n1641247968_28028_6632

Δειλινό στα Κύθηρα. Ακουμπισμένος σ΄ ένα βράχο προσπαθώ να αποτυπώσω σε καμβά τα χρώματα και την κίνηση του ήλιου. Το φως λιγόστευε και θολή η ματιά πλανήθηκε στον ορίζοντα της θάλασσας και στο τελευταίο καθρέφτισμα. Τα πινέλα μου στέγνωσαν όσο έμενα να κοιτάζω το πέλαγος.

Όλα γύρω μου κουβέντιαζαν για ένα μικρό κορίτσι που τα δάκρυά του γίνονταν ποτάμι που άδειαζε. Έμεινα αργά για να το αποτυπώσω. Να το περάσω σαν κίνηση. Δεν μπορούσα όμως να δώσω μορφή στο όνειρο. Με συνεπήρε η αύρα κι η αρμύρα, όσο η νύχτα δούλευε στο αδράχτι της. Κι ο χρόνος σταμάτησε.

Το κλάμα της βούιζε στ’ αυτιά μου και με οδηγούσε. Άνθρωποι στοιβαγμένοι γύρω μου με κοιτούσαν επίμονα. Με απομάκρυναν. Κοίταξα τη θάλασσα. Μετά την αμμουδιά. Μια κοπέλα ήταν ξαπλωμένη, με γυρισμένη τη πλάτη και τα χέρια στο πρόσωπο. Γύρισε κι έγειρε πάνω μου. Δεν είδα δάκρυα.  Δεν άκουσα κάτι. Ένιωθα μόνο από εκείνη τη στιγμή ένα φτερούγισμα.

Πάμε να φύγουμε. Κράτα το χέρι μου σφιχτά. Θα πετάξουμε πάνω από το νου μας. Πάμε στη χώρα των θαυμάτων και των παραμυθιών. Στη χώρα των παιδικών σου χρόνων. Να βρω ό,τι ζήτησε η ψυχή σου, να το μαζέψω μπουκέτο να στο προσφέρω.

Πάμε στη χώρα της χαράς.  Να βάλουμε τις πιο αστείες στολές και να γελάμε με τους εαυτούς μας. Μη σταματάς να με κρατάς. Πάμε πίσω σ’ εκείνο το δειλινό στα Κύθηρα. Εκεί που σταμάτησε ο χρόνος. Φτάσε το φεγγάρι. Με τη ματιά σου μόνο  έγινε πιο ασημένιο από ποτέ. Κοίτα τη θάλασσα. Χάιδεψέ την. Γέλα ψυχή μου. Δώσε τον εαυτό σου. Απελευθερώσου μέσα σου. Ο πίνακας μας περιμένει. Εσένα περιμένει για να τελειώσει.

Άγγιξε τον ήλιο. Βγάλε από την παλέτα της καρδιάς σου τα πιο ζωηρά χρώματα και πλάνεψε τον κόσμο. Δώστου ζωή. Ο ήλιος πρέπει να δύσει.

Κοίτα! Ο χρόνος και πάλι ξεκίνησε. Δες τι έφτιαξες. Με τις καλύτερες  μπογιές, με τη σκέψη σου, την ομορφιά, το μεγαλείο της ψυχής σου. Χάρισες αγάπη, ζωντάνεψες τον έρωτα, το χαμόγελο. Στο χέρι σου ήταν. Μέσα σου ήταν. Το βρήκες και το έδωσες.

Σ’ ένα φόντο θαμπό λευκό σαν αραχνοΰφαντο η νεράιδα της θάλασσας πέρασε από μπροστά μου κι έμοιαζε να μην πατά στην άμμο. Προχώρησε και με  ανάλαφρα βήματα βρέθηκε στο νερό την ώρα που άρχισαν να χαράζονται τα πρώτα χρώματα του φεγγαριού. Βρέθηκε στο νερό, έγινε φως και χάθηκε…

Advertisements