n693676084_1385825_7031

H Σμαραγδένια

(του Βασίλη Πουλημενάκου)

Ήταν κάποτε στους καιρούς των ιπποτών και των κάστρων μια όμορφη κόρη, η Σμαραγδένια.
“Γεννήθηκε σε ένα σύννεφο”.
Αυτό μόνο έγραφε το σημείωμα που βρήκε η πυργοδέσποινα βασίλισσα όταν αντίκρισε ένα στρουμπουλό κοριτσάκι στο κατώφλι του πύργου της. Με την πρωινή πάχνη και μέσα σε ένα καλάθι με σκεπάσματα λαμπερά λευκά, συννεφένια. Δεν έκλαιγε. Είχε ένα πρόσωπο σαν φεγγάρι ζωγραφισμένο και τα μάτια του σκόρπιζαν μια έντονη πρασινογάλαζη λάμψη. Σα σμαράγδια. Σαν την ελπίδα που ξημέρωσε εκείνη τη μέρα στη καρδιά της αρχόντισσας, μια ελπίδα που εξαπλώθηκε σε όλο το κάστρο, σε όλο το βασίλειο.
Το ίδιο απόγευμα η βασίλισσα περίμενε τον άρχοντά της στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του κάστρου για να του αναγγείλει το δώρο που της έστειλαν τα σύννεφα εκείνο το πρωινό. Το πρόσωπό της ήταν πλημμυρισμένο από το φως του ήλιου που παραμέρισε τα σύννεφα κι έκανε ανοιξιάτικη την μέρα. Ο βασιλιάς με το που είδε το μωρό δάκρυσε. Γονάτισε και το πήρε στην αγκαλιά του. Τα μάτια του τον κοίταξαν με την ίδια λαχτάρα που κοιτάζει ένα παιδί τον πατέρα του. Και του άπλωσε τα χέρια του. Ήταν το πρώτο μωρό που πρόσφερε το χαμόγελό του στον καλό βασιλιά.
Εκείνο το κοριτσάκι το ονόμασαν Σμαραγδένια για τα όμορφα μάτια της. Ήταν καλότυχη, πάντα είχε αυτό που της ταίριαζε. Μεγάλωσε και η ομορφιά της έγινε ξακουστή στα πέρατα του κόσμου. Η μεγάλη της αγάπη και συνήθεια ήταν να πηγαίνει στο Ποτάμι του Δάσους, να μαζεύει αγριολούλουδα, να ανασαίνει το άρωμα από τις λεύκες και τα πλατάνια και να γεύεται τους καρπούς από τα αγριοκέρασα. Μετά καθόταν στην όχθη και ψάρευε με το καλάμι της. Έπιανε ψάρια, τους μιλούσε και τα άφηνε πάλι. Μια μέρα έπιασε ένα ψάρι τεράστιο. Το μεγαλύτερο από ποτέ.
-Πώς και βρέθηκες εσύ, ένα τόσο μεγάλο ψάρι, στο ποτάμι μου; το ρώτησε.
-Δεν είμαι από τον τόπο σου. Δεν είμαι καν από το ποτάμι, απάντησε στενοχωρημένος. Έχασα τα νερά μου, χάθηκα από το πέλαγος, βρέθηκα σ’ αυτό το ποτάμι και τώρα… στα χέρια σου.
– Ώστε είσαι πελαγίσιος! Μη φοβάσαι, τα όνειρά μου όλα έχουν θάλασσα, το ξέρεις; Πώς σε λένε;
– Δεν έχω όνομα. Εσένα;
– Σμαραγδένια. Θα σε φωνάζω Σεβάχ. Σεβάχ ο θαλασσινός. Θες να σε γυρίσω στο σπίτι σου;
– Δεν μπορείς. Πρέπει να βουτήξεις μαζί μου στο βυθό για να με πας στο ακρογιάλι.
– Πάμε.
Βούτηξε με τον Σεβάχ στα βάθη του Ποταμιού του Δάσους. Εκείνη τον οδηγούσε κι αυτός της έδινε την ανάσα του. Πέρασαν από κοφτερά βράχια και απότομους καταρράχτες μαζί ενωμένοι σαν ένα σώμα. Μέχρι όμως να φθάσουν στη θάλασσα η Σμαραγδένια είχε μάθει να αναπνέει μέσα στο νερό και με την αγάπη και τη δύναμη της ψυχής της είχε δώσει στον Σεβάχ κορμί ανθρώπινο κι αντρίσιο. Έτσι έζησαν ευτυχισμένα σε κάποια παραλία παρέα με τα θαλασσοπούλια και τα αφρόψαρα. Κι εμείς καλύτερα.

Advertisements