2004112605.jpgimage001.gif

Πλησιάζει λοιπόν η μέρα της Κυριακής των εκλογών. Της μέγιστης ευθύνης μας γι αυτόν που θα μας κυβερνήσει και για τους εκλεκτούς μας 300  βουλευτές. Διαμορφώνουμε το πολιτικό σκηνικό. Με την ψήφο μας. Αλλά και με την αποχή μας. Με τα συνειδητά μας λευκά και άκυρα. Φυσικά θα προηγηθούν οι παραδοσιακές καφενειακές εκτιμήσεις μας αφού ενδόμυχα λίγο πολύ σε μια τέτοια περίοδο σιγοβράζει μέσα μας το «τριπάκι» της πολιτικολογίας. Αποφάσισα. Αλλά προτάσεις υπερψήφισης ή καταψήφισης και προγνωστικά δημόσια δεν θα κάνω. Αποφάσισα να μιλήσω για τις εκλογές, όχι με την κατευθυνόμενη λογική των ΜΜΕ, των δημοσκοπήσεων και τις στρατηγικές των κομμάτων, αλλά σύμφωνα με τη προσωπική μου άποψη, απελευθερώνοντας και όχι κατευθύνοντας.

Θα μπορούσα και να μιλήσω για το «λίγο» των αρχηγών. Να εκφραστώ με καταστροφικές λέξεις για τον έναν και τον άλλον. Δεν θα το κάνω. Το πιο εύκολο στην Ελλάδα είναι να βρεις τα αρνητικά του αντιπάλου. Κι αν δεν βρεις ή δεν θες να βρεις, τότε ασχολείσαι με τη βιτρίνα του.

Μπορώ εύκολα ακόμα να μπω στη λογική του χαρακτηρισμού ως άσχετων και απαίδευτων γόνων πολιτικών τζακιών, για τον Κώστα Καραμανλή και τον Γιώργο Παπανδρέου επειδή οφείλουν να τα γνωρίζουν και να τα προβλέπουν όλα αλλά και πάλι τέτοιοι χαρακτηρισμοί στερούνται ικανής πολιτικής αντιπρότασης και ουσιαστικού διακυβεύματος. Πόσο παρθένοι είμαστε (εμείς οι άλλοι) για να πείσουμε ποιόν;  Και για τα στελέχη μας ποιός θα εγγυηθεί της ικανότητας ή της τιμιότητάς τους; Το χρώμα τους; Σαν άνθρωποι έχουμε διαφορές. Γιατί όμως να θεωρούμε ότι εμείς (οι όποιοι εμείς) κυβερνούμε ή θα κυβερνούσαμε καλύτερα και να το θέτουμε έτσι μόνο του σαν επιχείρημα; Λευκή επιταγή;

Μπορώ να αντιπολιτευτώ και την Αλέκα Παπαρήγα γιατί ενώ κόπτεται για το δημόσιο χαρακτήρα της Παιδείας εκείνη στέλνει το παιδί της σε ιδιωτικό. Αλλά και πάλι αφού προσφέρεται αυτή η λύση στον πολίτη και ενδεχομένως κι εγώ να την έκανα αν μπορούσα, πώς να την κατηγορήσω; Για τον Αλέκο Αλαβάνο μπορώ να αντδράσω για τα υπερβολικά περιουσιακά του στοιχεία που δεν συμβαδίζουν με αριστερή διαδρομή, αλλά και πάλι πού φταίει εκείνος, τα έκλεψε; Δικά του είναι κι έχει δικαίωμα όπως κάθε Έλληνας πολίτης και να τα χαίρεται και να εκφράζεται πολιτικά όπως εκείνος επιλέγει.

