ellas_tr.gifnewspaper.jpg

Toυ Βασίλη Πουλημενάκου

Έχουμε συνηθίσει όταν αναφερόμαστε στην 28η Οκτωβρίου να μιλάμε για το «Όχι» και την αντίσταση της Ελλάδας στην απειλούμενη προέλαση της Ιταλίας στο ελληνικό έδαφος . Ποιά ήταν όμως η ακριβής στιχομυθία μεταξύ Grazzi και Μεταξά και τι έγραφε στο «δια ταύτα» το περίφημο τελεσίγραφο όπως και ποιά ήταν η ακριβής απάντηση δεν είναι αρκετά γνωστά.

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το πολιτικό περιβάλλον της εποχής, ο τορπιλισμός της «Έλλης» στην Τήνο τον προηγούμενο δεκαπενταύγουστο και ότι ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν δικτάτορας στην Ελλάδα με σχετικά φιλικές εμπορικές σχέσεις και με την φασιστική Ιταλία -μέχρι τον άνανδρο τορπιλισμό- αλλά και με τη ναζιστική Γερμανία.

Εφάρμοζε μάλιστα παρόμοιες προπαγανδιστικές μεθόδους για την «διαπαιδαγώγηση» των νέων μέσω της Ε.Ο.Ν. εκείνης της εποχής, όπως και τον κλασσικό χαιρετισμό που χρησιμοποιούσαν οι ναζί, με την υπερύψωση του δεξιού χεριού.  Χρεώνεται επίσης την απαρχή των πολιτικών διώξεων στην Ελλάδα με τις εξορίες των αντιφρονούντων στα ξερονήσια του Αιγαίου.  Οι πολιτικοί αυτοί κρατούμενοι μάλιστα ήταν οι πρώτοι που ζήτησαν να πάνε στο μέτωπο να πολεμήσουν τον επίδοξο κατακτητή, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι μόνο με την ενότητα καταγράφονται «έπη» και επιτυχίες. Αντιθετα με το εμφύλιο μίσος που στην περίπτωση της Ελλάδας το μόνο που κατέγραψε ήταν ο σπαραγμός που ακολούθησε και προκάλεσε περισότερα θύματα από όσα ο πόλεμος του ’40 και η  γερμανική κατοχή μαζί με τα μπλόκα, τις εκτελέσεις και τους νεκρούς από την πείνα. Και μέχρι σήμερα δηλητηριάζει τις ψυχές των ανθρώπων. Επίσης δεν μειώνεται η αξία του «Όχι» από το γεγονός ότι ο Μεταξάς ήταν δικτάτορας, όπως και δεν αμνηστεύεται για τον ίδιο λόγο η προγενέστερη αντιδημοκρατική θητεία του. Έτερον εκάτερον.

Ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα, την περίοδο του πολέμου, Emanuele Grazzi , παρέδωσε τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940 ένα τελεσίγραφο εκ μέρους της Ιταλίας που καταλήγει ως εξής: (αναφέρεται στο βιβλίο του «Η αρχή του τέλους. Η επιχείρηση κατά της Ελλάδος», έκδοση Εστίας, Αθήνα 1980)

«….Όθεν η Ιταλική Κυβέρνησις κατέληξεν εις την απόφασιν να ζητήση από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν – ως εγγύησιν δια την ουδετερότητα της Ελλάδος και ως εγγύησιν δια την ασφάλειαν της Ιταλίας – το δικαίωμα να καταλάβη δια των ενόπλων αυτής δυνάμεων δια την διάρκειαν της σημερινής προς την Αγγλίαν ρήξεως, ωρισμένα στρατηγικά σημεία του ελληνικού εδάφους.
Η Ιταλική κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως μη εναντιωθή εις την κατάληψιν ταύτην και όπως μη παρεμποδίση την ελευθέραν διέλευσιν των στρατευμάτων των προοριζομένων να την πραγματοποιήσωσι. Τα στρατεύματα ταύτα δεν παρουσιάζονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και η Ιταλική Κυβέρνησις δεν προτίθεται ποσώς, δια της προσωρινής κατοχής στρατηγικών τινών σημείων, επιβαλλομένης υπό της ανάγκης των περιστάσεων και εχούσης καθαρώς αμυντικόν χαρακτήρα, να θίξη οπωσδήποτε την κυριαρχίαν και την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος.
Η Ιταλική Κυβέρνησις ζητεί από την Ελληνικήν Κυβέρνησιν όπως δώσει αυθωρεί εις τας στρατιωτικάς αρχάς, τας αναγκαίας διαταγάς ίνα η κατοχή αύτη δυνηθή να πραγματοποιηθή κατά ειρηνικόν τρόπον. Εάν τα ιταλικά στρατεύματα ήθελον συναντήσει αντίστασιν, η αντίστασις αυτή θα καμφθή δια των όπλων και η Ελληνική Κυβέρνησις θα έφερε τας ευθύνας αι οποίαι ήθελον προκύψει εκ τούτου…»

Με άλλα λόγια η φασιστική Ιταλία, θεωρούσε «ουδέτερη» την Ελλάδα. Απλά ήθελε να …καταλάβει κάποια στρατηγικά σημεία μας μόνο και μόνο προς αντιμετώπιση του ενός εχθρού, της Αγγλίας. Με περισσή αλαζονεία και θεωρώντας τη Ελλάδα ως τον φτωχό συγγενή που θα «κατάπινε» το παραμύθι περί ανεξαρτησίας και θα υποκύπταμε στον ωμό (εκ)βιασμό,  «για να κρατήσουμε την ουδετερότητά μας», οι Ιταλοί επιχείρησαν εναντίον της Ελλάδας κυρίως να αποδείξουν ότι είχαν στρατό μάχιμο και ικανό να νικά.

Ώρα 03.30. Η απάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού, μπροστά σ’ αυτήν την πρόκληση ήταν σαν έτοιμη από καιρό, παρά την ιδεολογική του συγγένεια και την στρατιωτικά άνιση μάχη με την Ιταλία. Σε άπταιστα γαλλικά (και η γλώσσα που χρησιμοποίησε έπαιξε ρόλο) και ερμηνεύοντας πλήρως το συναίσθημα του απλού Έλληνα πολίτη, αποκρίθηκε στον Γκράτσι:

Alors, c ‘ est la guerre », « Πόλεμος λοιπόν »