Τα στολίδια της κυρα-Βδοκίας (Xριστουγεννιάτικο παραμύθι)

(του Βασίλη Πουλημενάκου)

Πώς να ‘ναι τα Χριστούγεννα του μέλλοντος; Όταν θα ‘μαστε εμείς παππούδες δηλαδή και τα παιδιά μας θα ‘χουν δικό τους σπίτι, δικά τους παιδιά κι εγγόνια; Εύχομαι κι ελπίζω τα παιδιά τα κάλαντα να συνεχίσουν να τα λένε, ίσως όμως να ‘ναι πιο hi-tech η διαδικασία. Δηλαδή αντί για το χέρι απλωμένο, θα έχουν μια μηχανή που θα δήλωνες το ποσό, θα πέρναγες την πιστωτική σου κάρτα μπροστά από μια οπτική ίνα και θα έμπαινε στο λογαριασμό των παιδιών όποιο ποσό ήθελες… Με αυτό τον τρόπο ούτε ψιλά ψάχνεις, ούτε χοντρά, ούτε δικαιολογίες για την τσιγγουνιά σου.

Κάπου στα 2050 η κυρα-Βδοκία και ο άντρας της ο μπαρμπ-Αριστείδης, δεν ήταν αλλιώτικοι από τ’ άλλα γεροντάκια των άλλων εποχών. Όπως όλοι οι ηλικιωμένοι ήθελαν την ησυχία τους και ενοχλούνταν από τα παιδιά της γειτονιάς με τις φωνές, τα τρεχαλητά και τα παιχνίδια τους. Ειδικά όταν τους ξέφευγε κανένα τηλεκατευθυνόμενο αεροπλανάκι, πέρναγε το φράχτη και ξύριζε τα λουλούδια της κυρα-Βδοκίας, να ‘σαι από μια γωνιά να δεις την ξυνισμένη φάτσα της και να ‘χεις γερά αυτιά να την ακούς.

Όλα όμως άλλαζαν κάθε Χριστούγεννα ή μάλλον πιο νωρίς, κάθε που ξημέρωνε Δεκέμβρης. Η κυρα-Βδοκία τότε γινόταν άλλος άνθρωπος και ζούσε το δικό της παραμύθι. Κατέβαινε με την αυγή, πριν ξυπνήσει ο άντρας της, στην αποθήκη και έβρισκε το παλιό χριστουγεννιάτικο δέντρο. Το καθάριζε από τις σκόνες και τις αραχνιές και το ‘σερνε στο σαλόνι. Μετά κούτσα- κούτσα χωνόταν πάλι στη σκοτεινή αποθήκη κι έπαιρνε από τις παλιές κούτες όσα περισσότερα στολίδια μπορούσε να χωρέσει στην ποδιά της και μετά πάλι και πάλι .

Όταν αργότερα έστηνε τα στολίδια στο δέντρο ήταν σα να έστηνε ξανά χρόνο χρόνο την ίδια τη ζωή της. Γιατί κάθε ένα στολίδι ήταν ένα κομμάτι από εκείνη. Όλα ήταν δικές της κατασκευές και συμβόλιζαν μια διαφορετική αλλά γλυκιά εποχή της ζωής της. Τη χρονιά που παντρεύτηκε, την πρώτη της δουλειά, τα γεννητούρια, τα βαφτίσια και έπειτα τους γάμους των παιδιών. Όλα τα στολίδια που έφτιαχνε τα έντυνε με βελούδινο χαρτί ή με ζωηρές φωσφοράτες μπογιές και τους κόλλαγε στρασάκια γύρω γύρω ώστε ακόμα και χωρίς λαμπάκια να φεγγοβολά το δέντρο, σαν λουλούδια ήταν, λίγο φως ήθελαν μόνο. Έτσι λοιπόν δίπλα στο παράθυρο το άλλοτε χιονισμένο άλλοτε ηλιόλουστο, το δέντρο είχε τη δική του λάμψη στα μάτια της. Τη θύμηση των όμορφων στιγμών της σε μια παρέλαση χρόνου.

Με το πέρασμα όμως του ρημαδοχρόνου τα κουρασμένα μάτια και τα τρεμάμενα χέρια της δεν τη βοηθούσαν να συνεχίζει να φτιάχνει στολίδια, λείψανε βλέπεις και οι λόγοι, αλλά μπορούσε να τα καμαρώνει. Σ΄ένα από κείνα τα Χριστουγεννιάτικα βράδια, της είχαν βγει τα μάτια να παλεύει βελονιά βελονιά να ετοιμάσει ένα μάλλινο πουλοβεράκι -από αληθινό μαλλί- για το εγγόνι της, επειδή τα μεταλλαγμένα της εποχής δεν τα εμπιστευόταν για τους δικούς της ανθρώπους. Όταν κουραζόταν σήκωνε τα μάτια πάνω από τα γυαλιά της πρεσβυωπίας, κοίταζε το δέντρο με χαμόγελο και τρυφεράδα και γλάρωνε.

