
Δαντέλα από το Λίγηρα
Ζ’- Το ταξίδι
Η Αmandine μετά από πολλούς μήνες βλέπει ξαφνικά στο λιμάνι των Αδάνων τον υποψήφιο μνηστήρα και τον πατέρα της.
- Μα πώς βρέθηκατε εδώ; Τι έγινε; Πατέρα!
Έπεσε με δάκρυα στην αγκαλιά του την ώρα που ο Chenonceaux της ζητούσε επίμονα να του πει που είναι ο Di Angelo.
-Πού είναι αυτός ο άθλιος; Τι σου έκανε; Πρέπει να τον πιάσουμε.
-Μα τι συμβαίνει επιτέλους, δεν μου έκανε τίποτα, τι σας έπιασε;
- Σε βλέπουμε να τρέχεις αλαφιασμένη στα λιμάνια της ανατολής και ρωτάς τι μας έπιασε; Ενδιαφερόμαστε για σένα.
- Άστην Chenonceaux, θα της εξηγήσω εγώ, είπε ο Philippe.
Η Αmandine αντιλήφθηκε τον κόσμο γύρω που τους παρακολουθούσε με περιέργεια και φθόνο.
- Πάμε στην άμαξα να μιλήσουμε καλύτερα.
Ο Philippe εκεί προσπάθησε να είναι σύντομος.
- Ο Di Angelo, όπως έμαθα αργότερα δυστυχώς, είναι ο γνωστός Λευκός Πειρατής, που το τίμιο εμπόριο το κάνει μόνο για τα μάτια του κόσμου. Συνηθίζει να κλέβει νεαρά κορίτσια και να τα μεταφέρει στους πεινασμένους για λευκή σάρκα πασάδες της ανατολής. Γι αυτό έχει διατηρήσει καλή σχέση με όλους αυτούς τους άπιστους. Συγχρόνως όποτε του κάνει κέφι ανεβάζει την πειρατική σημαία, πλευρίζει και λιανίζει κάθε καράβι που του μπαίνει στο μάτι. Είτε σαρακήνικο, είτε φράγκικο, είτε βενετσιάνικο. Ότι να ΄ναι. Δεν αφήνει τίποτα όρθιο. Έγινε ο τρόμος των ναυτικών και της Μεσογείου. Κανείς δεν τον νίκησε ποτέ και δεν βγήκε ζωντανός για να ξέρουμε ποιός κρύβεται πίσω από το όνομα αυτό. ΄Ενας μόνο ναύτης γλύτωσε παλεύοντας με τα κύματα κι έλεγε ότι θυμόταν κάποιον μπροστά στις μονομαχίες με άσπρο πουκάμισο κι ένα μεγάλο αστραφτερό σπαθί.
Η Αmandine έκρυψε τα μάτια με τα χέρια της. Ο Chenonceaux τους διέκοψε.
-Επιτέλους πού είναι; Πού κρύβεται;
-Δεν ξέρω, έκανε νευρικά η Αmandine σε μια προσπάθεια να αλλάξει την κουβέντα, μού άφησε εδώ όμως ένα σεντούκι γεμάτο χρυσές λίρες.
Άνοιξε το σεντούκι κι έλαμψε η άμαξα.
- Philippe, σας παρακαλώ μείνετε εδώ να προσέχετε το χρυσό, Amandine πάμε στην προβλήτα, μήπως τον προλάβουμε πριν φύγει.
Πράγματι είχε ήδη σηκώσει άγκυρα το χωρίς σημαία και όνομα καράβι του Di Angelo ή Λευκού Πειρατή. Η Amandine κατάλαβε ότι ο αγαπημένος της θα είχε δει τον Philippe νωρίτερα κι έφυγε ήσυχος ότι βρίσκεται σε καλά χέρια. Δεν σκεφτόταν σε καμιά περίπτωση ότι μπορεί να την παράτησε στο λιμάνι χωρίς κάποιο σημαντικό λόγο, χωρίς να της πει κάτι, χωρίς έστω να την αποχαιρετήσει. Θα έφυγε όμως ξέροντας ότι δεν υπήρχε περίπτωση εκείνη να τον προδώσει.
