε λίγο εμφανίστηκαν μπροστά τους και πάνω στο μεγάλο κόκκινο χαλί, οι δέκα ίσως ομορφότερες γυναίκες του κόσμου. Τρεις μελαμψές από την Αραβία, τρεις νέγρες κάπου από την Αφρική, μια ξανθιά Ισπανίδα, δύο μελαχρινές από τη Μεσόγειο -Κύπρο και Αλγερία- και μια σχιστομάτα Κούρδισσα. Ντυμένες διαφορετικά, με ρούχα που έκρυβαν όσα χρειάζεται για να εξάπτουν την φαντασία και με έναν χρωματιστό φερεντζέ που άφηνε μόνο τα μάτια τους να φαίνονται, προσεκτικά βαμμένα όμως αυτά, να χαρίζουν λάμψη και ομορφιά.

Όταν άρχισαν να κινούνται στο ρυθμό του ταβσάν* με τα τύμπανα και τα ούτια να προηγούνται στη μουσική, ήταν σα να άνοιξαν οι ουρανοί και να κατέβασαν στο σαράι τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας. Οι γυναίκες στο χαλί έμοιαζαν με πολύχρωμα κύματα πάνω σε άλικη θάλασσα. Όσες ήταν εκτός χορού, αλάλαζαν τη ζαγράτα* και δυνάμωναν το ρυθμό ή τον μείωναν ανάλογα με τη στιγμή.

Το αράκ με το σερμπέτι ειδικά σε κάποιον που δεν το έχει συνηθίσει, χτυπάει γλυκά στο κεφάλι και στις αισθήσεις και τις απελευθερώνει. Ο Di Angelo έμεινε ζαλισμένος από το ποτό και ποτισμένος από τον πόθο που άναβε ώρα με την ώρα μπροστά στη λαδωμένη γύμνια από τις χανούμισες που έχουν πετάξει από ώρα τα δεσμά τους. Σαν μια θάλασσα από κορμιά που χορεύουν ασταμάτητα, που γυαλίζουν σαν φεγγάρια και  περιφέρονται στα μάτια του σαν καρποί από αμπέλια που γυρεύουν τρύγο. Τα γαλάζια, πιο υγρά από ποτέ μάτια του, με την ώρα ξέφυγαν από την παρακολούθηση όλης της χορευτικής ομάδας και καρφώθηκαν στην σχιστομάτα Κούρδισσα. Την Αlizante. Όταν εκείνη αντιλήφθηκε την προτίμησή του, τον πλησίασε, πέρασε την μακριά της μαύρη αλογοουρά γύρω από το λαιμό του και χόρεψε πάνω στα πόδια του περνώντας με πάθος και ρυθμό το λάγνο κορμί της πάνω στο πρόσωπό του, τρίβοντας κομμάτια της σάρκας της πάνω στο σώμα του. Του έπιασε τα χέρια και τα άφησε να μετράνε τα πλευρά της όσο εκείνη του χάριζε με εκστασιασμένα τα μεγάλα γκριζοπράσινα μάτια της, τον πιο αισθησιακό χορό που είχε ποτέ χορέψει και την πιο ερωτική εμπειρία που είχε ποτέ εκείνος ζήσει.

Ο πασάς είχε αρχίσει να ασφυκτιά κάτω από το ταρμπούς*, έδειχνε όμως προς το παρόν ψύχραιμος να καπνίζει το λουλά του και να καμαρώνει όλες τις χορεύτριες από το χαρέμι του. Πού και πού έριχνε κλεφτές ματιές δίπλα στην Alizante, χαμογελώντας περισσότερο. Η Amandine, μεθυσμένη κι εκείνη απ’ το ποτό, τις ζαγράτες, τις έντονες μουσικές και τον έρωτα που αναδυόταν από τα γυμνά σώματα άρχισε ελαφρά να λικνίζεται πάνω στις μαξιλάρες να απλώνεται με το χρόνο και να κινεί τα χέρια της σαν κύκνος που ανοίγει τα φτερά του και να προβάλλει, ακολουθώντας τη μελωδία, το πλούσιο μπούστο της. Όταν την είδε η Αlizante εγκατέλειψε την αγκαλιά του απογοητευμένου Di Angelo και έδωσε τα χέρια της στην Amandine. Εκείνη σηκώθηκε και χόρεψε μαζί της ένα ταβσάν, σε μια προσπάθεια να βγάλει ότι θηλυκό κι ερωτικό γνώριζε, από ένστικτο, το άμαθο κορμί της και τελικά να το απιθώνει, με τις ζαγράτες των γυναικών να επιταχύνονται, στα πόδια του πασά που παράτησε τον αργιλέ του κι έδειχνε να το απολαμβάνει με ανοιχτό το στόμα. Πέταξε το ταρμπούς, αναμμένος κι ιδρωμένος από τον ντυμένο στα βυσσινιά ερωτισμό της μικρής Γαλλίδας κι από τις ομορφιές της που απελευθερώνονταν σιγά σιγά από το φόρεμα σαν ατμοί που έφευγαν στον ουρανό για να σταλάξουν ύστερα το πάθος τους. Σαν υγρά σημάδια μιας ερωτικής βροχής που πλησιάζει.

Κάποια στιγμή άξαφνα, ο πασάς χτύπησε τα χέρια του δυνατά κι οι ζαγράτες, οι μουσικές και οι χορεύτριες σταμάτησαν ενώ η Αmandine αισθάνθηκε να την κοιτάνε όλοι όπως ήταν ξεδιάντροπα καθισμένη πάνω του. Σηκώθηκε γρήγορα με χαμηλά το κεφάλι, έφτιαξε τον κορσέ και τα κορδόνια στο μπούστο από το λυμένο φουστάνι της και χώθηκε πίσω από τον Di Angelo. Ο Nourentin συνέχισε απευθυνόμενος στον Di Angelo με όλους στην αίθουσα να τον προσέχoυν στα μάτια, έχοντας καταλάβει ότι θέλει να ανακοινώσει κάτι σημαντικό.

- Φίλε μου από τη Μάλτα, έρχεσαι καιρό και φέρνεις όμορφα πράγματα από τη Δύση για το χαρέμι μου. Το ξέρεις πολύ καλά ότι όλες αυτές οι γυναίκες και ένα σωρό ακ