Τα παιδιά ξεχύνονται στο πάρκο με τα πεύκα. Μια άλλη εικόνα μεταμορφώνει την πράσινή του όψη. Όλα μοιάζουν να είναι πλασμένα για εκείνα. Η ομορφιά της φύσης και της παιδικής ψυχής, οι φωνές, οι χαρές, τα παιχνίδια, όλα μαζί σε ένα χορό. Οι γονείς αφήνουν τα παιδιά να παίξουν και εκείνα ρουφάνε ασταμάτητα τον χυμό της δράσης και της περιπέτειας που πηγάζει από την αγνότητα και την ενέργειά τους.

Λίγο πιο πέρα σε ένα όμορφο σπίτι, κάποια άλλα παιδιά λίγο μεγαλύτερα, τριγυρίζουν στα δωμάτια και στις αυλές. Συζητάνε, παίζουν κι αυτά, δεμένα χέρι χέρι αγωνίζονται, προσπαθούν να δώσουν στη ζωή τους ένα νέο μήνυμα, να την αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Να νιώσουν ότι δεν τους απέρριψε κανείς, ότι δεν είναι τίποτα λιγότερο από όλα τα άλλα παιδιά που παίζουν αμέριμνα λίγο πιο κει.

Ο αγέρας τα φέρνει πιο κοντά. Παίρνει τις μυρωδιές τους και σμίγει τις ανάσες τους. Στο παιχνίδι της ζωής αδέλφια είμαστε. Τα παιδιά του κόσμου είναι παιδιά μας. Ίσως λίγο περισσότερο αυτά που έχουν ανάγκη για μεγαλύτερη φροντίδα. Γιατί κάποιο λάθος τα έφερε να μην μπορούν να δουν τις εικόνες του πάρκου, να μην ακούν τα πουλιά του, να μην μπορούν να τρέξουν ανάμεσα από τα δέντρα, να μην μπορούν να φωνάξουν στο παιχνίδι τους, να μην μπορούν να καταλάβουν τι τους λέμε. Μπορούν όμως να νιώσουν το άγγιγμά μας. Να μας αισθανθούν. Όσο μπορούν να πάρουν. Από όσο μπορούμε να δώσουμε.

Υπάρχουν και παιδιά, που μια έλλειψη στην προσωπική ζωή τους αλλά και η σκληρή κοινωνία με τις απαιτήσεις της, τα έφερε να θέλουν να ξεφύγουν, υποκύπτοντας σε υποσχέσεις για εύκολους παραδείσους. Είναι αυτά που «σκέφτηκαν» πριν αγοράσουν. Αυτά που δεν κατάπιαν αμάσητο αυτό που τους προσφέρθηκε, ζήτησαν κάτι ανώτερο, πιο καθαρό κι ανθρώπινο. Όταν δεν το πήραν, αγάπησαν το θάνατο. Ανταλλάσοντας τον εαυτό τους. Είναι τα παιδιά μας. Έρχεται όμως η στιγμή που κι αυτά θέλουν να γυρίσουν στη ζωή, στο σπίτι. Το μόνο που ζητάνε τότε είναι μια αγκαλιά κι ένα χαμόγελο. Γυρεύουν την αγάπη μας. Και την έχουν ανάγκη περισσότερο απ’ όσο φαντάζεστε.

Σε κάποια γειτονιά της Θεσσαλονίκης στον Εύοσμο σε ένα πανέμορφο πάρκο συζητείται να κατασκευαστεί από κρατικούς φορείς μια στέγη, ένας ξενώνας γι αυτά τα παιδιά, για την προστασία τους, για την έξοδό τους και την επανένταξη. Αυτή τη φορά οι πολίτες είναι αυτοί που δεν κάνουν το καθήκον τους σαν άνθρωποι. Αντιδρούν γιατί λένε ότι το πάρκο είναι για τα «άλλα παιδιά», αυτά τα υγιή όπως τα λένε και η ύπαρξη του σπιτιού θα περιορίσει το χώρο δράσης τους, θα φέρει κινδύνους  και θα διαφθείρει. Δεν βρέθηκαν στην ίδια θέση, δεν ξέρουν, μπορεί και να μην τους ενδιαφέρει ο δίπλα. Αν όμως κοιτάξουν βαθιά στην καρδιά τους θα καταλάβουν ότι δίνοντας ό,τι μπορείς από μέσα σου, κάποια στιγμή σου επιστρέφεται στο πολλαπλάσιο.

