Ένα θέμα καθημερινό, της ζωής. Ο εύκολος χαρακτηρισμός ανθρώπων από ανθρώπους, στην πραγματικότητα η αδιαφορία και μαζί η “ταμπέλα” που υπερβαίνει σε βαναυσότητα την σωματική κακοποίηση. Τελικά  η δυσκολία για μια δεύτερη ευκαιρία, για μια νέα αρχή. Το πέρασμα όμως ενός κομήτη σ’ ένα όμορφο αιγαιοπελαγίτικο νησί σαν τη Νίσυρο, κάθε άλλο παρά αδιάφορο είναι. Όπως πλησιάζει ψάχνει, ανακαλύπτει και σηματοδοτεί  αυτήν ακριβώς την ευκαιρία. Προβάλλει το ταίριασμα μέσα από το φαινομενικά αταίριαστο, μέσα από τη λάμψη και το σάστισμα της στιγμής. Σα να καταγράφει  στον  ουρανό την πορεία  ενός έρωτα που φουντώνει ολοένα, με παρέα την ελπίδα. Όπως του Χρήστου και της Γαριφαλιάς. Κάπως έτσι…

Το πέρασμα στη Νίσυρο

Στάθηκε στο παράθυρο τραβώντας απότομα τις κουρτίνες σε μια προσπάθεια να αερίσει με μιας το χώρο. Ή μάλλον για να ανασάνει ο ίδιος. Είχε ανοίξει τρία κουμπιά από το πουκάμισο και ο ιδρώτας έτρεχε ποτάμι στο στήθος του.  Oι τελευταίες μέρες της άνοιξης στα Δωδεκάνησα είναι πάντα ζεστές και οι νύχτες όπως η αποψινή υγρές αλλά και με αναπάντεχες συναντήσεις.

Δεν είχε ένα μήνα που μετατέθηκε στο αστυνομικό τμήμα του μικρού αιγαιοπελαγίτικου νησιού ο Χρήστος και οι νυχτερινές υπηρεσίες έπεφταν βροχή. Ήταν μαθημένος στα πολυπληθή τμήματα στην Αθήνα, στην Αγ. Μελετίου και στα Σεπόλια, εκεί που, όσο να ‘ναι, το μέλημα μοιραζόταν. Το ίδιο και οι ευθύνες και οι υποχρεώσεις. Έξι αστυφύλακες βρίσκονταν όλοι κι όλοι στη Νίσυρο για να προστατέψουν ένα ολόκληρο νησί. Άμα βγάλεις Διοικητή, Υποδιοικητή και κάποιον απόντα, το βάρος της βάρδιας και των περιπολιών έπεφτε στους λίγους και κατώτερους. Ευτυχώς που είχε  το φιλότιμο ο Υποδιοικητής -παρότι δεν τον υποχρέωνε κανείς- να κάνει μερικές υπηρεσίες τις νύχτες για να μπορούν να βγουν ίσως και κάποιες άδειες.

Βέβαια αν είσαι σε ελληνικό νησί και μάλιστα αναπτυσσόμενο σε τουρισμό, είναι περιττή η άδεια τέτοια εποχή. Ειδικά στην περίπτωση του Χρήστου -καλοφτιαγμένος εργένης στα 32 του-, φορώντας τη καλοκαιρινή στολή και βγαίνοντας για περιπολία τα βράδια στα στενοσόκακα της Χώρας, γίνεσαι από τα πλέον ελκυστικά «θέματα» για τις ντόπιες και τις τουρίστριες. Εκείνος όμως ποτέ δεν εκμεταλλεύτηκε τη θέση του, που σε ένα μικρό τόπο, μετατρέπεται σε φαντασίωση και μεγεθύνεται σε εξουσία.

