590.jpg

Έξω από το Γύθειο, πηγαίνοντας για τη Σκάλα, έχει προσαράξει στα ρηχά, εδώ και χρόνια, ένα καράβι από αυτά τα μεταφορικά, τα εμπορικά. Πολυταξιδεμένο σκαρί ήταν, είχε γράψει αρκετά ναυτικά μίλια πριν αποφασίσει να βγει από τον δρόμο. Στο κατάστρωμα και στα εσωτερικά του, είχαν βρει δουλειά άνθρωποι και εμπορεύματα, ζωές κι ελπίδες.

Τα αμπάρια του σήμερα γεμίζουν από τα ψάρια της ρηχής αυτής θάλασσας και από ένα πάθος για ανακάλυψη. Για το άγνωστο και το περίεργο. Κάθε φορά που έλεγα όταν ήμουν παιδί, ότι πάω για μπάνιο στο Βαλτάκι, αυτό που πραγματικά ήθελα ήταν να μπω μέσα στο πλοίο και να το κάνω βόλτα.

Αν δει κάποιος το καράβι πρώτη φορά, θα νομίζει ότι άδειασε η θάλασσα γύρω του. Σα να ρούφηξαν όλο το υγρό στοιχείο και το άφησαν μόνο, σπασμένο να κείτεται. Σαν ένα θαλάσσιο κήτος που αποφάσισε να πεθάνει στην αμμουδιά. Τόσο αλλόκοτο ναυάγιο είναι. Τόσο ερωτικό. Τραβάει σαν μαγνήτης. Φωνάζει να το αρπάξεις. Να μπεις μέσα σου.

Δεν μπορείς να φανταστείς τις εικόνες που κάθε φορά γεμίζουν τη ματιά σου. Υπάρχουν σημεία που μόνο με μάσκα και καλά πνευμόνια, καταφέρνεις να επισκεφθείς. Οι μεγαλύτεροι έλεγαν να προσέχουμε γιατί δεν ξέρεις τι μπορεί να ζει εκεί μέσα.

Τα χρόνια πέρασαν κι εγώ συνέχεια στο καράβι πήγαινα. Για ένα παράξενο τυχοδιωκτικό λόγο. Το είχα εξερευνήσει όλο. Κι όμως κάθε καλοκαίρι αυτό το πλάσμα άλλαζε. Έλιωνε. Φανέρωνε πλευρές που δεν μπορούσα να δω τις άλλες χρονιές. Μου μιλούσε. Με τα λυγισμένα του σίδερα. Έκλαιγε για το χρόνο που το μαδούσε. Ήθελε παρέα. Το αισθανόμουν.

Μια μέρα αγόρασα ένα φακό από αυτούς της θάλασσας. Πήρα τη στολή της κατάδυσης και ένα βράδυ είπα πως πάω για ψαροντούφεκο. Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα ήθελα για άμυνα και όχι για κυνήγι.

Άφησα το αυτοκίνητο ανάμεσα σε θάμνους για «κάλυψη -απόκρυψη» και με συνωμοτικό ύφος, προσέχοντας μη με δει κανείς επιχείρησα να δω το καράβι μου στο σκοτάδι. Φόρεσα τελετουργικά τη στολή, αλά Τζέιμς Μποντ, τη μάσκα μου και με βήμα αργό και προσεκτικό, προχώρησα.

Είδα μπροστά μου ένα καράβι, όπως δεν το είχα ποτέ φανταστεί. Η νύχτα είχε απλώσει ένα προστατευτικό μαύρο τούλι γύρω του. Σα να το είχε ετοιμάσει για βραδυνή έξοδο.

Έμοιαζε τόσο φρέσκο, τόσο νέο, τόσο καινούργιο. Καμία τρύπα, κανένα σκουριασμένο σημείο, κανένα σπάσιμο. Το καράβι με καλούσε με τις φωνές των κυμάτων που χτυπούσαν τα σωθικά του.

Έκανα πρώτα μία βόλτα γύρω του. Ήθελα να βεβαιωθώ ότι είναι ασφαλές κι ότι είμασταν μόνοι. Ο κίνδυνος μού ανέβαζε την αδρεναλίνη.