Κοιτούσε το ίχνος της ρότας της γαλέρας που χανόταν στο βάθος του ορίζοντα, την ίδια ώρα που ο Chenonceaux της ζητούσε να του δείξει το “αναθεματισμένο” καράβι του, αλλά η ίδια δεν άκουγε τίποτα. Στα μάτια και τα αυτιά της είχε μόνο την εικόνα εκείνου με το πλατύγυρο μωβ καπέλο, το άσπρο πουκάμισο εκείνου που δεν του κούμπωνε καλά, το άκουσμα της καρδιάς εκείνου όταν την αγκάλιαζε, το αναρίγισμα εκείνου στη γλύκα από το φιλί και το χάδι της. Το δάκρυ της όμως που δεν συγκρατήθηκε την πρόδωσε.
- Εκείνο είναι το καράβι, έτσι; Τώρα θα δει το κάθαρμα, ψέλισσε μέσα από τα δόντια με ανάμικτο μίσος και ζήλεια ο Chenonceaux.
Η Αmandine τον σταμάτησε βαστώντας τον τρυφερά αλλά και γερά από το μπράτσο.
- Όχι, μην τον κυνηγάς, άστον να φύγει σε παρακαλώ. Κι εγώ σου υπόσχομαι ότι θα κάνουμε τους αρραβώνες μας που τόσο πολύ θέλεις, μόλις γυρίσουμε στο Λίγηρα. Και τον γάμο αν θέλεις να τον κάνουμε, αρκεί κι εσύ να κάνεις πώς δεν είδες το καράβι του Di Angelo.
………………………………………..
Στο ταξίδι της επιστροφής με την τεράστια γαλέρα που είχε αγοράσει για την περίσταση ο Chenonceaux και άσχετα με το τι της έλεγαν και τι ήθελε κι ο Di Angelo να πιστέψει, η Amandine πνιγμένη στις σκέψεις της, συμπέρανε ότι δεν γίνεται να την έκλεψε για να την πουλήσει στα παζάρια της Ανατολής. Μπορεί να ήταν πειρατής και κλέφτης, όμως κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα έκανε τέτοια πράξη μέσα στο σπίτι του, στο πανδοχείο του στη μικρή πόλη της Μεδίνας, γιατί θα ήταν ο πρώτος ύποπτος. Ουσιαστικά ήξερε από πριν φεύγοντας από τη Μάλτα ότι κάνει με εκείνη το τελευταίο του ταξίδι. Έστω κι αν αυτό το συγκεκριμένο ήταν μόνο για νόμιμους εμπορικούς σκοπούς ήξερε ότι κάποια στιγμή θα τον έβρισκαν και ότι η πειρατική δράση του είχε ήδη ολοκληρωθεί.
Θα ζούσε τα υπόλοιπα χρόνια του κρυμένος από τον κόσμο. Από την πρώτη ματιά τού άρεσε η μικρή από το Λίγηρα με τα αμυγδαλένια μάτια, δεν ήξερε όμως άλλο τρόπο φαίνεται, ίσως δεν είχε και χρόνο να της ξεδιπλώσει τι ένιωσε όταν την αντίκρυσε. Στην πορεία την αγάπησε βαθύτερα και τελικά πάλεψε και αγωνίστηκε για εκείνη. Είχε όμως κάνει από χρόνια την επιλογή να γίνει κουρσάρος των θαλασσών και δολοφόνος αθώων κι ενόχων, για να εκδικηθεί για τον άνανδρο θάνατο του πατέρα του. Και αυτούς που τον σκότωσαν και εκείνους που δεν τον προστάτευσαν. Το στίγμα και η κατηγορία θα τον ακολουθεί πάντα. Η δίκη και η κρεμάλα θα είναι πάντα στημένη για εκείνον. Είχε τη δυνατότητα να κερδίσει πολλά χρήματα από την Amandine και να μείνει να τα γλεντήσει με ασφάλεια στο Ντιγιαρμπακίρ και συντροφιά μια όμορφη σκλάβα. Ενώ όμως ήξερε ότι στη Δύση θα ζούσε κυνηγημένος μέχρι το θάνατό του, εκείνος έφυγε ξανά στη θάλασσά του και το σεντούκι με το χρυσό το άφησε γεμάτο και άθικτο για το δικό της γάμο.
