dewonleavespb5.jpg

Το γνωστό. Το τετριμένο. Κι αυτό τελικά που μας ακολουθεί πάντα. Στα ποστ, στη λογική μας, στους φίλους, στις αντιδράσεις. Κάθε μέρα το διαπιστώνω όλο και περισσότερο.

Ακόμα και στις επαφές μας, στις σχέσεις μας. Στη δουλειά, στην οθόνη του υπολογιστή και στο γυάλισμά του όταν μπαίνει φως. Στα μάτια μας και στα γυαλιά μας.

Μοιάζουμε στο πως αγαπάμε. Ελεύθερα. Και στο πως θέλουμε να μας αγαπάνε. Απόλυτα. Κρυβόμαστε. Κι εκεί μοιάζουμε. Στο παρελθόν. Στις αναμνήσεις. Στο παρόν. Στα λόγια.

Δεν ξέρω αν στο είπα. Σπάζομαι χοντρά όταν αφήνω απόσταση με το αμάξι  από τον μπροστά και χώνονται οι πονηροί. Μου τη δίνει όταν μου παίρνουν τη θέση.

Τους γιατρούς τους αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι. «Θα περάσει μόνο του, να δουλέψουν και τα αντισώματα» είναι η μόνιμη επωδός μου. Φροντίζω τους άλλους όσο μπορώ, συμπαραστέκομαι. Δίνω αίμα. Όποτε χρειαστεί για κάποιον συνάδελφο τρέχω. Να τον πάω στο νοσοκομείο, να μιλήσω μαζί του. Για μένα ποτέ.

Πολλές φορές με παρεξηγούν. Μερικοί που δε με ξέρουν με βλέπουν κλειστό να δουλεύω στο γραφείο μου και νομίζουν ότι είμαι γενικά έτσι. Ξαφνικά πετάω στο ξεκάρφωτο κάποιο αστείο και μένουν όλοι με το στόμο ανοιχτό. Μια κοπελιά που κάνει πρακτική στο γραφείο, μού έβγαλε το παρατσούκλι: «Ατάκα μαν». Μια μέρα μου λέει: «Είσαι μουλωχτός!». «Γιατί με λες έτσι;» τη ρώτησα και μου απάντησε ότι δεν το λέει για κακό, απλώς δείχνω άλλο απ’ ότι είμαι. Δεν το φιλοσόφησα ιδιαίτερα αυτό που είπε αλλά το θυμάμαι. Μάλλον κυκλοθυμικός είμαι.

Με τρελλαίνουν τα ταξίδια και οι εκδρομές. Η προετοιμασία του αυτοκινήτου και των ανθρώπων για κάτι νέο. Θέλω να βλέπω χαρούμενα πρόσωπα γύρω μου.

Η θάλασσα όμως με εξουσιάζει. Με την αύρα της, τα χρώματά της, τη δροσιά της.  Για μπάνιο μου αρέσει τα απογεύματα μετά τις έξι. Μπορεί να μείνω μέχρι να νυχτώσει. Το βράδυ είναι απίστευτα ζεστή. Μια αγκαλιά είναι.

Όταν βρέχει, βγαίνω στη βεράντα μου και ακούω τον ήχο στη λαμαρίνα, μυρίζω το άρωμα της. Το ξέρεις ότι έχει άρωμα; Το ξέρεις. Μου φωνάζουν ότι δεν πρέπει να βγαίνω έξω στην καταιγίδα, αλλά εγώ δεν ακούω κανένα. Έχεις κάνει μπάνιο στη θάλασσα με βροχή; Σίγουρα έχεις. Είναι μοναδικό το πάντρεμα.

Μου αρέσει να περπατάω και στους δρόμους χωρίς λόγο. Παίρνω και το αμάξι και πηγαίνω  σε μέρη απίθανα και άγνωστα. Συνήθως κοντά σε θάλασσα. Βάζω στο cd Χατζηγιάννη, Ρέμο, Τερζή και περνάει η ώρα μου. Μόνος μου. Αλλά μου αρέσει.

Δεν αντέχω το κινητό μου. Νομίζω ότι με ελέγχει. Δεν το έχω πάνω από δύο χρόνια. Και το έχω κυρίως για τη δουλειά. Το ίδιο και την τηλεόραση. Δεν αντέχεται η υποκρισία, το δήθεν, ειδικά στις ενημερωτικές και στις μεσημεριανές εκπομπές.

Οι φίλοι μου είναι οι συνήθεις τύποι που παίζουμε μπάσκετ, με αυτούς καλαμπουρίζω, πέφτουνε και μερικές ψιλές πάνω στο παιχνίδι, μερικά μπινελίκια για το καλάθι που δεν μπήκε, για το ρημπάουντ που χάθηκε. Τι θέση παίζω; Σέντερ φυσικά. Είμαι ο φύλακας της μπασκέτας μου. Δεν περνάει εύκολα αντίπαλος με τη μπάλλα. Ή αυτός ή η μπάλλα. Και οι δύο ποτέ. Κατεβαίνουμε και στο τοπικό ανεξάρτητο πρωτάθλημα. Πέρισυ βγήκαμε τρίτοι. Φέτος τίποτα.

