Ο Θανάσης ο ακέπ ήταν ένας συνηθισμένος φοιτητής αλλά όπως αρκετοί, βαθιά πολιτικοποιημένος και σίγουρος για τις απόψεις του. Κατσαρομάλης, με φουντωτά μαλλιά -της μόδας τότε- ξερακιανός στην όψη, με σιγανή ομιλία μέσα από τα δόντια, που δύσκολα τον καταλάβαινες όταν τα έλεγε μαζεμένα.
Τον γνώρισα στο ΤΕΙ, πρέπει να ήταν το 1987 ή το 1988. Είμασταν σε άλλο εξάμηνο αλλά και οι δυο στη ΣΤΕΦ Πολιτικοί, μάλλον «περασμένο εξάμηνο» θα τον χαρακτήριζα, όπως λέγαμε τότε τους παλιούς που τους ξεπέρασε η σχολή. Συνήθιζα να περνάω να τον παίρνω από το σπίτι ή από το μάθημά του και πηγαίναμε στη Λέσχη για φαγητό.
Στα εικοσιδυό του χρόνια πρέπει να ήταν, αλλά είχε ξεκινήσει από τα 18 για σπουδές από τα Μουδανιά της Χαλκιδικής, με τον πατέρα του ψαρά, που τον περιέγραφε μάλιστα να μαλώνει με τα κύματα κάθε βράδυ και πρωϊ για να φέρει στο σπίτι τον επιούσιο.
Πολλά απογεύματα τα βήματα με έβγαζαν πάλι στο σπίτι του. Δεν ήταν δύσκολο να το βρω την πρώτη φορά. Η γκαρσονιέρα του στον ημιώροφο «ακουγόταν» από μακριά. Γιατί ο Θανάσης ο ακέπ εκτός από τις πολιτικές του εμμονές, ήταν φανατικός των πνευστών και του σαξοφώνου ιδιαίτερα. Μ΄αυτό λοιπόν πάλευε με τις ώρες, παρά με τα μαθήματα.
Τον τοίχο του δωματίου κοσμούσε μια μακρόστενη χάρτινη καλλιγραφία του, στερεωμένη με πινέζες στις άκρες. Είχε ζωγραφίσει με μαύρο πενάκι δύο κόσμους σε δυο βουνά. Στον ένα κόσμο τον σκοτεινό οι άνθρωποι σκοτώνονταν από πολέμους. Στον άλλο κυβερνούσαν ο ήλιος, η αγάπη, τα παιδιά και το παιχνίδι. Ανάμεσα σ’ αυτά τα βουνά είχε σχεδιάσει ένα τεράστιο σαξόφωνο σαν μια γέφυρα που ενώνει τους δυο κόσμους και πάνω του ζευγάρια και οικογένειες που σιγά σιγά περνούσαν από τον κακό στον καλό κόσμο.
Στις φοιτητικές εκλογές κατέβαινε πάντα με ένα δικό του ψηφοδέλτιο ανεξάρτητο, που έπαιρνε από δέκα ως είκοσι ψήφους. Στην αρχή ήταν μόνος του, μετά βρήκε ομοιδεάτη και είχε παρέα στον αγώνα του. Πολλά σαββατοκύριακα κατέβαινε στη Θεσσαλονίκη και χωνόταν στα γραφεία του ΑΚΕΠ. Ποτέ δεν γράφτηκε στο αγαπημένο του κόμμα -«με κοιτούσαν παράξενα», μου είχε πει. Αλλά μόνο ζητούσε και έπαιρνε πέντε-δέκα αφίσες του κόμματος και μερικά φειγ-βολάν με τις θέσεις του. Αυτή ήταν όλη του η σχέση με το ΑΚΕΠ.
Πιστός στην ιδεολογία του, έβρισκε το κατάλληλο σημείο για να τύχουν καλής θέασης από τους φοιτητές και με ιδιαίτερη φροντίδα για να μην του σκιστούν, τις καρφίτσωνε. Ένα μόνιμο παράπονο είχε, ότι ενώ τον ήξεραν όλοι οι δαπίτες, οι πασπίτες και οι άλλοι, θα βρισκόταν κάποιο καλόπαιδο που την επόμενη ή μεθεπόμενη μέρα θα του χαλούσε την καλοβαλμένη και μονάκριβη αφίσα.
Ένα άλλο παράπονό του ήταν ότι δεν τον άφηναν να μιλάει αρκετά στις Γεν. Συνελεύσεις. Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι ήταν κουραστικός και ο τρόπος και το ύφος που τα έλεγε. Με το που ξεκινούσε και περνούσε ένα λεπτό, οι φοιτητές πίεζαν φορτικά για να μας απαλλάξει από το λόγο του και να συνεχίσει ο επόμενος.
Κάναμε αρκετή παρέα με τον Θανάση. Μου μίλαγε συνεχώς για τις ιδέες του, για την επανάσταση που πλησιάζει, για τον εργατικό κόσμο που δεν πρέπει να τον εκπροσωπεί το ΚΚΕ γιατί βλέπεις εκείνο καλύπτει και δικαιολογεί τους μικροέμπορους, για τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» που βρίσκεται ακόμα στην αρχή, για τη νέα φιλεργατική πολιτική που χρειάζεται ο κόσμος. Και όλα αυτά με το χαμόγελο. ΄Ισως γιατί του άρεσε που είχε απέναντί του κάποιον που τον άκουγε κι ας μην συμφωνούσε.
Τελικά ο Θανάσης ήταν από τα πιο δημοκρατικά και ειλικρινή άτομα που γνώρισα ποτέ. Άντεχε την διαφορετική άποψη. Ποτέ δεν θύμωσε για κάτι αντίθετο που του έλεγες. Ποτέ δεν το μέτραγε στα αρνητικά σου. Ούτε σε πρόσβαλλε γιατί είσαι αλλού. Του αρκούσε να τον αφήνεις να μιλάει για τα «δικά» του, για να κερδίσεις την εκτίμηση και τη φιλία του. Τον είχα προσέξει απέναντι σε καθηγητές να είναι σεβαστικός αλλά και γενικότερα ήταν ένα απόλυτα ευγενικό και συνεσταλμένο άτομο. Όταν έπαιρνα πτυχίο κι έφευγα από τη Σχολή, ο Θανάσης που ακόμα εκεί ήταν, μου έκανε δώρο μια φωτοτυπία της ζωγραφιάς με το σαξόφωνο.
Βλέποντας τις τελευταίες μέρες όλα αυτά τα θλιβερά που γίνονται με τους φοιτητές και τους καθηγητές, έρχονται ξανά στο νου μου εκείνες οι -πιο ιδεολογικές- εποχές με τον πολιτικό αγώνα του φίλου μου του Θανάση και σκέφτομαι πόσο ανώτερη θα ήταν η δημοκρατία στον τόπο αλλά και η δημιουργία της σκέψης στα Πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ αν αφήναμε τους «σιγανούς» Θανάσηδες να εκφράσουν το λόγο και το όραμά τους. Χωρίς βία και φωνές. Αλλά με την γλώσσα της ψυχής. Γιατί η γνήσια σκέψη και η δημοκρατία εκεί φωλιάζουν.Από εκεί φεύγουν και εκεί επιστρέφουν.

Advertisements