Η Amandine έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό, άφησε το δωμάτιό της και κατέβηκε στα έγκατα της μεγάλης γαλέρας. Άνοιξε τη πόρτα του αμπαριού και μέσα στο σκοτάδι ψηλάφισε τα βαριά περσικά χαλιά που είχε προμηθευτεί ο Chenonceaux, από τα Άδανα. Της θύμισαν τις μέρες στο σαράι του Nourentin που μύριζαν σανταλόξυλο και το χαρέμι του με τ’ άρωμα γιασεμιού. Ξαναήρθε και η Αlizante στο μυαλό της με τον ερωτικό χορό που θαρρείς πως τον είχε χορέψει πάνω στο ίδιο ζεστό κόκκινο χαλί που τώρα αγγίζει.
Το ξεδίπλωσε και ξάπλωσε πάνω του. Χάιδεψε το πρόσωπό της στις παχιές κλωστές του, έκλεισε τα μάτια κι αισθάνθηκε ένα ρίγος. Την αίσθηση της παρουσίας του, μια μυρωδιά νοτισμένη από το σώμα του ανάμικτη με την δική της, ανάμικτη με την υγρασία του αμπαριού και την αρμύρα της θάλασσας. Σα να άκουσε μια ψιθυριστή φωνή και την παίρνει η ζεστασιά από μια ανάσα.
- Αμυγδαλένια…
Δεν έβλεπε, νόμιζε πώς άκουγε ήχους από τη θάλασσα σαν μουσική, όμως ένιωθε τα χνώτο του να την αγγίζει, το χέρι του να την χαϊδεύει και να την αγκαλιάζει πρώτα τρυφερά, μετά με πάθος, τα φιλιά του να βγάζουν υγρές φλόγες και να την ταξιδεύουν τόσο μακριά, να την ανεβάζουν τόσο ψηλά όσο δεν είχε φτάσει ποτέ. Γύμνωσε κάθε ίχνος από το κορμί και την ψυχή της και του παρέδωσε την πιο ερωτική στιγμή της που για κείνον την βαστούσε. Και θα του την χάριζε όποτε της το ζητούσε. Με μπερδεμένα τα μακριά μαλλιά της στα μπράτσα και στην πλάτη του, ένιωσε τον Di Angelo σαν λίβα στο κορμί της να την παίρνει στον κόσμο των αγγέλων και εκεί να την κάνει βόλτα στα σύννεφα του πάθους.
Δεν μίλαγε, ζούσε ίσως το πιο γλυκό ταξίδι της ζωής της. Την συνεπήρε μια αίσθηση εξόδου από την πραγματικότητα, από την απογοήτευση που μέχρι λίγη ώρα πριν ένιωθε. Κι όσο κείνος έμπαινε πιο βαθιά στο σώμα της, άλλο τόσο εκείνη έλιωνε και κάθε τίτλος που στόλιζε τον πειρατή της, για εκείνη γινόταν παληκαρίσιο χαρακτηριστικό του.
Αδιαφορούσε αν ήταν όνειρο ή όχι. Μόνο εκεί που χάιδευε τους ώμους του, ήταν στιγμές που έμπηγε τα νύχια της στη σάρκα του, πιο πολύ για να τον κρατήσει μέσα της παρά για να σιγουρευτεί για την αλήθεια της στιγμής. Κι όταν παραδομένη στη ορμή του, ναυαγισμένο σώμα, έρμαιο στα χέρια του, πλημμύρισε από το καυτό του κύμα, εκείνη συνέχιζε για ώρα να ζωγραφίζει στα χείλη του ηδονικά και παθιασμένα, το πιο κόκκινο φιλί με το οποίο θα μπορούσε να αποτυπωθεί, το όνειρο που ζούσε.
