1) Ένα αεροπλάνο πέφτει στη ζούγκλα και σώζονται 25 άτομα. Τους βρίσκει μια φυλή και τους πηγαίνουν στο φύλαρχο.

-Βρήκαμε αυτούς. Τι να τους κάνουμε αρχηγέ;

-Να τους πάτε να τους φάνε τα λιοντάρια.

– Έίναι και μια γιαγιά 80 χρονών. Και τη γιαγιά αρχηγέ;

– Και τη γιαγιά. Τι πρόβλημα έχεις; Μάνα σου είναι;

Τα λιοντάρια όμως έφαγαν μόνο 6 από αυτούς και χόρτασαν. Τους υπόλοιπους τους ξαναγυρίζουν στο φύλαρχο.

-Μείνανε 19 .Τι να τους κάνουμε αρχηγέ;

-Να τους πάτε να τους φάνε οι λεοπαρδάλεις.

-Και τη γιαγιά αρχηγέ;

-Και τη γιαγιά. Πάλι πρόβλημα έχεις; Μάνα σου είναι;

Και οι λεοπαρδάλεις όμως έφαγαν μόνο 6 και οι άλλοι ξαναγύρισαν στον φύλαρχο που είχε αρχίσει να σπάζεται που του τα πρήζανε συνέχεια.

-Μείναν 13 αρχηγέ. Δεν έχουμε άλλα ζώα να ταϊσουμε. Τι να τους κάνουμε αυτούς;

-Ε, αυτούς πάρτε τους και πηδάτε τους . Δώστε τους να καταλάβουν, ξεπατώστε τους, αλλά μη μου τους ξαναφέρετε εδώ.

-Και τη γιαγιά αρχηγέ;

Τότε πετάγεται η γιαγιά.

-Ε, πια εσύ με τις ερωτήσεις. Τι ζόρι τραβάς με μένα; Μάνα σου είμαι;

2) Ο Γιωρίκας έγινε πράκτορας Τζειμς Μπόντ και ανέλαβε πρώτη αποστολή να πέσει στην Ινδοκίνα με αλεξίπτωτο. Στο σημείο που θα έπεφτε έπρεπε να περπατήσει 5 χιλιόμετρα βόρεια και μετά 2 χιλιόμετρα ανατολικά. Θα έβρισκε τότε ένα μοναστήρι όπου απ’ έξω θα στεκόταν μία πράκτορας του ¨κόλπου¨, ντυμένη καλόγρια. Θα του έδινε ένα τσιπάκι με συνθηματικό τρόπο. Για να επιβεβαιώσει ότι ήταν ο σωστός άνθρωπος θα του έλεγε μία λέξη που θα της έλειπε ένα φωνήεν. Και θα απαντούσε αυτός μετά ομοίως.

Έγιναν όλα όπως είχαν σχεδιαστεί, όμως ο Γιωρίκας δεν βρήκε το σωστό μοναστήρι. Βρήκε ένα άλλο το οποίο το γύριζε συνέχεια, αλλά καλόγρια δεν έβλεπε.

Τότε ξαφνικά εμφανίζεται μία. Την πλησιάζει ο Γιωρίκας, αλλά αυτή μένει ασάλευτη. Περνάει λίγη ώρα και ο Γιωρίκας σκέφτεται κάτι που θα την κάνει να μιλήσει με τον συνθηματικό τρόπο  που είχε συμφωνηθεί.

-Τι έχετε εδώ; ρωτάει δήθεν αδιάφορα.

Η καλόγρια επίσης αδιάφορα του απαντάει: -Μονή.

-Πότσος. ‘Αντε γρήγορα δως μου το τσιπάκι, γιατί άργησα!

3) Στο σχολείο η Αννούλα είναι η καλύτερη μαθήτρια. Αυτό εκνευρίζει το Γιαννάκη γιατί όλο εκείνη φαίνεται. Μια μέρα η δασκάλα ρωτάει τα παιδιά:

-Μια ερώτηση εξυπνάδας παιδιά. Πώς μπορούμε να βάλουμε χωρίς να σχεδιάσουμε στο χαρτί, μια τρύπα μέσα σε μια τρύπα;

Τότε σηκώνει το δάχτυλο η Αννούλα μόνο και λέει:

-Ετσι κυρία θα φτάξουμε με τα δάχτυλά μας ένα κύκλο και θα τον βάλουμε γύρω στο στόμα μας.

-Πολύ σωστά Αννούλα. Πώς θα βάλουμε τώρα δύο τρύπες σε μία τρύπα;

Πάλι μόνο η Αννούλα σηκώνεται, ενώ ο Γιαννάκης είχε αρχίσει να βράζει και λέει:

-Το ίδιο κυρία. Μόνο που θα κάνουμε κύκλο στη μύτη μας.

-Μπράβο Αννούλα. Εύγε!

Εκείνη τη στιγμή πετάγεται ο Γιαννάκης:

-Κυρία να κάνω κι εγώ μια ερώτηση; Πώς θα βάλουμε οχτώ τρύπες σε μια τρύπα;

Η Αννούλα έπαθε κάτι σαν πανικό. Δεν ήξερε να απαντήσει. Μέτραγε τις τρύπες στο κεφάλι και δεν βγαίνανε τα νούμερα. Έκανε σχήματα με τα χέρια, τίποτε. Τελικά εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια.

– Πες μας Γιαννάκη την απάντηση, κανείς μας δεν ξέρει, αποφαίνεται η δασκάλα.

-Είναι απλό. Μία φλογέρα στον πωπό της Αννούλας, κυρία!

Advertisements