botilia3.jpg

Μανιάτικο παραμύθι. Ο Γιάννης και η Μαρία.

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένας παπάς και μία παπαδία και είχανε μία κόρη, τη Μαρία και έναν υπερέτη, που τονε λέγανε Γιάννη. Ο Γιάννης δούλευε σκληρά στου παπά και για να δουλεύει με περισσότερη όροξη και ν’ αποδίνει, του τάζανε τη Μαρία. «Θα μεγαλώσει Γιάννη», του λέγανε «και θα σου την δώκουμε να ντην πάρεις γυναίκα σου».

Περνάγανε οι χρόνοι, ήρθε και μεγάλωσε η Μαρία. «Μπάρμπα παπά, πότε θα μου την δώκεις τη Μαρία;» -τσιμπούρι ο Γιάννης-. «Ε, βρε Γιάννη, ας περάσει λίγος καιρός ακόμα να μεγαλώσει η Μαρία και θα στη δώκω». Από μέσα του όμως σκεβότανε τι τρόπο θα βρει να ντονε ξεγελάσει και να ντονε βγάλει από τη μέση. Λοιπόν αφού είδανε κι απόειδανε ότι ο Γιάννης γρίνιζε και γύρευε τη Μαρία, βαριότανε και να δουλεύει, του λέει ο παπάς: «Γιάννη εντάξει, θα κάνουμε το γάμο, αλλά πρώτα θα πάεις πίσω από κείνο το βουνό, που είναι ένας μεγάλος μπαξές και θα φορτώσεις στη γαϊδούρα να φέρεις σαράντα λογώνε σαλάτα να ντηνε βάλομε στο τραπέζι, στα στεφανώματα.

Το περιβόλι όμως εκείνο το φύλαε ένας δράκος. Ο Γιάννης δεν το ήξερε. Ο παπάς όμως το ‘ξερε και ήθελε να ντονε φάει ο δράκος να ντονε ξεφορτωθεί. Του δώνει ο παπάς τη γαϊδούρα να φορτώσει τις σαλάτες, καβαλάει ο Γιάννης, βάνει το δρόμο στα μπροστά, φέγει. Το περιβόλι ήταν πολύ μακριά και θά ΄κανε πάνω από ένα μήνα να πάει και να γυρίσει. Μετά από πολύ νταμάχι κατάφερε ο Γιάννης να φτάσει στο περιβόλι εκείνο. Βρέσκει την πόρτα ανοιχτή, μπαίνει μέσα με τη  γαϊδούρα, διαλέγει τις σαλάτες χωρίς να ντονε ενοχλήσει κανένας. Απάνω που τις φόρτωνε και τοιμαζότανε να φύγει πλησιάζει ένα πιθακάκι. Τι κάνεις εδώ, ρε; Γιατί μαζεύεις τις σαλάτες;» «Να, μ΄έστειλε ο μπάρμπας μου ο παπάς, γιατί θα πάρω την κόρη του τη Μαρία και τις θέλομε για το γάμο». «Χάσκα, ρε!» Άνοιξε ο Γιάννης το στόμα του. «Φτου. Ό,τι λες να γίνεται». Φορτώνει που λες, ο Γιάννης τη γαϊδούρα και έφυγε. Στο μεταξύ ο παπάς είχε παντρέψει τη Μαρία με άλλο γαμπρό και τον Γιάννη τον είχανε για μακαρίτη.

