1807-awesome_seasons_screen_saver.gif

Μου λείψατε. Πολύ. Αυτό συμβαίνει όταν επί τρεις μέρες δεν μπορείς να έχεις πρόσβαση ούτε στο blog ούτε στα mail. Αποκαλύπτεται διάφανα ότι αυτή η επαφή δεν είναι τίποτα άλλο παρά αέρας, αν περιορισθεί σε επίπεδο net. Θέλεις να την πεις «αύρα εσπερινή», να την αποκαλέσεις «μελτεμάκι» για να γίνεις και ποιητικός; Όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Κάτι που γυαλίζει είναι. Στιγμές που σου δίνονται και όπως θες και μπορείς προσαρμόζεσαι.

Μπορεί να είναι και καλύτερα. Επανατοποθετείσαι. Κοιτάς με καθαρότερη ματιά την αλήθεια και την πραγματικότητα. Κάνεις επανεκκίνηση. Και προσφέρεσαι πιο συγκροτημένα και ώριμα. Αλλάζουν οι σκέψεις σου; Γιατί να αλλάξουν; Δεν χάνεις τίποτα από τα δεδομένα σου. Η ζωή σου παραμένει ίδια και εντός και εκτός. Δεν σφυρίζεις αδιάφορα σε καμία περίπτωση. Ακόμα και σαν αέρας και σαν ψηφιακό κενό όπως αυτές τις μέρες, την επαφή την αισθάνεσαι. Όχι σαν χάδι όπως αρχικά λογάριαζες. Σαν δέσιμο έντονο.

Κάποια φίλη, αναρωτήθηκε: ¨Κατάλαβα. Και τι κατάλαβα που κατάλαβα;¨ Αυτή είναι τελικά η κατακλείδα. Είχε δίκιο. Ό,τι ζούμε (εδώ) είναι ελλιπές. Γράφουμε για να μας διαβάσουνε; Ή μήπως για να μιλήσουμε; Μη βιαστείς. Πρόσεξε την απάντηση. Ελέγχεις τη συνέχειά της; Άμυνα, σκληρή άμυνα. Γράφεις και αυτό σε κάποιους αρέσει. Πέραν τούτου …

Κενό. Αυτό έχεις. Ασύρματο δίκτυο. You re nοt connected. Η Νο 615Β5Α επαφή σας είναι εκτός λειτουργίας. Δοκιμάστε αύριο. Ναι. Άμυνα. Όσο είμαστε ακόμα άνθρωποι και μέχρι να μας αντικαταστήσουν με ανθρωποειδή.

Κοιταζόμαστε στο σήμερα, αλληλογραφούμε στον αέρα, στο άγνωστο, χωρίς να ξέρουμε αν υπάρχει αυτό και αύριο. Μόνο το άγγιγμα ψυχής μένει.

Ξεπερνώ το πώς είμαι. Αυτό που κάνω, σώζοντας στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή μου τις σκέψεις μου, είναι η φυγή. Με το να γράφω. Για να καταγραφώ. Σα να μη συνέβη τίποτα. Χωρίς κάτι extra από πίσω. Χωρίς on line μαγικά bonus συναισθήματα. Όταν επανέλθει η wireless connection θα το διαβάσετε. Απλά διαβάστε το. Ένα ταξίδι είναι. Ένα speed touch ταξίδι.

Σε ένα τρένο Αθήνα-Θεσσαλονίκη, σφίγγοντάς την, μπροστά σ’ ένα ανοιχτό παράθυρο, με τον αέρα να της παίρνει τα μαλλιά, της ψιθυρίζω πάλι λόγια από το γνωστό παραμύθι με τη νεράιδα της θάλασσας που της αρέσει, γιατί την κάνει παιδί. Αφήνομαι. Ξέρω ότι τα παραμύθια δεν γυαλίζουν. Δεν ζουν τη μέρα. Ούτε θαμπώνουν στο διάβα του χρόνου.

