1765089741_e09aad957c.jpg

Πρέπει να προσφέρω. Υπάρχουν φορές που αναρωτιέμαι τι έχω δώσει σε αυτόν τον κόσμο. Μεγαλώνω. Όμως με πιάνει απελπισία όταν ανακαλύπτω πόσο μικρός είμαι. Πώς δεν είμαι τίποτα περισσότερο από ένα ανθρωπάκι. Σαν αυτά που περιγράφει ο Κώστας Χατζής όταν «πετάει από ψηλά». Από την άλλη, μοιάζει να με δεσμεύει ένα συναίσθημα επικοινωνιακής ανάγκης. Σαν να θέλω αυτή μου την μικρότητα να την μεγεθύνω, συνομιλώντας.

Θέλω να μπω σ’ ένα τρένο. Χωρίς να δώσω αναφορά. Αναίτια. Να απλώσω την πραμάτεια μου σε μια γωνιά -εικόνες πουλάω- και μέσα στις άδειες νύχτες της διαδρομής να ζωντανέψω μικρά ανομολόγητα όνειρα. Μοιάζουμε. Θέλω να ζωγραφίζω συνέχεια, να βγάζω εικόνες, να πουλάω το είναι μου, στο νου σου και στο νου του καθένα.

Δεν θέλω να ξημερώνει, γιατί η μέρα θαμπώνει. Ο ήλιος με πειράζει γιατί με φανερώνει. Αδειάζει το μεγαλείο του κόλακα και του νάρκισσου και με φέρνει εκεί που πραγματικά αξίζω. Λειτουργεί σαν θεία δίκη. Είναι όμως η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Τα μαζεύω λοιπόν και γυρίζω στην καθημερινότητά μου. Μέχρι να βρω την ευκαιρία να χωθώ στο επόμενο τρένο.

Δεν μπορώ να δω τηλεόραση χωρίς να εκνευριστώ. Με κουράζει. Με φθείρει. Με αγανακτεί η αυθεντία, με εξοργίζει το δήθεν. Προτιμώ να κοιμάμαι. Ή να ταξιδεύω. Σε κάποια γωνιά του πλανήτη, σε κάποια ταράτσα της ψυχής σου, σε ένα σχόλιο κάποιου όμορφου κειμένου, θα με βρεις να «απλώνω» αυτό που έχω. Ένα σεντόνι με λουλούδια ή μια θάλασσα από ευχές. Μην με ξυπνάς από το όνειρο. Δώσε μου λόγο ύπαρξης. Αγόρασε εικόνες. Είμαι καλύτερος, ανώτερος. Νύχτα στάσου.

Τα φώτα έσβησαν. Το τρένο σταμάτησε να κάνει αυτόν τον ήχο στη σιδηροτροχιά που σε ανατριχιάζει. Ένας καπνός από άζωτο πλημμυρίζει τον διάδρομο. Στο φως του φεγγαριού μοιάζει με τσιγάρο ξεχασμένο. Μία γυναίκα έχει κρεμαστεί από το παράθυρο. Παρά τη νύχτα κάνει ανυπόφορη ζέστη. Κλείνει τα μάτια της και απολαμβάνει τον υγρό αέρα.

Θέλω να φωνάξω για να διαλύσω τη σιωπή. Θέλω να με ακούσει. Τα σπαστά της μαλλιά ανέμιζαν. Φοβήθηκα μη φύγει. Την άγγιξα στο ώμο, τόσο ώστε να μην τρομάξει. Πριν γυρίσει ακόμα, μου χαμογέλασε.

Είναι το ίδιο αστείο μουτράκι που βρίσκω σε πολλά ταξίδια μου. Τώρα τελευταία δεν την έβλεπα. Για λίγο πίστεψα ότι χάθηκε τελείως. Είναι σαν τον μικρομεσαίο ήρωα καρτούν που δεν ξέρεις αν θα παίξει στην ταινία.

Βγήκαμε αγκαλιά στο παράθυρο. Βλέπαμε μαζί τον κόσμο και τον χρόνο να φεύγει στο γκρίζο φόντο της σελήνης. Της έδειχνα μονοπάτια και κορφές και κείνη μου ζέσταινε την ψυχή. Η ανάσα των πεύκων έστελνε τραγούδια με αρώματα. Αν της μίλησα; Θα σε γελάσω. Σε κάποιο τούνελ μόνο την φίλησα. Και μετά σε άλλο. Σε όλα.

Ξημέρωνε. Κι ο ήλιος με τις σκιές του έπαιζε περίεργα παιχνίδια στο πρόσωπό της. Την άλλαζε. Ναι. Τότε μου μίλησε. Με το βλέμμα. Κι έφυγε. Με τον αέρα.

Δεν γράφω ποτέ νύχτα. Ούτε σε σύννεφα καπνού από τσιγάρα. Ούτε στη ζάλη του αλκοόλ. Σε νηφάλιες ώρες, σε διαβεβαιώ, πονάει περισσότερο κι ότι πονάει είναι αληθινό. Άσε με τώρα. Έχω και δουλειά που πρέπει να δικαιολογήσω και πρέπει να προσφέρω.

«‘Ενα παράθυρο του τρένου με ΄χει πάρει
και αλητεύω στις τροχιές
του αποσπερίτη
στο χέρι τ’ άφιλτρο τσιγάρο μου φεγγάρι
λαθρεπιβάτη εισιτήριο,
στη λήθη»

(Photo «train window» by don.mihai on flickr)

Advertisements