face2-kiwi.jpg

-Καλημέρα γυναίκα.

-Καλημέρα.

-Καλημέρα παιδιά.

-Καλημέρα μπαμπά.

Άλλη μια μέρα ξημέρωσε. Φόρεσα το ρούχα της δουλειάς, κουστούμι γραβάτα και ξεκίνησα. Έκλεισα την πόρτα του σπιτιού πίσω μου ελαφρά. Ανοίγω την πίσω του αυτοκινήτου.

-Καλημέρα κύριε Διοικητά.

-Καλημέρα Παναγιώτη.

Αριστερά στο κάθισμα βρίσκονται οι σημερινές εφημερίδες.  Χα! Είναι απίστευτος αυτός ο υπουργός. Μα είναι δυνατόν, να μην έχει παραιτηθεί ακόμα; Καλύτερα να μη φωνάζω τις σκέψεις μου. Η βουή της πόλης, τα κορναρίσματα,  σκεπάζουν κάθε σκέψη, κάθε εσωτερική φωνή.

Μπήκα στο γραφείο βιαστικά, πέταξα το σακάκι, χαλάρωσα τη γραβάτα.

-Καλημέρα κύριε Διοικητά.

-Καλημέρα Σοφία.

Η γλυκειά μου Σοφία.  Η αγαπημένη μου γραμματέας. Εδώ και δύο χρόνια που είμαι Διοικητής σε αυτόν τον Οργανισμό, πάντα βρίσκεται κοντά μου, πίσω και δίπλα σε κάθε απόφασή μου. Ίσως η μόνη που με καταλαβαίνει.

Στέκομαι μπροστά στις περσίδες από το παράθυρο. Τις παραμερίζω χωρίς να ανοίγω. Κοιτάζω έξω. Αυτοκίνητα, τρόλεϊ, άνθρωποι βιαστικοί. Τόσα χρόνια στην πολιτική, από μικρό παιδί. Κι όμως πάντα κάτι το ανεκπλήρωτο μένει. Ματαιοδοξίες.

Η  Σοφία μπαίνει στο γραφείο με ένα δίσκο στα χέρια.

-Ο καφές σας κύριε Διοικητά.

-Σ΄ευχαριστώ Σοφία. Τι έχουμε σήμερα;

-Θα σας πω σε λίγο, μου λέει χαμογελώντας.

Αναλογίζομαι τι έχω δώσει σε αυτό το κόμμα χρόνια τώρα. Πάντα ανιδιοτελώς και μόνιμα με τις αρχές της παράταξης να αποτελούν γνώμονα. Ήρθε η ώρα της δικαίωσης. Κάποια στιγμή. Πριν δύο χρόνια που αναλάβαμε τη διακυβέρνηση του τόπου και με τοποθέτησαν Διοικητή στον Οργανισμό, με πήρε στο τηλέφωνο ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Δεν θα ξεχάσω τα λόγια του.

-Βασίλη, θα περίμενα λιγότερη έκπληξη από σένα. Καλή δουλειά.

Βέβαια αν σκεφτεί κανείς πού βρίσκονται άλλοι με λιγότερη προσφορά, έπρεπε να είμαι τουλάχιστον υφυπουργός, αλλά δε βαριέσαι. Καλά είμαι.  Όποιος ψάχνει τα πολλά χάνει και τα λίγα.

Η ώρα πέρασε και… Σηκώνω το εσωτερικό τηλέφωνο.

– Σοφία, γιατί δεν μου δίνεις γραμμές;

– Θα σας πω, έρχομαι μέσα.

Η Σοφία με αυτό το μόνιμο χαμόγελο που σκοτώνει, κλείνει διακριτικά την πόρτα μπαίνοντας.

– Κύριε Διοικητά ξέρετε τι μέρα είναι σήμερα;

-Τι μέρα να ΄ναι Σοφία; Έχουμε κανέναν που γιορτάζει; Να του τηλεφωνήσω. Κάτσε να περάσει λίγο η ώρα.

-Εσείς γιορτάζετε. Κλείσατε  δυό χρόνια Διοικητής. Σήμερα δεν έχει δουλειά και τηλεφωνήματα. Θα τα αναλάβουν οι διευθύνσεις. Τα έχω κανονίσει όλα.