Το φέρσιμό του στους νησιώτες ήταν πάντα με χαμόγελο. Η βλοσυρότητα που συνήθως συνοδεύει την αστυνομική ιδιότητα δεν χαρακτήρισε τον Χρήστο ποτέ. Ούτε καν φορούσε τα κλασσικά για αστυνομικό μαύρα γυαλιά για να κρύβεται και να σκεπάζει τα συναισθήματά του. Κοιτούσε στα μάτια τον συμπολίτη, όποιος κι αν ήταν.

Δεν είχε παρουσιαστεί όλο αυτό το διάστημα κάτι το εντυπωσιακό ούτε και η ανάγκη να συλλάβει κάποιον από το νησί. Εξάλλου οι φιλήσυχοι κάτοικοι από το ψάρεμα το χειμώνα, ασχολούνταν το καλοκαίρι κυρίως με τα ενοικιαζόμενα δωμάτια και μικρές τουριστικές εκδρομές στο ηφαίστειο. Είχαν ανοίξει και μπαράκια υπαίθρια κοντά στη θάλασσα και μάζευαν τη νεολαία. Τόσο για πελατεία όσο και για δουλειά. Ερχόταν κόσμος ακόμα και για ένα βράδυ από τη Κω αλλά και από το Μπόντρουμ. Η προσοχή του Χρήστου και των άλλων του τμήματος ήταν κυρίως σε αυτούς του περαστικούς της μιας βραδιάς.

Την Γαριφαλιά την εντόπισε τις πρώτες μέρες ή μάλλον τις πρώτες του νύχτες εκεί. Του έλεγαν οι νέοι συνάδελφοί του χαμογελώντας με νόημα να την «προσέχει», αλλά ποτέ δεν κατάλαβε απόλυτα τι ήθελαν να πουν. Ένα από τα πρώτα βράδια που ήταν εκτός υπηρεσίας γύριζε με πολιτικά τα μαγαζιά και την πρωτοσυνάντησε. Καθόταν μόνη σε ένα σκαμπό από ένα μπαράκι. Του συστήθηκε σαν Γαριφαλιά κι εκείνος με το όνομά του. Τίποτα περισσότερο ή λιγότερο δεν χρειάστηκε για να βρουν τη χημεία μεταξύ τους.

Στο ημίφως και στους καπνούς της νύχτας η Γαριφαλιά φάνταζε σαν πολύχρωμο λουλούδι στο βλαστό του. Τα ελαφρά βαμμένα κόκκινα χείλη και το γαλάζιο φόρεμα περίσσευαν για να ξεχωρίσει σαν γυναίκα και να την προσέξει κανείς. Μίλησαν αρκετά εκείνο το βράδυ και για την επόμενη μέρα προσφέρθηκε ο Χρήστος να ξανασυναντηθούν για να εξερευνήσουν μαζί τις ομορφιές του νησιού και να γνωριστούν καλύτερα.

– Δυστυχώς δεν θα μπορέσω Χρήστο αύριο. Σίγουρα όμως θα τα ξαναπούμε.

Από τότε είχε δει κάποιες φορές έξω την Γαριφαλιά αλλά με το που τον έβλεπε γυρνούσε το κεφάλι σα να ήθελε να αποφύγει τη συνάντηση της ματιάς του. Εκείνος ήθελε πολύ να ξανακουβεντιάσει μαζί της, να μάθει αν μένει και τον χειμώνα στο νησί, αν είναι με τους δικούς της εδώ, τα ενδιαφέροντα, τις ασχολίες της. Ήταν τόσα πολλά όσα είχε στη σκέψη του, όμως εκείνο το πρώτο βράδυ έμοιαζε εκστασιασμένος και αφημένος – μόνο μάτια και χείλη ακολουθούσε – και αποκρινόταν υπνωτισμένα σ’ ότι τον ρώταγε. Εκείνη έμοιαζε να θέλει να τον καταπιεί με τις ερωτήσεις, να τον ανακαλύψει, να τον αποκαλύψει. Και αυτό έκανε περισσότερο τρελό τον Χρήστο που βάλθηκε να την ψάχνει με το βλέμμα και το νου, κάθε μέρα, κάθε βράδυ από τότε.