«Δειλινό στα Κύθηρα. Ακουμπισμένος σ΄ ένα βράχο προσπαθούσα να αποτυπώσω σε καμβά τα χρώματα και την κίνηση του ήλιου. Το φως λιγόστευε και η θολή ματιά πλανήθηκε στον ορίζοντα της θάλασσας και στο τελευταίο καθρέφτισμα.Τα πινέλα μου στέγνωσαν όσο έμεινα να κοιτάζω το πέλαγος.

Όλα γύρω μου κουβέντιαζαν για ένα μικρό κορίτσι, που τα δάκρυά του γίνονταν ποτάμι που άδειαζε. Ήθελα να το αποτυπώσω. Να το περάσω στην κίνηση. Δεν μπόρεσα να δώσω μορφή στο όνειρο. Με συνεπήρε η αύρα κι η αρμύρα, όσο η νύχτα δούλευε στο αδράχτι της. Ο χρόνος σταμάτησε.

Το κλάμα της βούιζε στ’ αυτιά μου και με οδηγούσε. Άνθρωποι στοιβαγμένοι γύρω μου με κοιτούσαν επίμονα. Με έδιωχναν. Κοίταξα τη θάλασσα. Μετά την αμμουδιά. Μια κοπέλα ξαπλωμένη και γυρισμένη με τη πλάτη, με τα χέρια στο πρόσωπο. Γύρισε κι έγειρε πάνω μου. Δεν είδα δάκρυα. Ένιωσα μόνο ένα φτερούγισμα…

…Σ’ ένα λευκό αραχνοΰφαντο η νεράιδα της θάλασσας πέρασε από μπροστά μου κι έμοιαζε σαν μην πατά στη γη. Έτρεξε και με μια ανάλαφρη κίνηση βρέθηκε στο νερό κάπου εκεί που άρχιζαν να διαφαίνονται τα πρώτα χρώματα του φεγγαριού. Βρέθηκε στο νερό, έγινε φως και χάθηκε…»

Δεν ξέρω αν καταλάβατε για τι μιλάω και γιατί δε μιλάω. Έχω πάθει μπλακ άουτ. Αλλά κι αν καταλάβατε, τι καταλάβατε που καταλάβατε;

ΥΓ. Κάτι να γυαλίζει. (1992)

Στίχοι: Βασίλης Καζούλης
Μουσική: Βασίλης Καζούλης
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Καζούλης

Σου ‘δινα λεφτά για τα ταξίδια
και χρυσάνθεμα απ’ της Κίνας τις αυλές
πέτρες σκαλιστές για δαχτυλίδια
και φορέματα από πόλεις μαγικές

Στα παλιά βιβλία του πατέρα
της Αλεξάνδρειας οι μύθοι κι οι γιορτές
για όσα σκορπιστήκαν στον αέρα
και στις θάλασσες τις γκρίζες απ’ το χθές

Ό,τι κι αν αρχίσω
όποια πόρτα κι αν χτυπήσω
τίποτα δε φτάνει στο δικό σου ουρανό

Κάτι να γυαλίζει
θέλεις πάντα κι ας θυμίζει
ό,τι πιο θαμπό μαζί και σκοτεινό

Σαν του φτωχού Σαρλό την μπαλαρίνα
που χορεύει μες στης νύχτας το ρυθμό
μα η καρδιά σου σαν κλεισμένη σε βιτρίνα
δεν αγγίζει της δικής μου τον παλμό

΄Ωσπου μια βραδιά ένας σχοινοβάτης
μες στα φώτα αυτού του τσίρκου ισορροπεί
παίρνει ο μορφονιός την μπαλαρίνα
κι είν’ μονάχος τώρα ο κλόουν στη σκηνή

Ό,τι κι αν αρχίσω
όποια πόρτα κι αν χτυπήσω
τίποτα δε φτάνει στο δικό σου ουρανό

Κάτι να γυαλίζει
θέλεις πάντα κι ας θυμίζει
ό,τι πιο θαμπό μαζί και σκοτεινό

Advertisements