Να ψέξω και τον Καρατζαφέρη για λαϊκισμό και για ακραίες θέσεις αλλά κι εγώ που θέλω να θεωρούμαι (και καλά) «μεσαίος» και να είμαι υπέρμαχος της δημοκρατικής (τρομάρα μου) σκέψης, έχω πιάσει τον εαυτό μου σε στιγμές αγανάκτησης και να γίνεται λαϊκιστής και να υπερθεματίζει (ειδικά τις ομιλίες στο Ευρωκοινοβούλιο).  Πώς να πω και για τον Παπαθεμελή ή τον Λεβέντη κάτι αρνητικό όταν βρίσκω λογικές τις σκέψεις του ενός και τις εκρήξεις του άλλου;

Θέλω να καταλήξω στο εξής: Η βάση της συζήτησης για την ψήφο στα κόμματα για να είναι πειστική πρέπει να έχει πολιτικές θέσεις και διαφορές στο πλαίσιο και στο όραμα. Να προάγει τον ελεύθερο και δημοκρατικό διάλογο και να παράγει. Ο προεκλογικός αγώνας εκεί πρέπει να τοποθετείται. Και όταν θέλουμε να κάνουμε ουσιαστική πολιτική «κριτική» ας σκεφτούμε πρώτα τι θα κάναμε εμείς στη θέση του άλλου. Του όποιου άλλου.

Η άποψή μου είναι ότι τα δύο κόμματα εξουσίας αποτελούν την διαφορετική όψη του ίδιου νομίσματος. Ο Γ. Ράλλης στα απομνημονεύματά του έγραψε για ένα διάλογο που είχε με τον βασικό διαμορφωτή και υπεύθυνο για την εγκαθίδρυση του σύγχρονου πολιτεύματος τον Κων. Καραμανλή, όταν εκείνος έβλεπε τον Ανδρέα Παπανδρέου να έρχεται με φόρα το 1981. Μέσες άκρες, κάπως έτσι ήταν ο διάλογος:
– Γιατί δεν αντιδράτε, δεν λέτε κάτι κ. Πρόεδρε, για το ΠΑΣΟΚ; Πάει για νίκη.
– Γιατί στην Ελλάδα θα υπάρχει πάντα ο ένας που θα μαζεύει και ο άλλος που θα μοιράζει. Ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ είναι για να μοιράζει. Και ήρθε η ώρα που θα εκλεγεί για να μοιράσει.

Από τότε βέβαια άλλαξαν πολλά. Στην δεκαετία ‘80 το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου κυβέρνησε, έδωσε δικαίως ότι μπορούσε να δώσει, κοίταξε τους επί χρόνια αποκλεισμένους και με το χρόνο απομυθοποιήθηκε. Το ταμείο εξάλλου δεν μένει εσαεί γεμάτο. Και ως ήταν επόμενο εκλέχθηκε εκείνος που έπρεπε να «μαζέψει». Στην δεκαετία ‘90 στην εποχή του Κώστα Μητσοτάκη η ΝΔ είχε ήδη απαλλαγεί από ακραία στοιχεία ή τουλάχιστον τα σιώπησε, έφερε φιλελεύθερο πνεύμα αλλά από τη «φήμη» του κόμματος του σκληρού με τον πολίτη, δεν μπόρεσε να απαλλαγεί εύκολα. Το ΚΚΕ του Χαρίλαου Φλωράκη έμεινε το ίδιο …σχεδόν με το ΚΚΕ το σημερινό.  Άλλαξε η επίθεσή του. Πρώτα εναντίον κυρίως της δεξιάς. Τώρα εναντίον και των δύο κομμάτων εξουσίας. Λογικό είναι, ισοπεδωτικής όμως λογικής, αλλά και από μία άλλη άποψη ισόρροπο. Το πάλαι ποτέ ΚΚΕ εσωτερικού του Λεωνίδα Κύρκου μεταλλάχθηκε ομαλά και έγινε ένα αριστερό οικολογικό ευρωπαϊκό κόμμα που το λένε τώρα πότε ΣΥΝ και πότε ΣΥΡΙΖΑ με τα θετικά του αλλά και την πολλές φορές ανώφελη πολυγνωμία του. Η ακροδεξιά δεν πιάνει ούτως ή άλλως στην Ελλάδα. Έσβησε στις στάχτες, στις εξορίες και στις φυλακές που άφησε αποχωρώντας ταπεινωμένη το ’74, το ΛΑΟΣ δεν περιορίζει πλέον εκεί την κατεύθυνση της πολιτικής γλώσσας του, η δε ελάχιστη συζήτηση που γίνεται περί μοναρχίας αποτελεί πλέον περισσότερο ρομαντική νοσταλγικότητα παρά πολιτική εναλλακτική πρόταση.