Η ομορφότερη γωνιά και παραλία της Ελλάδας βρίσκεται εκεί που πριν χρόνια βρισκόταν το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Λέρου. Κάποιος φρόντισε γι αυτό. Όσο μπορούσε.

ΥΓ. Να μ΄αγαπάς (1979- Μουσική -ερμηνεία Παύλου Σιδηρόπουλου του «πρίγκηπα»)

Μικρό βιογραφικό του ανθρώπου Παύλου Σιδηρόπουλου.

Γεννήθηκε στις 27/7/1948  στην Αθήνα και ως τα επτά του χρόνια έζησε στην Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του είχε έρθει από τον Πόντο και κατέληξε στην Αθήνα όπου άνοιξε εργοστάσιο παραγωγής χαρτιού για φωτογραφίες. Ξεκίνησε την καριέρα του το 1970 από τη Θεσσαλονίκη όπου είχε πάει για σπουδές στο Μαθηματικό.

Ο Παύλος Σιδηρόπουλος o σημαντικότερος εκπρόσωπος της Ελληνικής ροκ, ήταν δισέγγονος του Ζορμπά και ανηψιός της Ελλης Αλεξίου. Σε αυτές τις δύο διαφορετικές του ρίζες έβλεπε την αιτία της συνύπαρξης σε αυτόν του rocker και του σκεπτικιστή. Έγραψε πολύ σημαντικά τραγούδια που τα πιο πολλά ονομάστηκαν «τα μπλουζ του πρίγκηπα».

Το καλοκαίρι του 1990 ξαφνικά άρχισε να παραλύει το δεξί του χέρι. Οι γιατροί υπέθεταν πρόβλημα στα αγγεία, αλλά κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς είχε. Αυτή η ιστορία τον έκανε ψυχολογικό ράκος. Το φθινόπωρο το συγκρότημά του άρχισε τις συνηθισμένες του εμφανίσεις στο «Αν» και να προγραμματίζει ζωντανές συναυλίες ως το Δεκέμβριο. Ο Παύλος άρχισε να εμφανίζεται με το χέρι δεμένο.

Το απόγευμα της 6ης Δεκεμβρίου 1990 ο Παύλος Σιδηρόπουλος πεθαίνει από χρήση ηρωίνης στο πατρικό του σπίτι. Κηδεύεται στον Κόκκινο Μύλο.

Να μ΄αγαπάς

Στίχοι: Αντρέας Θωμόπουλος

Σου γράφω πάλι από ανάγκη
η ώρα πέντε το πρωί
το μόνο πράγμα που ‘χει μείνει
όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ

Τι να τις κάνω τις τιμές τους
τα λόγια τα θεατρικά
μες στην οθόνη του μυαλού μου
χάρτινα είδωλα νεκρά

Να μ’ αγαπάς όσο μπορείς να μ’ αγαπάς

Κοιτάζοντας μες στον καθρέφτη
βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό
κι ίσως η ασχήμια του να φύγει
μόλις πλυθώ και ξυριστώ

Βρωμάει η ανάσα απ’ τα τσιγάρα
βαραίνει ο νους μου απ’ τα πολλά
στον τοίχο κάποια Μόνα Λίζα
σε φέρνει ακόμα πιο κοντά

Να μ’ αγαπάς όσο μπορείς να μ’ αγαπάς

Αν και τελειώνει αυτό το γράμμα
η ανάγκη μου δε σταματά
σαν το πουλί πάνω στο σύρμα
σαν τον αλήτη που γυρνά

Θέλω να ‘ρθείς και να μ’ ανάψεις
το παραμύθι να μου πεις
σαν μάνα γη να μ’ αγκαλιάσεις
σαν άσπρο φως να ξαναρθείς.