Τόσο πολύ που κάποια φορά δεν κατάλαβε τον μπαρμπ-Αριστείδη που είχε χωθεί δίπλα στην κουνιστή πολυθρόνα. Εκείνος την παρατήρησε πώς ήταν κολλημένη στο δέντρο, χαμογέλασε πονηρά και αθόρυβα πάτησε ένα κουμπί στο δεξί μπράτσο της πολυθρόνας. Αμέσως πετάχτηκε ανάμεσά τους το ολόγραμμα μιας καλλίγραμμης μαζορέτας, ντυμένη αγιοβασιλίτσα κι έτοιμη να πει τις βραδινές ειδήσεις.

-Αμάν! Αχ βρε Αριστείδη με κοψοχόλιασες. Σου έχω πει να με προειδοποιείς όταν θες να εμφανίζεις ολογράμματα. Τρομάζω. Μμμ! πάλι αυτό το ολόγραμμα; Άντρας είσαι, τι να πω; μια ζωή ο ίδιος, δεν λες όμως στο ολόγραμμα να φορέσει κάτι στα μπουτάκια του, θα πουντιάσει μέρες που΄ναι, χασκογέλασε η κυρα-Βδοκία σα να ήθελε μόνο να τον πειράξει κι όχι να θυμώσει, κι ας της πήγε η καρδιά στην Κούλουρη, εξάλλου η διάθεσή της με το δέντρο μπροστά δεν θα μπορούσε να χαλάσει.

– Μα έχεις χαζέψει με αυτό το δέντρο βρε γυναίκα. Να σου το ντύσω με δυο σωλήνες “νέον” όπως έχει όλος ο κόσμος; σου το έχω πει τόσες φορές και …πέταξε αυτά τα παλιά στολίδια. Πάνε αυτά …έεε χάλασαν πια, δεν το βλέπεις και μόνη σου;

Εκείνα όμως ήταν η κατάθεση της ίδιας της ζωής της κυρα-Βδοκίας κι αν της τα έπαιρνες, τα Χριστούγεννά της θα γίνονταν αδιάφορα και καθημερινά όπως οι άλλες μέρες του χρόνου. Τα ξεφτισμένα στολίδια ήταν το ζωντανό παραμύθι της, το ταξίδι της, τα χρόνια που ήταν νέα και ελκυστική -γιατί όχι;- ήταν μαζεμένες σ’ αυτά όλες οι χαρές και όλα τα όνειρά της.

-Καλά, καλά, θα δούμε… Πριν κοιμηθείς Αριστείδη κοίτα να μου αφήσεις την κάρτα σου στο τραπέζι, αύριο είναι παραμονή Πρωτοχρονιάς και θα έρθουν τα παιδιά για τα κάλαντα.

Το ίδιο βράδυ όταν ο μπαρμπ-Αριστείδης έπεσε για ύπνο, η κυρα-Βδοκία τον σκέπασε προστατευτικά, χτένισε τα άσπρα της μαλλιά, φόρεσε ένα γιορτινό φουστάνι και πήγε στο δέντρο. Μες το σκοτάδι κατέβασε ένα στολίδι στην τύχη, το έφερε στην αγκαλιά της και προσπάθησε ψηλαφώντας το, να θυμηθεί τη χρονιά της δημιουργίας του, να ζωντανέψει τη στιγμή του.

Στα χέρια της βρισκόταν ένα μικρό συνηθισμένο στολίδι, αλλά όσο κι αν το περιεργάστηκε δεν μπορούσε να θυμηθεί την εποχή του. Αν όμως δεν ήταν δική της κατασκευή πρέπει να είχε ιδιαίτερη σημασία για να το έχει εκεί. Τότε κατάλαβε ποιό ήταν. Εκείνο που συμβόλιζε κι αυτό που αγαπούσε στο μικρό στολίδι. Ήταν εκείνο, ναι… εκείνο το καλά φυλαγμένο, εκείνο το μικρό ερωτικό σκίρτημα από τη νιότη της. Κι όταν η κυρα-Βδοκία έφερε στο νου της όλο “εκείνο” αισθάνθηκε μες το καταχείμωνο ότι ξάφνου βρέθηκε σε ένα ανθισμένο κήπο με δέντρα κι ανοιξιάτικα αρώματα… ένιωσε κοπέλα η κυρα-Βδοκία… μια ριγιά πέρασε από το σώμα της όπως τότε … κι έγειρε πίσω το κεφάλι… και τα μακριά μαλλιά της ανέμισαν στην πλάτη και στους ώμους σαν τα κλαριά στα λυγερά δέντρα καθώς τα παίρνει ο άνεμος. Χαμογέλασε πλατιά, κράτησε το στολίδι σφιχτά κι εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε μαζί του.

Αυτό το χαμόγελο δεν έλειψε ούτε το επόμενο πρωί όταν η κυρα- Βδοκία ξύπνησε με τις χαρούμενες φωνές των παιδών, με τα στολιδάκια της γειτονιάς της…

Χρόνια Πολλά και Καλή Πρωτοχρονιά!!