(Περίληψη προηγουμένων. Ο Άγγελος Φωκάς φιλόδοξος νέος επαγγελματίας, με την ευκαιρία της παράδοσης ξενοδοχειακού εξοπλισμού σε μια μονάδα στο Φουρνέ Χανίων θέλει να αγοράσει το ξενοδοχείο. Κάνει αναδρομή στον παλιό του έρωτα με τη Μυράνθη Καλλέργη την κόρη του ιδιοκτήτη που όμως έχει πια χαθεί. Μέσα στις ανθισμένες πορτοκαλιές ο Άγγελος ψυχανεμίζεται ότι η Μυράνθη ζει. Και υπογράφει αμέσως το συμβόλαιο αγοράς του κτήματος και της μονάδας).
Μυράνθη Καλλέργη
Γ΄ -Ο ήχος της στιγμής.

Είχε ήδη νυχτώσει. Οι πορτοκαλανθοί έπαιρναν θέση. Μια αύρα από το Λυβικό πέρασε από το Φραγκοκάστελλο, πήδησε τον Ψηλορείτη κι έπεσε σαν σύννεφο. Ένα σεντόνι που σκέπασε σαν άχνη το κτήμα Καλλέργη στο Φουρνέ. Το φως στο κελάρι έσβησε. Έμεινε ένα άρωμα. Να πολλαπλασιάζεται. Διαπεραστικό…
Ο Άγγελος Φωκάς ήταν πολύ κουρασμένος. Έσφιξε το συμβόλαιο στα χέρια και με το άρωμα των πορτοκαλανθών να έχει αγκαλιάσει την ατμόσφαιρα, κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Το ξενοδοχείο μέσα στις πρώτες μέρες της άνοιξης ήταν άδειο.
Ανέβηκε αργά τη δρύινη σκάλα και με τρεμάμενα χέρια από τη συγκίνηση άνοιξε την πόρτα, μετά το παράθυρο για να μπει η αύρα από το Καστέλλι με τις ευωδιές του Φουρνέ κι έπεσε στο κρεβάτι. Κοίταξε φευγαλέα το συμβόλαιο για να δώσει εντολή στον λογιστή του να μεταβιβάσει το ποσό στο λογαριασμό του Καλλέργη και με έκπληξή του διαπίστωσε ότι στη θέση του ποσού έγραφε 1 ευρώ . Ο γεροξενοδόχος ουσιαστικά του χάριζε όλη του την περιουσία, όλα αυτά που κανονικά έπρεπε να αφήσει στην κόρη του.
Σηκώθηκε γρήγορα και έψαξε να βρει τον Καλλέργη μέσα στην καταχνιά και τη δροσιά της ανοιξιάτικης νύχτας. Ήταν αδύνατο να δεχθεί ένα τέτοιο δώρο. Οι κόποι μιας ζωής δεν εκχωρούνται έτσι. Όλα τα φώτα του ξενοδοχείου ήταν κλειστά. Ο Άγγελος δεν ήξερε ποια πόρτα να χτυπήσει. Υπήρχε μια απέραντη σιωπή και μόνο ο αέρας από το ανοιχτό παράθυρο έδινε ακούσματα εκείνη τη βραδιά. Γύρισε πίσω και εκεί τον περίμενε μια έκπληξη.
Πάνω στο κομοδίνο του βρήκε το βάζο γεμάτο με πορτοκαλανθούς όπως όταν είχε συναντήσει τη Μυράνθη πριν δέκα χρόνια. Άγγιξε τα εύθραυστα λουλούδια με προσοχή προσπαθώντας να μυρίσει, να ρουφήξει κάτι από την αγαπημένη του. Έκλεισε τα μάτια και τότε…

– Γύρισες τελικά. Καλώς ώρισες Άγγελε. Σε περίμενα.

Πίσω από την πλάτη του μια φωνή βαθιά και θηλυκή που του θύμιζε τόσα…Όλα σαν ταινία πια επέστρεφαν στο μυαλό του. Το πράσινο ποδήλατο, το σακίδιο, τα αμπέλια και η αέρινη Μυράνθη, εκείνο το τρελόπλασμα που δεν είχε σταματημό, τα κρασιά στο κελάρι, το χαρτάκι με το σημείωμά της… Ήταν εκείνη, η φωνή της τόσο αξέχαστη αλλά και τόσο διαφορετική, φωνή ώριμη αλλά και ζεστή.
Δίστασε να γυρίσει να την δει. Φοβήθηκε μήπως το όνειρο χαθεί. Μήπως δει μια οπτασία και πως η Μυράνθη τον επισκέπτεται τις νυχτερινές ώρες απλά για να τον συντροφεύει, σαν πνεύμα που όμως δεν έχει βρει ακόμα ησυχία. Όλα αυτά που είχε καταλήξει ότι δεν ισχύουν, κυριαρχούν πάλι στην σκέψη του. Έκανε μια ευχή…
Αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο.

– Κοίταξέ με. Άγγιξε με.

Γύρισε το πρόσωπο αλλά τα μάτια του παρέμειναν κλειστά. Έφερε τ’ ακροδάχτυλα πάνω σε ένα σώμα που έβγαζε μια ονειρική πνοή, ένιωσε μια ανάσα κι ένα άρωμα γνώριμο. Χάιδεψε τα μακριά της μαλλιά. Τα βλέφαρα και τα χείλη. Πέρασε με το πάνω μέρος της παλάμης του όλο το πρόσωπο της και σκούπισε ένα δάκρυ χαράς που δειλά ξεπήδησε.
Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε μια υπέροχη κοπέλα με ξανθά μαλλιά και γαλαζοπράσινα μάτια, ντυμένη με ένα πορτοκαλί μακρύ φουστάνι. Του χαμογέλασε.

-Λοιπόν; Τι λέτε κύριε … Φωκά;

Η Μυράνθη είχε πάρει για λίγο το κοριτσίστικο πειραχτικό ύφος που τότε τον κατέκτησε.

-Είναι αλήθεια.

Δεν τον άφησε να ξαναμιλήσει. Τον έπιασε απαλά από το πρόσωπο και τον τράβηξε. Χαρίζοντάς του σε ένα φιλί όλα όσα του όφειλε δέκα ολόκληρα χρόνια. Τη ζωή της. Την χαμένη ζωή της. Και τον έρωτά της. Το μοναδικό αντάλλαγμα για όσα φτερούγιζαν μέσα της για εκείνον. Τον πορτοκαλανθό των ονείρων της.

Σώμα και ψυχή σε μια βραδιά ανείπωτη και ανεπανάληπτη.
Και ήχους του χάρισε.
Από έναν χτύπο καρδιάς που ακούστηκε διπλός.
Από το φτεροκόπημα που κάνουν τα αγριοπούλια.
Από δυο ανάσες που ενώθηκαν.
Από τη λέξη ενός λουλουδιού στον αέρα.
Από τη “στιγμή” της.

Advertisements