foto_catch_b1.jpg

Πήρα πρόσκληση από την καλή μου φίλη τη ζουζούνα για να γράψω γι αυτή τη φωτογραφία. Την ευχαριστώ γιατί ούτως ή άλλως είναι μια υπέροχη φωτογραφία. Σπίτια κι άνθρωποι δίπλα σε μια όμορφη λίμνη που έχει πάρει το χρώμα του περιβάλλοντος.

Άφησα το αμάξι κρυμμένο στις φυλλωσιές από δύο γέρικα έλατα. Έμοιαζε παράδεισος το μέρος που μ’ έστειλαν. Σα να φοβήθηκα μη χαλάσω με το θόρυβο και την εικόνα της τεχνολογίας, τον πίνακα στον οποίο συμμετείχα. Τα τελευταία μέτρα τα περπάτησα αργόσυρτα. Με τα πόδια μου κλωτσούσα αδιάφορα κάθε πέτρα που έβρισκα. Έμοιαζα σαστισμένος. Τι γύρευα, έπρεπε να δώ κανέναν και πού πάω, αναρωτιόμουν.  Ποιός μπορεί να μένει σε αυτά τα σπίτια;

Ένας λυμένος κάβος στο δεστάρι του μικρού μώλου, μού επιβεβαίωσε την αίσθηση της απουσίας.  Ή ότι κάποιος θα ‘ρθει για να δέσει. Έκανε ψύχρα. Είχε καιρό που μπήκε η άνοιξη όμως η μυρωδιά του λιωμένου πάγου ανάμικτη με τ’ αρώματα της βλάστησης κυβερνούσε την ατμόσφαιρα. Διαπερνούσε ρούχα και δέρμα κι έμπαινε στις σάρκες. Γύρισα πάλι στο αυτοκίνητο και πήρα ένα μπουφάν. Την διαβεβαίωσα ότι είναι ασφαλής και με ακολούθησε.

Βιάστηκε να τρέξει και πριν φτάσω στην άκρη της λίμνης, με είχε ήδη φτάσει. Μού έπιασε το χέρι και περπατήσαμε μαζί τα εκατό μέτρα πριν το πρώτο σπίτι. Καφέ, ψηλό και δίπατο, ένα με μια σοφίτα στο ανώι και μια παλιά «ντοτς» αντίκα μάλλον ξεχασμένη από το χρόνο. Ένα σπίτι άδειο. Καθαρή αυλή, αλλά κλειδωμένη η πόρτα. Το ίδιο κι ένα άλλο σπίτι πιο μικρό λίγο παραπέρα. Αυτό πρέπει να είναι μαγαζί.

Το μήνυμα που πήρα στο μέηλ δεν άφηνε περιθώρια για παρερμηνείες. Το μέρος ήταν σαφές πως ήταν το σωστό. Μακριά από κόσμο, δίπλα στα βουνά, αγκαλιαστά σε λίμνη, με μικρούς καταρράχτες και ρυάκια, με την εικόνα αυτή.  «Να πας να το βρεις» έλεγε το μήνυμα, «μην κάθεσαι». Δεν ήρθα μόνος μου. Ήθελα να είναι κι εκείνη μαζί. Κάτι με έσπρωχνε αυτό το μήνυμα να το μοιραστώ, να μην το ψάξω μόνος μου.

Κάτσαμε στο μώλο και κουνούσαμε πέρα δώθε τα πόδια λίγα εκατοστά πάνω από την επιφάνεια της λίμνης. Περιμέναμε αυτούς πού έλειπαν. Όποιοι κι αν ήταν αυτοί. Οι αναπνοές μας μπερδεύτηκαν κι ένα χαμόγελο ήρθε κι έκατσε στα ρόδινα από το κρύο μάγουλά της. Τα πόδια μας άρχισαν να κάνουν πόλεμο κάτω από τα ξύλα της αποβάθρας που άρχισε πλέον να τρίζει επικίνδυνα.