Όταν μπήκα μέσα του, το σκοτάδι έγινε απόλυτο. Δεν υπήρχαν σκιές για να με τρομάξουν. Μόνο ήχοι. Πιο δυνατοί από άλλη φορά. Λένε ότι το βράδυ η θάλασσα εκεί φουσκώνει, έτσι και το ηχόχρωμα στα έγκατα του πλοίου αλλάζει. Κάνει πιο βαριά τη φωνή, πιο δύσκολη την απόφαση.

Δεν με ενοχλεί το σκοτάδι. Θα μπορούσα να ταξιδέψω μέσα στο καράβι μου και με κλειστά μάτια. Το ξέρω. Νομίζω ότι το ξέρω. Το νερό με φοβίζει. Έχει μεγαλώσει η στάθμη και πρέπει να χωθώ στη θάλασσα.  ‘Ηρθε μάλλον η ώρα να χρησιμοποιήσω το φακό μου. Όχι για να δώ. Αλλά για να μην κινδυνεύσω.

Άνοιξα το φακό, πήρα την πιο βαθιά ανάσα που μπορούσα και βούτηξα. Κατευθύνθηκα στο τελευταίο αμπάρι του πλοίου. Ήταν πάντα η μεγαλύτερη πρόκληση. Τι θα έβρισκα όμως τώρα εκεί;

Στο πάτωμα, στο λιωμένο πάτωμα και ενωμένο με το βυθό, είδα ένα ξύλινο κιβώτιο. Ήταν η τελευταία εικόνα πριν βρω κάποιο πέρασμα για να ξαναπάρω αέρα.

Τι κιβώτιο ήταν αυτό; Δεν το είχα ξαναδεί. Βέβαια είχα καιρό να μπω στο αμπάρι  και μπορεί κάποιος άλλος…

Η πρόκληση να το ανοίξω, η περιέργεια με είχε εξιτάρει. Προσπάθησα να υπολογίσω τη συντομότερη διαδρομή, έβγαλα το μαχαίρι μου. Σκέφτηκα ότι αν πάθαινα κάτι, δεν υπήρχε κανείς εκεί γύρω. Το πάθος μου όμως ήταν μεγαλύτερο από τη λογική.

Οπλίστηκα με θάρρος και διπλάσια ποσότητα αέρα και έφτασα στο κιβώτιο, νωρίτερα απ’ ότι το είχα σχεδιάσει. Άνοιξε με ένα ελαφρύ τράβηγμα και το αμπάρι έλαμψε.

Χρυσός κι ασήμι σε ράβδους, κοσμήματα και πολύτιμοι λίθοι σε θήκες, λαμπύριζαν στο φακό μου. Αντικατόπτριζαν όλη τη ματαιοδοξία μαζεμένη.  Όλα τα όνειρα που εγκαταλείφθηκαν για όλους τους συμβιβασμούς που περίσσευαν.

Άγγιξα το χρυσάφι, σα να άγγιζα την άμμο από το βυθό ήταν. Πνιγόμουν. Έπρεπε να πάρω ανάσα.

Γύρισα στην επιφάνεια. Ένα δάκρυ κύλισε και η ανάσα βγήκε δύσκολα. Τα μάζεψα βιαστικά, ξεντύθηκα κι έφυγα όσο πιο γρήγορα από το πεθαμένο καράβι.

Από τότε δεν μπόρεσε να με αγγίξει ξανά. Έχασε τη μαγεία της προσπάθειας. Για κάποιο λόγο όμως έμεινα να παρακολουθώ τη ζωή του. Μια ζωή σπασμένη.

Αποφάσισα να αποδράσω, να βρω το κομμάτι της μαγείας που με συνάρπαζε, να βάλω χρώμα στη ζωή μου και να τη ζωγραφίσω. Να  ταξιδέψω με την μαγεία μου αγκαλιά, να βάλω μηχανές γρήγορες στα καράβια μου και να χαθώ.

Αν ταξιδέψεις ποτέ στο Γύθειο, δεν θα το βρεις σε οδηγό, στα αξιοθέατα. Αν ψάξεις λίγο όμως, θα βρεις ένα καράβι που στέκεται καρφωμένο. Κι αν σου αρέσει η λάμψη του,  μπορεί και να το ερωτευτείς.  Σου συνιστώ όμως να προσέχεις γιατί «δεν ξέρεις τι μπορεί να ζει εκεί μέσα «.

(φωτό από το καράβι στο Γύθειο)

Advertisements