n1048177105_208795_7811

Επαναδημοσιεύω ένα από τα πιο αγαπημένα μου μικρά κείμενα την «Εσπερινή», που είχα αναρτήσει πριν από αρκετό καιρό…

Εσπερινή
Όταν ξεκίνησα γι αυτή την εκδρομή δεν περίμενα ποτέ ότι θα έβρισκα τόσο σημαντικές απολαύσεις σε τόσο μικρά πράγματα. Είναι απίστευτος ο τρόπος που μπορούν να μιλήσουν οι περιστάσεις, τα άψυχα αντικείμενα, τα στοιχεία της φύσεως. Να πάρεις ευτυχία μέσα σε αυτά. Όπως αυτά.

Φόρτωσα με τραγούδια και συντροφιά την αγάπη μου ένα σαββατιάτικο απόγευμα ξεφύγαμε από το βούισμα της πόλης, πηγαίνοντας σε μέρη ελεύθερα και απάτητα. Έτσι τουλάχιστον έμαθα να πιστεύω. Είχα στο πλάι μου το πιο μεθυστικό άρωμα και άκουγα μια καρδιά να χτυπάει δυνατότερα απόψε, στο ρυθμό της δικιάς μου.

Όταν βγήκα στην εθνική, το δεξί χέρι μου ασυναίσθητα έσφιξε το δικό της πάνω στα γυμνά της πόδια και η επαφή μας έγινε ακόμα πιο ερωτική, ενώ το κασετόφωνο έπαιζε παλιά μελαγχολικά κομμάτια από την κιθάρα του Καζούλη. Μου χαμογέλασε και ο ήλιος άστραψε στο βλέμμα της, καθώς έστριβα για να πάρω τις στροφές του Αγίου Στεφάνου.

Αρχίσαμε να ανεβαίνουμε ένα βουνό καμένο από τις πυρκαγιές και ένα σφύριγμα από αποδημητικά, έκανε αισθητή την δυσαρμονία της μορφής αυτού του παραδεισένιου ανάγλυφου, με αυτό του μαύρου επίπεδου. Δηλώνοντας συγχρόνως τη συμμετοχή κάθε τι αέρινου και ταξιδευτού. Την κραυγή για ό,τι καταστροφικό. Η αγάπη μου έγειρε επάνω μου προσπαθώντας να νιώσει διπλά την γαλήνη και την ασφάλεια περνώντας μέσα από τη διαδρομή της ανάσας μου.

Η ώρα ήταν ήδη 7η εσπερινή όταν φθάσαμε. Είχε τελειώσει η μουσική και αφήσαμε να μας ταξιδέψουν τα πουλιά, οι μυρωδιές της πλάσης και το θρόισμα των δένδρων. Ρουφήξαμε την ανάσα από τα έλατα και το θυμάρι, δροσίσαμε από κελαριστά ποτάμια το μέσα μας, είδαμε πλάσματα του δάσους να τρέχουν αμέριμνα και αγκαλιαστήκαμε σε ένα ξέφωτο πολύ μακριά από το χθες, στα όρια του ιδανικού. Σε αυτό που έμεινε ανέγγιχτο. Στον προορισμό μας.

Ξάπλωσα και φίλησα το χώμα που ευώδιαζε ζωή και η αγάπη μου κύλησε σε μια κατηφοριά, παραδομένη στη μαγεία της φύσης. Το ηλιοβασίλεμα πίσω από τα δένδρα έντυνε την εικόνα και τη διάθεση. Έτρεξα να την προλάβω όμως εκείνη ξέφευγε, μου ξεγλιστρούσε. Τελικά βρεθήκαμε σ’ ένα χαλί από πεσμένες καφετιές πευκοβελόνες.

Ένα δροσερό βράδυ έμοιαζε το στόμα της. Της έκλεισα τα μάτια και περπάτησα στους δικούς της τόπους, εκεί που μόνο κείνη ξέρει με τα φτερά του έρωτα να με οδηγεί. Στον κόσμο της εξαϋλωσης. Τα χέρια της κλωνάρια πάθους και τα μαλλιά της φύλλα γερμένα την έκαναν ένα με τη πιο αρχέγονη δημιουργία. Έφυγα μαζί της στον πηγαιμό που θαρρείς ότι ο ήλιος γκρεμίστηκε μόνο για μας, εκεί που ζωγραφίζεται μόνο από εκείνη το χρώμα στο θάμπος της σελήνης. Eίδα πάλι τη νεράιδα μου μέσα της. Σ’ ένα ουρανό. Σ’ ένα ατέρμονο δρόμο. Με τα ξωτικά και τα νυχτολούλουδα . Στα διάφανα νερά και στον ήχο των θάμνων. Στα έγκατα της γης. Στη σφιχτή αγκαλιά μου.

Συνήλθα, με επέστρεψε το αργόσυρτο φύσημα της αύρας, που ταξίδεψε  ξέπνοα  τη λέξη της: «σ’ αγαπώ».

Advertisements