……

Έμεινε για αρκετή ώρα σκυμμένος στο παράθυρο του τμήματος και η πλάτη του δροσιζόταν ελαφρά από έναν ανεμιστήρα οροφής που λειτουργούσε στο φουλ, στριφογυρνώντας όμως θορυβωδώς και ενοχλώντας παράφορα την γλύκα της ησυχίας. Προσπαθούσε να σκεφτεί την επόμενη κίνησή του. Αλλά όσο κι αν έπρεπε, δεν ήταν δυνατόν να βγάλει από το μυαλό του την παράμετρο της έλξης που του προκαλούσε η μικρή νησιώτισσα.

Ήταν κοντά του τώρα η Γαριφαλιά αλλά χωμένη σε μια καρέκλα, με τα μάτια κατεβασμένα. Αυτή τη φορά δεν ρωτούσε εκείνη αλλά μόνο αυτός. Κι ας ήταν διαφορετικά όσα ήθελε να τη ρωτήσει με το που  θα του δινόταν η ευκαιρία. Τώρα στεκόταν με την αυστηρότητα του χεριού του νόμου αντίκρυ της, στα μαύρα μεσάνυχτα. Κάνοντας το χρέος του, ενώ ασκούσε τη υπηρεσία που είχε ορκιστεί. Σίγουρα ψυχολογικά ήταν μια από τις πιο δύσκολες βραδιές του.

Γύρισε  βιαστικά στο γραφείο του και έκανε αμήχανα μια κίνηση με το χέρι σα να ήθελε να σβήσει το κακό όνειρο, το σύννεφο που είχε απλωθεί. Άνοιξε νέα σελίδα στον υπολογιστή του, αποθηκεύοντας και αφήνοντας ανοιχτή την προηγούμενη.

–    Ας τα πάρουμε ξανά από την αρχή Γαριφαλιά. Το όνομά σου είναι Γαριφαλιά Δεληγιάννη. Έτσι;

– Ναι, Χρήστο…. κύριε αστυνόμε, θέλω να πω.

– Άσε τα «κύριε αστυνόμε» και προσπάθησε να είσαι ειλικρινής απέναντί μου. Είμαστε οι δυο μας τώρα. Να είσαι σαφής σε παρακαλώ σε κάθε σου απάντηση για να τελειώσουμε καμιά φορά. Κάτοικος;

– Προσωρινά Νισύρου.

– Μόνιμα;

– Δεν ξέρω. Έμενα στην Αθήνα.

– Ετών;

– 28.

– Επάγγελμα;

– …

Η Γαριφαλιά και πάλι έμεινε σιωπηλή. Όπως και πριν άφηνε μια μυστήρια καταχνιά γύρω από τη δουλειά της. Και στους λόγους που την έφεραν στο νησί.

– Δεν θες να πεις. Την ταυτότητά σου πού την έχεις; Στο σπίτι σου;

– Ήταν στο πορτοφόλι που μου έκλεψαν.

– Τι επάγγελμα κάνεις;

– Δεν κάνω κάποιο επάγγελμα.

Ήταν η πρώτη φορά που ο Χρήστος εκνευρίστηκε και παρότι είχε ορκιστεί να μην ξανακαπνίσει έβγαλε από το συρτάρι του μια θήκη με τούρκικο ταμπάκο και έστριψε ένα.

– Θέλεις τσιγάρο;

– Ναι, σε ευχαριστώ.