……………………………………………
Η γαλέρα είχε φτάσει ανοιχτά της Κερύνειας της Κύπρου όταν ακούστηκε από ψηλά στο καράβι, η φωνή του Chenonceaux δυνατή και πανικόβλητη…
- Πειρατές! Έχουμε κοντά πειρατικό. Βγάλτε τα κανόνια.
Ο Di Angelo πήρε στην αγκαλιά του την Αmandine…
- Το δικό μου καράβι είναι. Θα έρθεις μαζί μου;
- Πάμε.
Το ερωτευμένο ζευγάρι έτρεξε γρήγορα στο κατάστρωμα κι όπως έπεφτε το σούρουπο στο σεληνόφως της ανατολικής Μεσογείου, έμοιαζαν με λευκές φτερούγες από γλάρους πιασμένους χέρι χέρι. Με ένα άλμα στο κενό βρέθηκαν στην αγκαλιά των λυσσασμένων κυμάτων. Εκεί μέσα, μια στο βυθό, μια στην επιφάνεια, πάλευαν για να διανύσουν την απόσταση μέχρι το πειρατικό. Εκείνο όμως δεν φαινόταν κι έψαχναν ύστερα κάποια ακτή, κάποιο βράχο, ένα στήριγμα. Όσο πέρναγε η ώρα κι οι ανθρώπινες δυνάμεις τούς εγκατέλειπαν, ο Di Angelo την κρατούσε γερά και της έδινε τις ανάσες του κι εκείνος έπαιρνε από εκείνη κουράγιο και δύναμη. Έμοιαζαν σαν τη Γοργόνα με τον Τρίτωνα.
Μετά από λίγες μέρες βρέθηκε σε κάποια βόρεια ακτή της Κύπρου ένα πλοίο ακυβέρνητο και άδειο με σπασμένα κατάρτια και τρύπια πλευρά. Έμοιαζε κουρσεμένο. Ήταν το πλοίο χωρίς όνομα του Λευκού Πειρατή. O Chenonceaux εγκατέλειψε τον αγώνα να ψάχνει την Amandine και ο Philippe Duplessis έλεγε ότι χάθηκε στη θάλασσα πάνω στη μάχη με τους πειρατές, όμως μέσα του ποτέ δεν το παραδέχθηκε. Αισθανόταν ότι κάπου βρίσκεται με τον αγαπημένο της Di Angelo και είναι ευτυχισμένη. Ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι την κόρη του τη γέμιζε το ταξίδι μαζί του ό,τι προορισμό κι αν είχε και ότι θα του πρόσφερε την ψυχή της. Για ναύλο.
Ένα ταξίδι που ξεκίνησε σαν ήχος από τη σιωπηλή πόλη της Μεδίνας, έγινε σκέψη σε μια κουπαστή από γαλέρα, πέρασε σαν μια μολυβιά από kohl κάτω από τα μάτια, έγινε τρυφερό χάδι σε μια άμαξα, μέθυσε από αράκ-σερμπέτι, χόρεψε στα μαγικά χαλιά των αισθήσεων, έγινε έρωτας και κρύφτηκε στα κύματα χωρίς να αφήσει ίχνη. Στην αγάπη τίποτα δεν απαιτείται. Και τίποτα δεν χαρίζεται. Πολλές φορές το τίμημα της αγάπης είναι βαρύ σαν αλγέρικο σπαθί κι ακριβό όσο μια δαντέλα από το Λίγηρα.
TΕΛΟΣ

(painting 1 “Pirate” by Lim Kis)
(painting 2 “triton and nereid-naiad” by Arnond Bocklin- 1887)
ΥΓ. Με την ολοκλήρωση της ιστορίας θα ήθελα να ευχαριστήσω την πυργοδέσποινά μου για την υπερπολύτιμη συνεισφορά της στη εύρεση στοιχείων, στις διορθώσεις αλλά και για την ιδέα του διηγήματος. Περισσότερο όμως ευχαριστώ όλους και όλες εσάς που αγαπάτε τη γραφή μου, με ακολουθήσατε σε αυτό το ταξίδι, μού δώσατε κουράγιο να το συνεχίσω και συμβάλλατε με τα σχόλιά σας στην κατάληξή του.