Η ώρα είχε περάσει. Κανείς δεν είχε φανεί, Μεσημέριασε πια. Πήρε τα κλειδιά κι έτρεξε στ΄αμάξι. Προνοητική κι οργανωτική. Είχε ετοιμάσει φαγητό, έφερε κρασί, είχε κομμένο ψωμί και φέτες από κέικ. Τ’ αράδιασε σε ένα καρώ τραπεζομάντηλο πάνω στην ξυλοσκαλωσιά του γυμνωμένου μώλου. Φάγαμε κι ήπιαμε κοιτώντας το νερό από τις σχισμάδες των ξύλων, μη περιμένοντας πια κανένα. Ζούσαμε απλώς στην απλωσιά αυτού του μαγεμένου τόπου.

Έβγαλε τα παπούτσια και ξάπλωσε πάνω μου θυμίζοντας αλλοτινές μέρες κι αλησμόνητες της ζωής μου. Τότε σε κείνες της σπηλιές πέρα από τις Αλυκές. Που πάνε μόνο όσοι θέλουν ν΄ανταμώσουν. Που η αρμύρα γίνεται μεράκι κι η θάλασσα πεθαίνει. Που σ’ ανασταίνει στο φιλί. Που σε τρομάζει ο χρόνος.

Της έδειξα ένα γαλάζιο και πορτοκαλί σπίτι στο βάθος του οικισμού. Έμοιαζε με το σπίτι των ονείρων μας. Αυτό που ήθελα να χτίσω στην πρώτη μου άδεια. Ένα μικρό σπίτι με αυτά τα χρώματα. Την πήρα στα χέρια μου και την σήκωσα ψηλά. Στριφογύρισε πάνω μου μ’ ένα χορευτικό. Την άφησα να κυλίσει, να αισθανθώ το άρωμά της.

Από έναν κήπο έκλεψα ένα άγριο κόκκινο τριαντάφυλλο. Έκοψα από το κοτσάνι το λουλούδι, μάδησα τα πέταλα, τα ‘σφιξα στα χέρια της, τα πότισα στο χρώμα τους. Ύγραναν τα μάτια της με ένα γέλιο βαθύ, κοριτσίστικο. Φθάσαμε στο σπίτι. Κοιτάξαμε τον ουρανό την ώρα που έκαναν δειλά δειλά εμφάνιση τα πρώτα σύννεφα. Βαδίσαμε μαζί στο πράσινο απ’ το τριφύλλι χώμα, πάνω σε ένα πατημένο και περιποιημένο δρομάκι. Ησυχία. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Στο κουδούνι έγραφε : «Ζωή Καλή».

Συνεχίζω το παιχνίδι της περιγραφής και του σχολιασμού ζητώντας από πέντε καλές  «διαδικτυακές συναδέλφους» μου, να σχολιάσουν επίσης τη φωτογραφία.

Βασιλική

νεφέλη τ΄ουρανού

ειρήνη

ρενάτα

σελήνη

ΥΓ. Life is beautiful (Group VEGA4)

Life is beautiful
We live until we die
When you run into my arms
We steal a perfect moment
Let the monsters see you smile
Let them see you smiling
Do I hold you too tightly?
When will the hurt kick in?
Life is beautiful
But it’s complicated
We barely make it
We don’t need
To understand
There are miracles
Miracles
Yeah, life is beautiful
Our hearts
They beat and break
When you run away from harm
Will you run back into my arms?
Like you did when you were young
Will you come back to me?
And I will hold you tightly
When the hurting kicks in
Life is beautiful
But it’s complicated
We barely make it
We don’t need
To understand
There are miracles
Miracles
Stand
Where you are
We let all these moments
Pass us by
It’s amazing where I’m standing
There’s a lot that we can give
This is ours just for the moment
There’s a lot that we can can give
It’s amazing where I’m standing
There’s a lot that we can give
This is ours just for the moment
There’s a lot that we can give

Advertisements