Δεν ξέρω ειλικρινά πως να χαρακτηρίσω τον εαυτό μου.  Περιμένω την Άντα να βρω το λήμμα που με αντιπροσωπεύει.  Όταν ήμουν δεκαεφτά, είχα γνωρίσει στις διακοπές μου, μια δεκαεξάχρονη Ελβετίδα την Κριστίν. Βγαίναμε μαζί, διασκεδάζαμε και τα βράδια την πήγαινα στην παραλία, την κρατούσα αγκαλιά και την έδειχνα το φεγγάρι. Όταν μετά από μια βδομάδα έφυγε, με έπιασε ο τριαντάρης μάγειρας του ξενοδοχείου που έμενε και μου είπε όλα όσα έλεγα στην Κριστίν. Επίσης δεν παρέλειψε να μου πει ότι όταν το βράδυ γυρνούσε η Κριστίν, πήγαινε στο δωμάτιό του και έκαναν έρωτα. Ότι εγώ την διασκέδαζα και αυτός την «πήδαγε». Δεν ξέρω αν ήταν αλήθεια και γιατί μου τα είπε αυτά. Τι ήθελε να αποδείξει. Τι κρύβει ο καθένας μέσα του. Και σήμερα όμως που μεγάλωσα, πιστεύω ότι αν ήμουν ξανά δεκαεφτά,  πάλι το φεγγάρι θα έδειχνα της  Ελβετίδας. Αυτός είμαι.

Θα σου πω και το τελευταίο για να γελάσεις. Δεν ξέρω όμως αν έχει συμβεί και σε σένα. Είναι όμως μια αληθινή ιστορία. Μη την παρεξηγήσεις.

Στα 23-24 μου έβγαινα με τον κολλητό μου όταν είμασταν ξέμπαρκοι και γυρίζαμε στα θέατρα. Ένα Σάββατο είχε τελειώσει η παράσταση σε ένα θέατρο  στην Αλεξάνδρας. Αφού φάγαμε τον πατροπαράδοτο ψιλοκομμένο και λάδωσε το έντερο, είπαμε να περπατήσουμε στην άδεια Λεωφόρο. Μία το πρωϊ. Με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν. Μιλούσαμε για την παράσταση, για τα τρένα που φύγαν, γι αυτά που θά ‘ρθουν, τα γνωστά.

Κάποια στιγμή σταματάει ένα αυτοκίνητο. Ήταν μέσα ένα ζευγάρι. ΄Αντρας -γυναίκα. Μας κοιτάνε προσεκτικά. Για μια στιγμή φοβήθηκα για αστυνομία. Μετά ο οδηγός  με το ίδιο ύφος που θα ρώταγε «από που στρίβουν για την Ιπποκράτους; «, ρωτάει.»Μήπως είσαστε γκέυ;» Δεν ξέρω πώς μπορεί να δώσαμε αυτή την εικόνα. Προφανώς θέλαν παρέα. Εμείς διαβεβαιώσαμε πώς δεν είμασταν και έφυγαν.

Μετά περπατήσαμε για λίγο βουβοί. Τον κοιτάω και σπάω τη σιωπή. «Λοιπόν φίλε μου, όπως καταλαβαίνεις, πρέπει μετά από αυτό να το πάρουμε απόφαση». Ο κολλητός μου τραβήχτηκε. «Τι εννοείς;»  μου λέει. «Τι εννοώ! Να βρούμε γκόμενες μωρέ μαλάκα!»

Αυτός είμαι . Με την πλάκα μου. Και τα σοβαρά μου. Τι λες; Μοιάζουμε; Αν ναι τότε γιατί αυτό που μας μοιάζει δεν το έχουμε; Θες απάντηση και σ’ αυτό; Πολύ περίεργη είσαι. Η ζωή, η μοίρα μάς προσφέρει τελικά αυτό που μας αξίζει. Το άλλο. Αυτό που μας συμπληρώνει. Αυτό μας ταιριάζει. Είναι ο λόγος που οι άντρες ερωτεύονται ξανθιές και παντρεύονται μελαχρινές και το αντίστροφο. Το τίμημα του χαρακτήρα μας που αποδίδεται. Αν όμως έπρεπε τώρα να πάρω αποφάσεις θα έλεγα «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος» και δεν θα το πλήρωνα. Κι ας με γύρναγε πίσω. Τι είχα, τί έχασα. Και σιγά τη βάρκα στο φινάλε. Έτσι λέω. Έτσι θέλω να λέω. Άσε με.

ΥΓ. Don’t pay the ferryman

Chris De Burgh – Don’t Pay The Ferryman

It was late at night on the open road,
Speeding like a man on the run,
A lifetime spent preparing for the journey;
He is closer now and the search is on,
Reading from a map in the mind,
Yes there’s the ragged hill,
And there’s the boat on the river.
And when the rain came down,
He heard a wild dog howl,
There were voices in the night – «Don’t do it!»
Voices out of sight – «Don’t do it!
Too many men have failed before,
Whatever you do,
Don’t pay the ferryman,
Don’t even fix a price,
Don’t pay the ferryman,
Until he gets you to the other side;»
In the rolling mist, then he gets on board,
Now there’ll be no turning back,
Beware that hooded old man at the rudder,
And then the lightning flashed, and the thunder roared,
And people calling out his name,
And dancing bones that jabbered and a-moaned
On the water. And then the ferryman said,
«There is trouble ahead,
So you must pay me now,» – «Don’t do it!»
«You must pay me now,» – «Don’t do it!»
And still that voice came from beyond,
«Whatever you do,
Don’t pay the ferryman,
Don’t even fix a price,
Don’t pay the ferryman,
Until he gets you to the other side;
Don’t pay – the ferryman!»

Advertisements