– Κι εγώ, γιατί με γλιτώνεις από το να καπνίσω ένα μπελά, πάνω που είχα ξεμπλέξει από αυτό το διάολο. Αλλά από σένα δεν ξέρω πώς θα ξεμπλέξω. Γιατί με ταλαιπωρείς, μου λες; Έρχεσαι στις δύο το πρωί στη βάρδια μου, κάνεις καταγγελία για κακοποίηση και κλοπή κι ύστερα δεν με βοηθάς καθόλου. Το καλό σου θέλω. Δεν το καταλαβαίνεις;

– Σε καταλαβαίνω Χρήστο και πραγματικά δεν έχω πρόθεση να σου κρύψω κάτι, μουρμούρισε η Γαρυφαλλιά ρουφώντας βαθιά το τσιγάρο, περισσότερο για να πει κάτι παρά για να γίνει πειστική.

– Εντάξει όπως θες. Αυτά άλλωστε θα τα βρούμε. Ας περάσουμε πάλι στη καταγγελία σου. Κοφτές κουβέντες να ‘ναι και σαφείς.

Ο Χρήστος γύρισε πάλι στο πληκτρολόγιό του κι άρχισε και καταγράφει σιωπηλά την καταγγελία της Γαριφαλιάς, χωρίς να μιλήσει καθόλου στο ενδιάμεσο.

«Στις 12 το βράδυ της 12ης Αυγούστου 2005 βρισκόμουν σε ένα παραθαλάσσιο μπαρ στη Χώρα ονόματι «White sand». Εκείνη την ώρα με πλησίασε κάποιος θαμώνας περίπου στη ηλικία των 30 ετών και πρότεινε να με κεράσει ένα ποτό. Μου συστήθηκε με το όνομα Γιώργος. Ήμουν μόνη μου. Δέχθηκα. Αργότερα  μου πρότεινε να φύγουμε μαζί και να πάμε στην ακρογιαλιά. Μείναμε αρκετή ώρα εκεί, ήταν ευγενικός μαζί μου αλλά τον έβλεπα αρκετά πιωμένο. Του ζήτησα κάποια στιγμή να φύγουμε αλλά τότε έγινε βίαιος και προσπάθησε να μου βγάλει τα ρούχα αφού πρώτα με παρακίνησε να κάνουμε νυχτερινό μπάνιο. Αντιστάθηκα απωθώντας τον και εκείνος άρχισε να με βρίζει και να με χτυπάει. Μέχρι που άνοιξε την τσάντα μου πήρε το πορτοφόλι και εξαφανίσθηκε. Αυτό ήταν όλο το επεισόδιο.»

– Και τότε το πρώτο πράγμα που έκανες ήταν να έρθεις στο τμήμα να το καταγγείλεις.

– Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω. Στο σπίτι  δε μπορούσα να γυρίσω. Ακόμα και τώρα έχω τον φόβο ότι μπορεί να τον δω μπροστά μου.

– Τον ήξερες; Είναι από τη Νίσυρο;

– Όχι, πρέπει να ήρθε από την Κω. Πρώτη φορά τον είδα σήμερα. Μακάρι να έχει εξαφανισθεί.

– Θέλεις να κάνεις μήνυση; Θέλεις να ψάξουμε να τον βρούμε;

– Όχι. Αυτό που ζητάω είναι μια ελάχιστη ασφάλεια αυτές τις μέρες και μήπως βρεθεί κάπου η ταυτότητα μου.

– Θα είμαι εγώ κοντά σου Γαριφαλιά. Και αν δεν βρούμε την παλιά θα βγάλουμε νέα ταυτότητα. Μη σε ανησυχεί αυτό.

Ο Χρήστος εκτύπωσε και αποθήκευσε την καταγγελία στον υπολογιστή του σβήνοντας την παλιά. Έπαιζε το χαρτί στα δάχτυλα όταν γύρισε και κοίταξε κατάματα την Γαριφαλιά.

– Αναρωτιέμαι για κάτι εδώ και αρκετό καιρό και δεν σου μιλάω τώρα σαν αστυνομικός, αλλά επειδή ενδιαφέρομαι για σένα.

– Πες μου.

