Μια σκηνή από ένα παραμύθι χωρίς λογική, χωρίς αρχή και τέλος, σαν όνειρο..

Eίναι ένας ανοιχτός χώρος σαν τα  επίπεδα ενός κάστρου με σκάλες που κάποιοι τις κατεβαίνουν. Πολύ φαρδιές σκάλες και με ζιγκ ζαγκ. Είναι γεμάτο από κόσμο το μέρος και σε διαρκή κίνηση και θόρυβο, κάτι σαν σχολική ή φοιτητική εκδρομή. O ήρωας  αισθάνεται σιγά σιγά να τον αγκαλιάζει ένα ευχάριστο συναίσθημα, σαν αγκαλιά από αγαπημένο πρόσωπο. Εκείνη ήρθε από πίσω τον έπιασε από τη μέση και κόλλησε το πρόσωπό της  στο δικό του.  Δίστασε να γυρίσει να κοιτάξει να δει ποια είναι. Φαντάστηκε όμως ότι θα ήταν κάποιο από τα κοντινά του πρόσωπα. Τελικά όταν κοίταξε είδε το πιο αγαπημένο.

Οι σκάλες ήταν ατελείωτες, αλλά ένιωθε πολύ ελαφρύτερος σχεδόν παιδί και μοιάζανε κι οι δυο σαν να πέταγαν πάνω από τις σκάλες τόσο αέρινα τις κατέβαιναν σαν ένα σώμα, εκείνη απλά ακολουθούσε τα βήματά του. Οι σκάλες ήταν και αυτές λευκές με πρασινάδα και λουλούδια στο χώρο.

Όταν φτάσαν στο επίπεδο του εδάφους, είδαν μια μικρή ξύλινη πόρτα δεξιά, ελαφρά ανοιχτή. Μπήκαν μέσα πάντα αγκαλιασμένοι, εκεί  ήταν μόνοι. Ήταν σαν ένα προαύλειο ο χώρος με πέργκολες γεμάτο και στο βάθος ανάμεσα στα λουλούδια και στο πράσινο υπήρχε ένας μεγάλος καναπές ντυμένος με ένα λευκό σεντόνι που άστραφτε στο φως του ήλιου.

Πλησίασαν κοντά στον καναπέ και εκεί έδωσαν ένα βαθύ φιλί που  έμοιαζε να είναι τόσο έντονο σα να ήθελαν να μοιραστούν όσα φιλιά είχαν μαζεμένα…

Είναι κομμάτι από ένα όμορφο παραμύθι τόσο απλό όσο και σύνθετο που προσφέρει στιγμές ονειρεμένες, τις αλήθειες και τις αυταπάτες του. Όπως και η πραγματική ζωή. Κάθε όμορφη στιγμή μας είναι κι ένα πέρασμα από τη μικρή ξύλινη πόρτα του κάστρου μας. Σαν όνειρο…

η δεύτερη φωτό είναι του Βασίλη Σεβαστόπουλου

Advertisements