Φέγοντας λοιπόν ο Γιάννης με την γαϊδούρα, σε κάποια ροβόλα γλιστράει η γαϊδούρα, πάει μ΄όλο το φόρτωμα ισακάτω στο λαγκάδι και σκοτώνεται. Πού! Ο Γιάννης να σκάσει από το κακό του. «Δεν είναι  που έχασα τη γαϊδούρα και τη σαλάτα», είπε, «χάνω και την Μαρία». Πήρε τον κατήφορο καταστενοχωρημένος, όλο μαράζι. Εκεί όμως που προχώραε με το κεφάλι κάτω, θυμήθηκε τι του είχε ειπωμένο το πιθακάκι. «Μωρέ, για στάσου, τι μου είπε εκείνο το σκατό το ανθρωπάκι!» Στέκει. «Να βρω τη γαϊδούρα», λέει «μπροστά μου με όλο το φόρτωμα». Ζουπ, νάσου η γαϊδούρα μπροστά του φορτωμένη τις σαλάτες.  «Μμμ», είπε «τούτο είναι δουλειά!

Ήρθε πλέο η καρδιά του στον τόπο της. Ώστε να φτάσει στου παπά, νύχτιωσε. Πάει μπαίνει στο σπίτι, βρέσκει τη Μαρία με τον άντρα της να κιουμιούνται στο κρεβάτι. Τον είχανε πάρει οι παπαδέοι σώγαμπρο. «Χμ», ‘εκανε ο Γιάννης, «τέτοιοι μου είσαστε; Έτσι να μείνετε. Κολλάνε στο κρεβάτι ο γαμπρός και η Μαρία, πού να σηκωθούνε. Ήτανε κολλημένοι στα στρώματα ώστε το μεσημέρι. Πάει η παπαδία, σπρώχνει την πόρτα: «Μωρέ τι πάθατε; Γιατί αργάτε να σηκωθείτε;». «Το και το». Τους λέπει κολλημένους στο κρεβάτι. «Που που συφορά μας, τι πάθαμε!», έσκουξε η παπαδία και έσουρε τα χέρια της στα μάγουλά της. «Έτσι να μείνεις», λέει ο Γιάννης. Έμεινε η παπαδία με τα χέρια κολλημένα στα μάγουλα. Ανανογιέται κι ο παπάς, που έψαχνε στο σπίτι και δεν τους έβρεσκε, πάει μέσα: «Μωρέ τι γινήκατε;»τους λέει. «Σας γυρεύω μία ώρα. Ακόμα κιουμιούσαστε; σηκώτε απάνω, έχομε δουλειά». Άσ΄τα παπά, τι πάθαμε», του λέει η παπαδία. Τηράει ο παπάς «Θεέ και Κύριε!» έκανε και έπιασε με το χέρι τα γένεια του. «Έτσι να μείνεις», λέει πάλι ο Γιάννης. Έμεινε και ο παπάς με το χέρι κολλημένο στα γένεια. Ο γαμπρός πια πού να μολαϊμίσει. «Ξεκολλήστε με», τους φώναζε «και με γειά σας και με χαρά σας κι η Μαρία και τα καλά σας».

«Γιάννη», του ξαναλέει ο παπάς, «θα καβαλήσεις τη γαϊδούρα και θα πας, ας πούμε, στο Ασπρόχωμα, που είναι μια καλή μάγισσα να μας λύσει τα μάγια. Γρήγορα!  Ξεκινάει, βάνει το δρόμο στα μπροστά πάλι ο Γιάννης, φτάνει στο Ασπρόχωμα, βρέσκει τη μάγισσα. «Το και το κυρά -μάγισσα, ο μπάρμπας μου ο παπάς είπε να  ‘ρθείς στο σπίτι του να ντους λύσεις τα μάγια, γιατί είναι όλοι μαγεμένοι». Σηκώνεται η μάγισσα, από πίσω ο Γιάννης, πηγαίνανε. Στο δρόμο που πηγαίνανε βρέσκουνε ένα ποτάμι, της Κοσκάργας, σα να πούμε, που δεν είχε γιοφυράκι τότε. Είχε βρέξει όλη την ημέρα και έτρεχε. «Κρύψου βρε Γιάννη, να σηκώσω τα φουστάνια μου να περάσω», του λέει η μάγισσα. Μπαίνει πίσω από ένα φρύγανο ο Γιάννης, σηκώνει η μάγισσα τα φουστάνια της να περάσει. «Έτσι να μείνεις», λέει ο Γιάννης. Έμεινε η μάγισσα με τα φουστάνια σηκωμένα. Πολέμαε να ντα κατεβάσει, δεν κατεβαίνανε. «Τώρα;», «Α, Γιάννη», του λέει, «τώρα δεν έρχομαι». «Βρε έλα που δεν έρχεσαι. Θα ‘ρθείς θέλεις δε θέλεις», τη ζόρισε ο Γιάννης.

