639.jpg

1ο) Προφέρεται ανάλογα της κρητικής διαλέκτου+ ιδιωματισμοί.

Ο Μανόλης είσσε ένα μαζέρικο εις την Κρήτη. Τσε πάει μια μέρα ο καπετάν Μανούσος να φάει. Τσε λέει του Μανόλη.

– Ε, Μανόλη. Πσάσε μιαν σούπα.

– Μάιστα καπετάν Μανούσο να σου τη φέρω.

Πάει ο Μανόλης τσε φέρνει του τη σούπα, είσσε όμως το μεγάλο του δάχτυλο μέσα εις τη σούπα.

– Ζιάντα ωρέ μούσκαρε έσσεις την δαχτυλούκλα σου μέσα εις τη σούπα;

– Με σχωρείς καπετάν Μανούσο, αλλά έχω φκάλει ένα σπυράτσι τσ ο ζατρός είπε μου α το βάζω στα ζεστά.

– Ε να σου ΄λεγα που α το βάλεις για ζεστά, αλλά έσσε χάρη που ΄σσει κόσμο.

– Με σχωρείς καπετάν Μανούσο, αλλά ετσεί που ‘θελες να μου πεις να το βάλω το ‘χα, αλλά το ‘φκαλα ζα να σου σερβίρω… 

2ο) Ο Τοτός παρακολουθεί τον πατέρα του που έκανε μπάνιο. Βγαίνει αυτός με το μπουρνούζι χωρίς να ξέρει ότι τον παρακολουθεί ο γιός του και κατευθύνεται στην κρεβατοκάμαρα, όπου είναι ξαπλωμένη η γυναίκα του.

Ανοίγει τότε διάπλατα το μπουρνούζι και της λέει: Πάρε μου μια πίπα!

Ο Τοτός που βλέπει από πίσω τη σκηνή εντυπωσιάζεται. Την άλλη μέρα κάνει μπάνιο και ο Τοτός. Βάζει το μπουρνούζι του και πάει στη μαμά του, την ώρα που εκείνη ήταν στην κουζίνα.

Ανοίγει διάπλατα το μπουρνούζι και της λέει: Πάρε μου ένα ποδήλατο! 

3ο) Ένας Έλληνας, ένας Αλβανός και ένας Γερμανός και οι τρεις αλουμινάδες, πάνε στον παράδεισο. Στην πόρτα τους σταματάει ο Αγ. Πέτρος και τους λέει ότι πρέπει να αντικατασταθεί η πόρτα του παραδείσου γιατί πάλιωσε. Κι επειδή και οι τρεις ξέρουν από τη δουλειά έπρεπε να του κάνουν τις προσφορές τους.

Πάει ο Αλβανός και ζητάει 200 ευρώ με πολύ προσωπική εργασία.

Πάει ο Γερμανός και ζητάει 500 ευρώ προσφέροντας υψηλή τεχνολογία.

Πάει και ο Έλληνας και ζητάει 1000 ευρώ.

-Καλά του λέει ο Αγ. Πέτρος εσύ τι πια προσφέρεις που ζητάς 1000;

-Να σου πω. Θα δώσω τη δουλειά στο Γερμανό με 500, 100 στον Αλβανό για να τον βοηθήσει και τα άλλα θα τα μοιραστούμε.

Ερώτημα: Ποιόν προτίμησε ο Αγ. Πέτρος; 

4ο) Ένα αεροπλάνο πέφτει και σκοτώνεται ένα τάγμα καπουτσίνων μοναχών. Πάνε στον παράδεισο. Και στην πόρτα ο Αγ. Πέτρος παθαίνει πλάκα από τον μαζεμένο κόσμο. Δεν προλαβαίνει.

Στον πανικό του επάνω, απευθύνεται στο Θεό που πόσταρε στο blog του εκείνη την ώρα.

-Έχουν έρθει 40 καπουτσίνοι. Τι να τους κάνω;

Και ο Θεός (στον κόσμο του). Να τους πληρώσει αυτός που τους παρήγγειλε.

Advertisements