Θα μπορούσα να πω με ασφάλεια ότι ο νέος Καραμανλής είναι πιο ανοιχτόμυαλος από τον θείο του, λιγότερο σκληρός από τον Μητσοτάκη κι ας δεν είναι «ηγέτης». Όπως να πω αντίστοιχα τα ίδια και για τον νέο Παπανδρέου και επιπλέον ότι είναι πιο οικονόμος από τον πατέρα του, περισσότερο εκσυγχρονιστής από τον Σημίτη κι ας δεν είναι «ρήτορας». Και να πω με τη μέγιστη σιγουριά ότι μια συνεργασία αυτών των δύο νέων πολιτικών με τις αδιαμφισβήτητες γνώσεις και την διεθνή τους εμβέλεια θα έλυνε πολλά από τα χρονίζοντα προβλήματα της χώρας. Ξέρω ότι είναι πρόταση προς το παρόν ανεφάρμοστη ή ότι συνδέεται με την επαναφορά ατόμων από το παρελθόν. Όμως μόνο έτσι μπορούν να γίνουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις και να διοικηθεί η χώρα με διαφάνεια και με τους ικανότερους. Θα έδινε ακόμα στην αριστερά τη δυνατότητα να κάνει πλέον υπεύθυνη αξιωματική αντιπολίτευση, να φέρει πραγματοποιήσιμες και ρεαλιστικές προτάσεις και να ετοιμαστεί για εκλογές όχι με σημαία την «τιμωρία» του ανθυποψηφίου αλλά με ουσιαστικές εναλλακτικές πολιτικές εφαρμογές. Και κάποια στιγμή θα της δώσει ο ελληνικός λαός εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ή συγκυβέρνησης όχι ως «τσόντα» και φτωχός συγγενής αλλά με το σπαθί της και σε ισότιμη βάση.

Εν κατακλείδι να πω ότι πέρα από το ποιος θα πάρει την πρωτιά, πέρα από το πώς επιλέγει ο καθένας μας να ενεργήσει ή να αντιδράσει την επόμενη Κυριακή στα πολιτικά πράγματα, μοιάζει να αχνοφαίνεται η ώρα των συνειδητών επαφών των κομμάτων, μοιάζει να πλησιάζει η στιγμή ενός ουσιαστικού και όχι από σκοπιμότητα περιορισμού του «δικομματισμού». Το αναλογικότερο εκλογικό σύστημα ευνοεί την άλλη, την μύχια σκέψη. Το ξεκόλλημα από την δεδομένη ψήφο. Και από τη ζημιογόνα και εμφυλιοπολεμική έχθρα για τον όποιον αισθανόμαστε πολιτικό αντίπαλο. Σαν ολοκλήρωση της μεταπολιτευτικής δημοκρατίας. Σαν ανανέωση της πολιτικής  ζωής και συμβατότητας. Και αυτή η νέα επαφή έστω και ως μοίχεια σκέψη δεν μπορεί να τρομάζει. Η ψήφος στο μέχρι χθες αντίπαλο μεγάλο κόμμα, στο μικρό δεξιό, κεντρώο, αριστερό και οικολογικό, δεν μπορεί να αποτελεί «προδοσία» και «χαμένη».

Σε κάθε όμως περίπτωση  την επομένη των εκλογών θα βρεθούμε έτσι κι αλλιώς όλοι και πάλι μαζί. Στη δουλειά, στο δρόμο, στα αμφιθέατρα, στη διασκέδαση, στα blogs. Και οι χαμογελαστοί και οι σκυθρωποί. Και αυτοί που ψήφισαν και αυτοί που έριξαν λευκό, άκυρο ή απείχαν.  Οι εκλογές είναι γιορτή και κορυφαία στιγμή της δημοκρατίας και η πολιτική γίνεται θελκτική στους πολίτες και λειτουργεί σαν θετική ενέργεια όταν ενώνει, δημιουργεί, παράγει και προσθέτει.

(painitng «Casanova ‘s visit» by Brian Mc Carthy)