Είναι εκπληκτική αυτή η κοπέλα. Όταν πριν δυο χρόνια μου την πρότειναν, δεν περίμενα ότι θα μπορούσα να έχω τόση βοήθεια. Από τη μια οι σπουδές και οι γνώσεις της, από την άλλη η εξυπνάδα της, το χαμόγελο και αυτή η αφοσίωση, η εμπιστοσύνη που έχει διαμορφωθεί… Τι να πώ. Και πάλι με συγκινεί. Η μόνη που με σκέφτηκε.

Δύο χρόνια στον Οργανισμό. Με αποτελέσματα. Έδωσα ψυχή. Παρέλαβα ένα χρεωμένο ταμείο, με σπατάλες και πονηρά κονδύλια και από τον πρώτο κιόλας χρόνο, έφερα κέρδη. Σημαντικά. Έχουμε πλέον επαφές με την παγκόσμια κοινότητα.  Το εμπορικό μας πλεόνασμα εξακοντίστηκε. Ξοδεύουμε πολύ λιγότερα από αυτά που παράγουμε. Και επενδύουμε συνεχώς. Στην Ελλάδα, στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή. Φέτος μάλιστα φτάσαμε τα τέσσερα γραφεία στην Αυστραλία.  Η ιστοσελίδα μας δέχεται συνεχώς αιτήσεις και συμμετοχές. Δεν μπορεί κανείς να βρει ένα ψεγάδι.

Η Σοφία σταματάει τον ειρμό μου.

– Κύριε Διοικητά, σήμερα θα φύγουμε κατά τις 12. Σας περιμένει μία έκπληξη. Κανονίστε ό,τι προσωπικό έχετε και θα σας περιμένω στο γκαράζ στις 12. Θα πω του Παναγιώτη να φύγει.

Μου έσκασε το πιο γυναικείο της χαμόγελο, μου έκλεισε γατίσια τα μάτια και γύρισε στο γραφείο της, χτυπώντας με την ίδια πάντα θηλυκότητα τα κουμπιά στο πληκτρολόγιο, επισημαίνοντας με τη στάση της, κάθε στιγμή, ότι βρίσκεται εκεί πρόθυμη και διαθέσιμη.

Δεν μπόρεσα να αντιδράσω στην πρόταση. Χρειαζόμουν κάποια ξεκούραση. Κυρίως πνευματική. Μάλλον προσευχόμουν για κάτι που να με τάραζε. Τι έκπληξη όμως να μου ετοίμαζε η Σοφία; Και με το αυτοκίνητό της;

Έκανα αδιάφορα ότι εργαζόμουν. Στην πραγματικότητα περίμενα την ώρα να πάει 12. Ανοίγω τον υπολογιστή στην ιστοσελίδα μας, βλέπω τις τιμές στα χρηματιστήρια, διαβάζω τα τελευταία νέα.

Στις 12 η Σοφία είχε ήδη φύγει από το γραφείο. Δένω τη γραβάτα μου, βάζω το σακάκι και χτενίζομαι πρόχειρα. Στο γκαράζ με αναμμένη τη μηχανή η Σοφία παίζει με τα φώτα. Μπαίνω στο αμάξι με κάποια διαστακτικότητα.

-Πού πάμε;

– Σε ένα μέρος που μου αρέσει πολύ, μου λέει με αποφασιστικότητα, κοφτά και απόλυτα.

Αισθάνθηκα ότι ξαφνικά παραδόθηκα . Ότι αυτή η μέρα ήταν δικιά της και όχι δικιά μου. Είχα αρχίσει να γίνομαι έρμαιο στις αποφάσεις της. Παιχνίδι στα χέρια της. Δεν μπορούσα να βγάλω μιλιά. Ακολουθούσα. Και όσο απομακρυνόμασταν από την Αθήνα, τόσο έπαιρναν τα μυαλά μου αέρα. Λίγο πριν το Πόρτο Ράφτι σταμάτησε σε ένα παραλιακό εστατόριο.

– Θα δείτε ότι θα σας αρέσει κι εσάς, μου είπε πονηρά κάνοντας όπισθεν για να παρκάρει.

Δίπλα στο κύμα, σε μια μαγευτική παραλία, μαζί με το φαγητό, η Σοφία μου ανέλυσε όλη την απόδοση του Οργανισμού τα δύο αυτά χρόνια. Στο τέλος άρχισε να μου μιλάει για μουσική, για το βιβλίο που διάβαζε, για τις αναζητήσεις της ζωής της. Μιλούσε ασταμάτητα . Κι εγώ αποσβολωμένος την άκουγα, προσπαθώντας να αρπάξω κάθε της λέξη, κάθε της συναίσθημα.

