getimage.jpgnomiki.jpg

Έχω ένα παλιό καλό φίλο, το Χρήστο. Κάθε φορά που έρχεται η επέτειος του Πολυτεχνείου τον πλησιάζουμε ή τον παίρνουμε τηλέφωνο και του λέμε χρόνια πολλά. Περισσότερο θέλουμε να τον πειράξουμε.  Τον τσιγκλάμε κυρίως για να μας ξαναπεί την ιστορία.

Όσοι εκεί γύρω δε γνωρίζουν τη περιπέτεια του Χρήστου στο Πολυτεχνείο αναρωτιούνται προς τι οι ευχές. Εκείνος όμως  δεν το βλέπει σαν πλάκα. Αμέσως συννεφιάζει το πρόσωπό του. Αλλά δεν αποχωρεί και μας εμπιστεύεται τα προσωπικά του βιώματα από εκείνη τη νύχτα.

– Χρήστο ήσουν πραγματικά εκείνο το βράδυ στο Πολυτεχνείο;

-Ήμουν, κατά κάποιον τρόπο.

– Μέσα ή απέξω;

– Ήμουν μέσα στο τανκ. Στρατιώτης ήμουν…

Όσοι δεν ξέρουν παγώνουν στιγμιαία. Σιγά-σιγά αρχίζει το ενδιαφέρον να μάθουν περισσότερα. Ο Χρήστος συνεχίζει πρόθυμα παρά το σκοτεινό του ύφος, σα να θέλει να μοιραστεί ένα βάρος κάθε φορά με άλλους:

– Ήμουν 19 χρονών. Υπηρετούσα σε κάποια ίλη τεθωρακισμένων -την πιο καλά εκπαιδευμένη- στο Γουδή.  Η οικογένειά μου ήταν των φρονημάτων που ζητούσαν, έτσι δεν είχαν πρόβλημα μαζί μου. Είχα εκπαιδευτεί μάλιστα να χειρίζομαι τα πυροβόλα του τεθωρακισμένου και φυσικά να το οδηγώ.

-Πυροβόλησες κείνο το βράδυ; (Η παρέα σκέφτηκε αμέσως το πιο κακό)

-Όχι. Ειλικρινά. (Έσπευσε να δικαιολογηθεί) Και κανένας από κανένα τανκ.

«…Εκείνο το βράδυ μας σήκωσαν από νωρίς το βράδυ. «Να είσαστε σε επιφυλακή» μας είπαν επίσημα και βλοσυρά. Η δε φήμη που κυκλοφορούσε στην ίλη ήταν «Γίνονται φασαρίες στην Πατησίων». Το μυαλό όλων πήγε στο εύλογο ερώτημα. «Αν χρειαστεί να ρίξουμε;»

Αυτό το ερώτημα μέχρι που πέσαμε ξανά στους κοιτώνες κύκλωνε το μυαλό και προκαλούσε τη συνείδησή μας. Είχαμε μάθει απέξω κι ανακατωτά το τανκ και τη λειτουργία του αλλά για να πολεμήσουμε κάποιον εχθρό. Εδώ πού θα τα στρέφαμε τα όπλα; Και δεν έχει να κάνει με το πόσο δεξιός, αριστερός ή πατριώτης είσαι. Η συνείδηση δεν έχει χρώμα. Προσπαθούσαμε να ηρεμήσουμε με τη σκέψη ότι πάμε απλώς για επίδειξη, για να δημιουργήσουμε αίσθηση με τον όγκο των τεθωρακισμένων. Ότι θα πηγαίναμε σαν πέρασμα, για περαντζάδα, για μια βόλτα στην Πατησίων.

Σε μια στιγμή πράγματι μπήκαμε στα τανκς και αρχίσαμε τις βόλτες στην πόλη. Δεν ξέραμε πολλά. Ούτε πόσα άρματα θα έβγαιναν έξω. Εγώ βγήκα μαζί με άλλα έντεκα τανκς. Γυρίσαμε για λίγο στην Αλεξάνδρας και παρατηρούσαμε ανθρώπους στα παράθυρα σαν σκιά με το φως του δωματίου πίσω, να ανοίγουν τις κουρτίνες αργά και μετά να τις κλείνουν απότομα. Αυτή η σκηνή ακόμα και τώρα στα ξαφνικά έρχεται στο νου μου. Τότε κατάλαβα τη «δύναμη» που σου προσέδιδε το άρμα. Συγχρόνως κατάλαβα και τι σημαίνει κρατική τρομοκρατία.

Περάσαμε μπροστά από το Πολυτεχνείο . Σε αντίθεση με τους φιλήσυχους και τρομαγμένους πολίτες εκείνοι  οι φοιτητές μας κοιτούσαν περίεργα από άκρη σ’ άκρη με τα χέρια στη μέση και χαμογελούσαν. Υπήρχαν μάλιστα και κάποιοι που μας καλούσαν να αφήσουμε τα τανκς και να πάμε μαζί τους.

Εμείς τελικά σταθήκαμε στη γωνιά του Μουσείου. Είχαν ακροβολιστεί πολλά τανκς. Κάποιος από μας τελικά έσπασε την πόρτα του Πολυτεχνείου και μπήκε μέσα. Εκεί άρχισαν να τελειώνουν όλα. Κλείσαμε τα μάτια και παρακαλούσαμε τουλάχιστον να μην έχουμε θύματα.

Μερικές φορές βλέπω τη γνωστή σκηνή με τον Κινέζο φοιτητή που στέκεται ακίνητος μπροστά στο τανκ στο Πεκίνο, έτοιμος να θυσιαστεί για την ελευθερία και τις ιδέες του και σκέφτομαι τι θα έκανα αν μου τύχαινε ανάλογη περίπτωση τότε την 17 Νοέμβρη 1973. Αναλογίζομαι το χαμόγελο των φοιτητών εκείνης της βραδιάς στο Πολυτεχνείο. Ίσως τελικά η μεγαλύτερη αντίσταση που μπορεί κάποιος να κάνει σ’ ένα ανελεύθερο καθεστώς είναι να του χαμογελάσει περήφανα, να μην φοβηθεί, να δείξει ανωτερότητα, να σταθεί όρθιος κι ακλόνητος σαν δέντρο. Απ’ αυτά που δε σπάνε στους αέρηδες…»

Κάθε που μιλάω με το Χρήστο για εκείνη τη βραδιά, μαθαίνω περισσότερα για το «Πολυτεχνείο». Και με κάνουν περήφανο εκείνα τα ατρόμητα νεανικά χαμόγελα των φοιτητών μπροστά στις κάνες των όπλων αλλά και η αναγνώριση του αγώνα τους από κάποιον που βρέθηκε «απέναντι» εκείνη τη βραδιά στην Πατησίων.

Βασίλης Πουλημενάκος

ΥΓ. Ο δρόμος (Μάνος Λοϊζος-Κωστούλα Μητροπούλου)