Την παίρνει με το στανιό, πηγαίνανε. Προχωρήσανε, περάσανε τη Στούπα, φτάσανε στη Σελίνιτσα. Περνάγανε, ας πούμε, απόξω από του Γεωργουλέα το μαγαζί. Εκεί καθότανε ο πασάς και έπινε το ναργιλέ του. Καθώς είδε τη μάγισσα, «Ατί χάλια είναι φτούνα;» της λέει και φλαπ, της δίνει μια με το τσιμπούκι στο κωλομέρι. «Έτσι να μείνεις». λέει ο Γιάννης. Κολλάει και ο πασάς με το τσιμπούκι του στη μάγισσα. Έσουρνε ο Γιάννης τη μάγισσα, η μάγισσα το τσιμπούκι και το τσιμπούκι τον πασά. Έτσι αλυσίδα όλους τους πάει στου παπά το σπίτι. Κείνοι μόλις τους είδανε και καταλάβανε τι είχε γίνει, τα χάσανε. «Γιάννη ψυχικό», του είπανε. «Λύσε μας κι ότι θέλεις εσύ θα γίνει». «Ή μου δώνετε τη Μαρία ή μένετε παδά όπως είσαστε και βρισκούσαστε», τους λέει ο Γιάννης. «Χάρισμά σου κι η Μαρία και όλα, φτάνει να μας ξεκολλήσεις».

Με τα μαγικά του λόγια λοιπόν τους έλυσε ο Γιάννης και πήρε τη Μαρία. Έγιναν οι γάμοι, περίχαρος ο Γιάννης. Ο πρώτος γαμπρός σηκώθηκε από το κρεβάτι που ήτανε κολλημένος και όπου φύγει φύγει. Κι ο Γιάννης με τη Μαρία περάσανε καλά κι εμείς καλύτερα.

 ΥΓ. Το παλιό αυτό παραμύθι που μεταφέρεται στη Μάνη από γενιά σε γενιά εδώ και αιώνες είναι γραμμένο πια μαζί με άλλα, από τον «συγγραφέα της Μάνης» Γιάννη Μανιατέα στο βιβλίο του «Παραμύθια -Μύθοι & Θρύλοι της Μάνης» των εκδόσεων «Αδούλωτη Μάνη». Αυτό το καλοκαίρι μάλιστα σε μια αξέχαστη βραδιά γεμάτη γέλιο για την υπόθεση αλλά και για την ιδιαίτερη ντοπιολαλιά, είχα τη τύχη και την χαρά να το παρακολουθήσω δραματοποιημένο μαζί με 4 άλλα παραδοσιακά παραμύθια σε μια όμορφη παράσταση από μια παρέα οκτώ ταλαντούχων ηθοποιών στο νησάκι Κρανάη του Γυθείου δίπλα στον Πύργο των Γρηγοράκηδων υπό την σκηνοθετική μπαγκέτα του Κώστα Φαρμασώνη. Το χειμώνα παρουσιάστηκε αυτή η παράσταση με την επωνυμία «Ο διάολος στη μποτίλια» στο θέατρο «Εκβασις» (τέως σπίτι της Τέχνης)  Δεληγιάννη 5- Ν. Κόσμος πίσω από το Πάντειο. Η φωτό είναι από την παράσταση και το συγκεκριμένο παραμύθι τη στιγμή που ο Γιάννης είχε ολοκληρώσει τα «έτσι να μείνεις».

Advertisements