– Γιατί με αποφεύγεις όλο αυτόν τον καιρό; Είχαμε πει να τα ξαναπούμε αλλά κάθε φορά που βρισκόμασταν κοντά, άλλαζες ματιά.

– Σκέφτηκα ότι δεν θα ήθελες να με κάνεις πια παρέα. Ειδικά αν συζήτησες για μένα με τους συναδέλφους σου.

– Για ποιο λόγο; Τι είναι αυτά που λες; Γιατί να μην θέλω;

Η Γαριφαλιά μαλάκωσε τη φωνή κι έβαλε δύναμη για να βγάλει από μέσα της ό,τι μπορούσε να του εκφράσει εκείνη την ώρα, ό,τι πιο αυθεντικό από εκείνη.

– Έχω αλλάξει ζωή. Προσπαθώ να αλλάξω δηλαδή. Αλλά η παλιά με κυνηγάει. Είναι τόσο άγρια που δεν αφήνει πολλά περιθώρια να της ξεφύγω. Έχω όμως αποφασίσει να νικήσω. Θέλω να ερωτευθώ όπως όλοι οι άνθρωποι. Όλοι με κοιτούν όμως σα να έχω σταμπαρισμένο πάνω μου σαν τατουάζ μόνιμο, το προφίλ της «κοινής» γυναίκας που θα τους δοθεί «έναντι». Κάθε άνθρωπος όμως δικαιούται μια θέση στον ήλιο. Όπως και μια ευκαιρία να αλλάξει ρότα και συμπεριφορά. Ήρθα στον όμορφο αυτό τόπο για να αναγεννηθώ. Να απαλλαγώ από το επιπόλαιο παρελθόν και να στήσω ένα σταθερό μέλλον. Θα ‘θελα το αύριο να ‘χει μια στάξη από τις μυρωδιές και την αρμύρα της θάλασσας, μια ιδέα από την νησιώτικη περηφάνια και να ‘ναι πλημμυρισμένο από την αγνότητα της φύσης… Και της ψυχής που κουβαλάει ο καθένας μέσα του, όσα κι αν του έχουν συμβεί.

Ο Χρήστος τσαλάκωσε το χαρτί που κρατούσε στα χέρια του, έκανε “delete” και στο τελευταίο αρχείο λίγο πριν κλείσει το κομπιούτερ. Άγγιξε τα μάγουλά της και προσπάθησε να σκουπίσει την υγρασία από τα μάτια της. Πόσο του έμοιαζε! Ένα νέο ξεκίνημα ήταν η μετάθεση στη Νίσυρο και για εκείνον. Οι δυο τους μοιάζανε σαν ένα ζωηρό φωτάκι που διπλοφέγγει στο σκληρό φόντο της νύχτας. Σαν εκείνο τον κομήτη που αφήνει στο πέρασμά του σκόνη αγάπης και γαλήνης. Που κάπως, εκείνο το καλοκαίρι πέρασε και από τη Νίσυρο.

Το επόμενο πρωί η Γαριφαλιά έβγαλε άλλη ταυτότητα και η νησιώτικη καθημερινότητά της απέκτησε άρωμα και τη γεύση της συντροφικότητας που έλειπε από τη ζωή της. Έκανε το νέο ξεκίνημα που γύρευε, την καινούργια αρχή με το στήριγμα του αγαπημένου της Χρήστου. Εκείνος βρήκε στο πρόσωπό της απλά την γυναίκα της ζωής του. Γιατί τελικά οι ομορφιές της ζωής είναι απλές και καθημερινές.  Και τριγυρίζουν εκεί που δεν το φαντάζεται κανείς. Τόσο κοντά.

Η καταγγελία δεν αναφέρθηκε ποτέ επίσημα στην Αστυνομία.

cebdceb9cf83cf85cf81cebfcf82

ΥΓ. Το «Πέρασμα στη Νίσυρο» διακρίθηκε το 2009 στον 1ο διαγωνισμό διηγήματος του πολιτιστικού περιοδικού «Ως3»