Ήταν κάποτε στους καιρούς των ιπποτών και των κάστρων μια όμορφη κόρη, η Σμαραγδένια.

«Γεννήθηκε σε ένα σύννεφο».

Έτσι έγραφε το σημείωμα που βρήκε η πυργοδέσποινα όταν αντίκρυσε ένα στρουμπουλό μωρό στην εξώπορτα του πύργου της. Με την πρωϊνή πάχνη και μέσα σε ένα καλάθι με σκεπάσματα λαμπερά λευκά, σαν συννεφένια. Δεν έκλαιγε. Είχε ένα πρόσωπο φεγγάρι ζωγραφισμένο και τα μάτια της σκόρπιζαν μια έντονη πρασινογάλανη λάμψη. Σα σμαράγδια. Σαν την ελπίδα που ξημέρωσε εκείνη τη μέρα στη καρδιά της πυργοδέσποινας, μια ελπίδα που εξαπλώθηκε σε όλο το κάστρο, σε όλο το βασίλειο.

Το ίδιο απόγευμα η βασίλισσα περίμενε τον άρχοντά της στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του κάστρου να του αναγγείλει το δώρο που της έστειλαν τα σύννεφα εκείνο το πρωϊνό. Το πρόσωπό της ήταν πλημμυρισμένο από το φως μιας ηλιαχτίδας που παραμέρισε τα σύννεφα κι έκανε ανοιξιάτικη την μέρα. Ο βασιλιάς με το που είδε το μωρό δάκρυσε. Γονάτισε και το πήρε στα χέρια του. Τα μάτια του τον κοίταξαν με την ίδια λαχτάρα που κοιτάζει ένα παιδί τον πατέρα του. Κι άπλωσε τα χέρια να τον αγκαλιάσει. Ήταν το πρώτο μωρό που πρόσφερε το χαμόγελό του στον καλό βασιλιά. Τα επόμενα χρόνια η βασίλισσα τού χάρισε πολλά παιδιά.

Την ονόμασαν Σμαραγδένια γιατί αυτό της ταίριαζε. Ήταν καλότυχη, πάντα είχε αυτό που της ταίριαζε. Μεγάλωσε και η ομορφιά της ήταν ξακουστή στα πέρατα του κόσμου. Η μεγάλη της αγάπη ήταν να πηγαίνει στο Ποτάμι του Δάσους, να μαζεύει αγριολούλουδα, να μυρίζει την ανάσα από τις λεύκες και τα πλατάνια και να δοκιμάζει τους καρπούς από τα αγριοκέρασα. Μετά καθόταν στην όχθη και ψάρευε με το καλάμι της. Έπιανε ψάρια, τους μιλούσε και τα άφηνε πάλι.Μια μέρα έπιασε ένα ψάρι τεράστιο. Το μεγαλύτερο από ποτέ.

-Πώς και βρέθηκες εσύ τόσο μεγάλο ψάρι στο ποτάμι μου; το ρώτησε.

-Δεν είμαι από τον τόπο σου. Δεν είμαι καν ποταμίσιος, απάντησε στενοχωρημένος. Έχασα τα νερά μου, ξέφυγα από το πέλαγος, βρέθηκα σε ένα ποτάμι και τώρα στα χέρια σου.

– Ώστε είσαι πελαγίσιος! τα όνειρά μου όλα έχουν θάλασσα, το ξέρεις; Πώς σε λένε;

– Δεν έχω όνομα. Εσένα;

– Σμαραγδένια. Θα σε φωνάζω Σεβάχ. Σεβάχ ο θαλασσινός. Θες να σε γυρίσω στο σπίτι σου;

– Δεν μπορείς. Πρέπει να κολυμπήσεις μαζί μου στο βυθό για να με πας στο ακρογυάλι.

– Πάμε.

Βούτηξε με τον Σεβάχ στο βάθος από το Ποτάμι του Δάσους. Τον οδηγούσε κι εκείνος της έδινε ανάσα με τα φιλιά του. Πέρασαν από κοφτερά βράχια και απότομους καταρράχτες μαζί ενωμένοι σαν ένα σώμα. Μέχρι να φθάσουν στη θάλασσα η Σμαραγδένια είχε μάθει να αναπνέει στο νερό και, με την αγάπη και τη δύναμη της ψυχής της είχε δώσει στον Σεβάχ κορμί πελαγίσιο, ανθρώπινο όμως και αντρίσιο.

Όταν έφτασε στη θάλασσα δεν το σκέφτηκε πολύ. Η καρδιά της ήταν ήδη χαρισμένη. Έστειλε μόνο με ένα γλάρο σημείωμα στη μητέρα της που της έγραφε ότι αποφάσισε να μείνει με τον θαλασσινό αγαπημένο της και να ζήσει το όνειρό της. Έζησαν καλά σε κάποια ακτή ενός νησιού παρέα με τα θαλασσοπούλια και τα αφρόψαρα. Κι εμείς καλύτερα…

Βασίλης Πουλημενάκος

Close your eyes and I’ll close mine
Good night, sleep tight
Now the sun turns out his light
Good night, sleep tight
Dream sweet dreams for me
Dream sweet dreams for you…

(photo «green eyes» by Austin TX on flickr, οι στίχοι στο τέλος είναι από ένα εγγλέζικο νανούρισμα που στο κλιπ το ερμηνεύουν οι Beatles)

Advertisements