cocoon-by-tina-spart.jpg

Το Σάββατο το βράδυ κάποια στιγμή πετάχτηκα από το κρεβάτι. Δηλαδή όταν λέμε βράδυ, 5 το πρωϊ θα ήταν. Ήταν μάλιστα τόσο έντονο το ξύπνημα εκείνη την ώρα που σηκώθηκα απότομα και δεν μπόρεσα να ξανακοιμηθώ. Δεν με χάλασε βέβαια το κυριακάτικο αγουροξύπνημα αφού έτσι απόλαυσα το βροχερό γκραν πρι  της φόρμουλα 1 στο Φούτζι της Ιαπωνίας με την άνεσή μου. Κάνοντας όμως νωρίτερα ακατάσχετο και ανελέητο ζάπιγκ-σεξ στην τηλεόραση, και αφού είδα τα πρωτοσέλιδα από όλες -παρακαλώ- τις κυριακάτικες εφημερίδες, ενημερώθηκα πλήρως για τους «πόλους» στην πολιτική (και τις νίκες του ΠΑΟ καπάκι) και παρακολούθησα τις γρίλιες των πατζουριών να διαγράφονται σιγά σιγά σαν πορεία από λευκές γραμμές στη σιλουέττα της συντρόφισσας που κοιμόταν του καλού καιρού δίπλα…

Αλλά στο μυαλό μου αυτό που στριφογύριζε και απασχολούσε ήταν το όνειρο που με τίναξε. Είχα και πολλά χρόνια να δώ και αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που με προβλημάτισε. Είχα πάει – λέει τ’ όνειρο-  για τα κλασσικά ψώνια της εβδομάδας σε ένα σουπερμάρκετ. Η δε χωροταξία του σουπερμάρκετ δεν είχε καμία σχέση με αυτά που επισκέπτομαι συνήθως. Απλές σειρές με ράφια και ένα ταμείο.

Μόλις είχα ολοκληρώσει τα ψώνια και ετοιμαζόμουν να πάω στο ταμείο, όταν συνάντησα αντίθετα στο διάδρομο μια μάγισσα. Δεν κάνω πλάκα.  Θα μου πείτε άντρας σοβαρός, μάγισσες βλέπεις στον ύπνο σου; Κατ’ αρχήν ποιός είναι ο σοβαρός και μετά τι περιμένατε να κάνω; «Κουκιά τρώω, κουκιά μαρτυράω».  Νεράιδες ξυπνητός, μάγισσες κοιμισμένος, αυτό είναι το «συσσίφειο» έργο μου. Μάλιστα φίλοι μου, μάγισσα κανονική από αυτές που κάποια στιγμή καβαλάνε μια σκούπα και «μην τις είδατε μην τις απαντήσατε».

Δεν έδωσα πολύ σημασία όταν την αντίκρυσα. Σκέφτηκα ότι πολλοί τρελοί κυκλοφορούν ανάμεσά μας, αφετέρου η ιδέα ενός πάρτυ μασκέ είναι παλιά. Έστριψα από τη γωνία και πηγαίνοντας στο ταμείο βρήκα εκεί να περιμένει η ίδια  γυναίκα «όνειρο». Με ένα  μαύρο  φουστάνι ή μπέρτα, κάπα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, ένα ψηλό κωνικό μαύρο καπέλο τσακισμένο στην άκρη κατά τα συνήθη και μακριά μαλλιά. Κάτι σαν τα καρτούν ένα πράγμα.

Γύρισε με κοίταξε και μου χαμογέλασε. Κοντοστάθηκε. Φάνηκε σα να με ξέρει. Ανταπέδωσα το χαμόγελο κι έβγαλα από το καροτσάκι ένα πράσινο μήλο. Της το πρόσφερα. Το πήρε γρήγορα – γρήγορα, μου ξαναχαμογέλασε αλλά ευχαριστώ δεν είπε. Άνοιξε την κάπα. Στη μέση της είχε δεμένο ένα ζωνάρι σαν δίχτυ και μέσα φαίνονταν καθαρά περασμένα 5-6 πράσινα και κίτρινα μήλα. Πήρε το μήλο και το έβαλε μαζί με τ’ άλλα.

Με κάρφωσε με το βλέμμα της για άλλη μια φορά και γύρισε πλάτη. Όταν άρχισα να πληρώνω στο ταμείο, κόλλησε επάνω μου κι ένιωσα μια τσιμπιά στη μέση, σαν από καρφίτσα, αστραπιαία.  Δεν ήταν ο πόνος σπουδαίος όσο η απορία για το τι μπορεί αυτό να σήμαινε. Η μάγισσα όμως έκανε την ανήξερη, σα να μην τρέχει τίποτα.

Εκεί σιγά σιγά άρχισα να ξυπνάω. Προς στιγμή μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας ψαχνόμουν να δω τι θα μου συμβεί μετά το τσίμπημα. Τελικά τίποτα δεν συνέβη. Εκτός από το ότι ξανακοίταξα τη νεράιδα που είχα δίπλα. Φρόντισα και να ξεχάσω την άλλη του σουπερμάρκετ. Την πήρα στην αγκαλιά μου, της εδωσα ένα κυριακάτικο πρωϊνό φιλί και κάναμε ζάπιγκ.  Αν με ρωτήσετε όμως τελικά ποιός κέρδισε στο βροχερό γκραν πρι του Φούτζι θα σας γελάσω. Όταν εκείνος τερμάτιζε το μονοθέσιο εγώ ακόμα ρύθμιζα τα αμορτισέρ και άλλαζα βαλβολίνες…

Βασίλης Πουλημενάκος

(painting «cocoon» by Tina Spart)