472.jpg

Η μέρα ξεκίνησε με ένα τραγούδι. Θα πάει καλά. Κάθε φορά που ακούω το πρωί τραγούδι πάει καλά.

Ξεκίνησα βιαστικά. Πήρα τα βασικά μαζί μου. Κυρίως τις ελπίδες μου. Έβαλα μπροστά την μηχανή, μουσική κι έφυγα.

Από το πρώτο φανάρι συνάντησα τράφικ. Προσπάθησα να μη με επηρεάσει. Δυνάμωσα το ράδιο. Άρχισα να σιγοτραγουδάω.

Σιγά σιγά ο κόσμος άρχισε να αραιώνει. Τα αυτοκίνητα να λιγοστεύουν. Στο τέλος έμεινα μόνος.

Η διαδρομή ήταν φανταστική. Πέρασα μέσα από δάση, από έλατα και πεύκα. Άνοιξα όλα τα παράθυρα. Ανάσανα και γέμισα.

Η λίμνη του προορισμού μου ήταν ανάμεσα σε λόφους. Ξεχασμένη. Ο δρόμος στο τέλος ήταν δύσβατος. Οι αναρτήσεις δεινοπάθησαν. Όταν σταμάτησε το αμάξι, έμοιαζε να μου λέει «ευχαριστώ».

Πάντα μου άρεσε να ψαρεύω σ΄αυτή τη λίμνη. Είχε μια σπάνια ομορφιά το τοπίο. Και η λίμνη ήταν σχεδόν πάντα ήρεμη. Δεν υπήρχε κανείς για να χαλάσει την ησυχία. Τα πάντα ευώδιαζαν. Ήταν όλα καθαρά. Υπάρχουν φορές που πιστεύω ότι αυτός ο τόπος φτιάχτηκε για μένα και ότι μόνο εγώ τον ξέρω.

Λέω ότι έρχομαι να ψαρέψω. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ψάρεψα. Τα σύνεργα είναι άθικτα στο πορτμπαγκάζ και τα πλάσματα των νερών μάλλον και πάλι θα ζήσουν.

Περπάτησα γύρω από τη λίμνη με τα χέρια στις τσέπες. Κλωτσούσα αδιάφορα πέτρες, ξύλα. Θόρυβοι από τα δέντρα μου θύμιζαν ότι δεν είμαι μόνος. Σα να ήθελαν να δηλώσουν την παρουσία τους, την παρέα τους.

Η λίμνη ήταν πάντα ίδια, αλλά και πάντα διαφορετική αν τη δεις από άλλη πλευρά. Αμβλύνονται οι γωνίες της. Ξεφεύγει το μάτι. Έχεις την αίσθηση της αλλαγής. Πάντα με το ίδιο υπέροχο φόντο. Το πράσινο των δέντρων και αυτό της διάθεσης τ΄ουρανού.

Τα χρώματα ζωγραφίζουν τη λίμνη ανάλογα με τη μέρα και με τη γωνία που βρίσκεσαι. Αυτή τη φορά έμεινα να κοιτάζω τη λίμνη μου στην πρασινογάλαζη εκδοχή της. Δεν μου άρεσε.

Έριξα ένα βότσαλο, για να χαλάσω το χρώμα. Ένα δεύτερο. Ύστερα κι άλλο. Η λίμνη όμως μετά από λίγο, πάντα έπαιρνε την ίδια συννεφιασμένη μορφή της.

Προσπάθησα να συμβιβαστώ. Να προσαρμοστώ σε αυτό που έχω απέναντί μου. Σε αυτό που μου ανήκει. Στον εαυτό μου και στον άλλο μου εαυτό. Στη ζωή μου και στη ζωή που δεν έζησα.

Έκλεισα τα μάτια. Ξάπλωσα στην άμμο. Κύλησα στη λίμνη. Με τράβηξε όπως ο ψαράς τραβάει το ψάρι. Με ψάρεψε. Με έπνιξε.

Με ταξίδεψε σε βυθούς με κοράλια. Σε ζωντανά και σε γοργόνες. Σε παλάτια και σε παράγκες. Μου γνώρισε τον κόσμο όπως ήταν πραγματικά. Από μέσα. Με έκανε να ξεχάσω τη  μορφή της επιφάνειας, της βιτρίνας. Μου έδειξε το πάθος. Στα πιο μικρά, στα πιο απίθανα σημεία. Μου θύμισε το νόημα της ζωής.

Ένα ελαφρύ κύμα με ξέβρασε πιο ζωντανό από ποτέ στην όχθη της λίμνης. Πήρε το πιο καταγάλανο χρώμα που θα μπορούσε να έχει.

Βότσαλα. Ένα παραμύθι. Ίσως είναι η παιδικότητα που φεύγει και προσπαθώ να συγκρατήσω. Μπορεί να είναι όμως και η παιδικότητα που δεν φεύγει και δεν μπορώ να αποφύγω.

Εδώ μέσα γνώρισα το συναίσθημα να αγκαλιάζει τη σελήνη. Τον αυθορμητισμό να φοράει μαύρο μπερέ και να ζωγραφίζει την ευαισθησία. Είδα την αξιοπιστία να σμίγει με την αλήθεια που σπάει καρύδια. Ένιωσα την μετεμψύχωση μου στις ζωές σας και την αλληλεγγύη στην πράξη.

Θαλασσιές χάντρες στον κόσμο της  blogόσφαιρας. Βότσαλα στις λίμνες του μυαλού μας. Παραμύθι;  Μπορεί και όχι…

(Στην Αμαλία)

Advertisements