Μετά από λίγη ώρα, είχα ξεχάσει ότι είμαι Διοικητής, ότι είχα υποχρεώσεις, οικογένεια. Πέταξα στα όνειρα της Σοφίας με το μικρό της Πεζώ, με ταξίδεψε πέρα από ό,τι άλλο έχω ζήσει. Για μια στιγμή ένιωσα ζάλη. Το άρωμά της. Τα μάτια της.  Το στόμα της. 

Άρχισα να ανοίγομαι. Της άνοιξα την καρδιά μου. Για τις αγωνίες μου. Για το κόμμα. Για τον απίστευτο υπουργό που δεν είχε ακόμα παραιτηθεί.  Είχα μια ασφάλεια μιλώντας της. Με ζεστασιά με κοίταζε στα μάτια χωρίς να διακόπτει. Δεν χαμογελούσε πλέον. Άκουγε μόνο κι έπινε κρασί. Μια στιγμή μόνο σηκώθηκε και μου διόρθωσε τη γραβάτα.

-Φεύγουμε; μου λέει ξαφνικά.

– Για πού; ρώτησα χωρίς λόγο,  σίγουρος ότι υπήρχε συνέχεια  ήμουν έτοιμος για ότι μου προταθεί. Ήταν τόσο δικιά μου η Σοφία σήμερα. Είχε μιλήσει μέσα μου. Παραδόθηκα. Στη στιγμή της.

– Εδώ κοντά είναι το σπίτι μου, είπε κάνοντας πάλι όπισθεν για να ξεπαρκάρει το Πεζώ. Σήμερα η μέρα, σας ανήκει. Με κάρφωσε με τη ματιά της σχεδόν απειλητικά. Μου χαμογέλασε πάλι κι έλιωσα.

Κοίταξε πρώτα γύρω και μετά άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος. Σκοτάδι. Δεν άναψε φώτα.

-Εδώ μένω, μου είπε. Μη ανάψετε φώτα. Καθήστε στον καναπέ όσο πιο άνετα αισθάνεστε. Θα επιστρέψω σε λίγο. Πάω να αλλάξω.

Με μια κίνηση έβγαλα το σακάκι, μετά τη γραβάτα που με έσφιγγε, το πουκάμισο, ακολούθησε το παντελόνι. Περίμενα τη στιγμή της Σοφίας απόλυτα δοσμένος, χωρίς νου για ότι άλλο, για τη θέση μου στον Οργανισμό, για την οικογένειά μου…

Ένα εκτυφλωτικό φως πλημμύρισε το σαλόνι. Έκλεισα τα μάτια από τη λάμψη. Όταν άρχισα να τα ανοίγω, άρχισαν θαμπά και θολά να ξετυλίγονται όλα αυτά που με συντρόφευαν χρόνια τώρα. Είδα ένα τεράστιο πανώ που έγραφε: «Συγχαρητήρια κύριε Διοικητά», μετά τους συναδέλφους στην Υπηρεσία, τη γυναίκα μου, τα παιδιά μου, το μισό Υπουργικό Συμβούλιο, δημοσιογράφους και στο βάθος να ξεχωρίζει η φιγούρα του ίδιου του πρωθυπουργού.

Κι εγώ δοσμένος στη Στιγμή, κοιτούσα με το στόμα ανοιχτό, ηλίθιος και μόνος σαν το ακτινίδιο, να βρίσκομαι γυμνός μπροστά σε όλη μου τη ιστορία. Στην άκρη του ματιού μου παρατήρησα τη Σοφία να είναι γυρισμένη στον τοίχο και να τον χτυπάει με γροθιές, τη γυναίκα μου να με κοιτάει με περιφρόνηση, τους υπουργούς να ξεροβήχουν.

Τα φλας των δημοσιογράφων με επανέφεραν. Μου τόνιζαν ότι όλα τελείωσαν. Και ο γάμος μου και ο Οργανισμός και το πολιτικό μου μέλλον και όλη μου η προσφορά. Για μια παρεξήγηση. Δεν έβγαινε φωνή. Με νοήματα προσπαθούσα να εξηγήσω. Με πλησίασε πρώτος ο πρωθυπουργός.

– Θα περίμενα μεγαλύτερη σοβαρότητα από σένα Βασίλη. Λυπάμαι. Πρέπει να πηγαίνω. Με χτύπησε στον ώμο και μου έδειξε την πόρτα.

Advertisements