«Επιστροφή στο χωριό»…Αυτό έγραφε το μήνυμα στο κινητό. Με άγνωστο τον αποστολέα.

Σε ποιό χωριό; Ποιός να το έστειλε; Χρόνια τώρα έχω χάσει κάθε επαφή με την έννοια του χωριού, με τις εικόνες και  με τις μυρωδιές του.

Όχι, δεν  μπορεί να είναι από το χωριό του εξοχικού. Εκείνος είναι ένας παραθαλάσσιος τουριστότοπος που η έννοια χωριό έχει χαθεί. Τώρα μοιάζει με σούπερ μάρκετ ανθρώπων και συνηθειών.

Για μένα χωριό σημαίνει ίδιοι κάτοικοι χειμώνα καλοκαίρι άντε λίγοι παραπάνω το καλοκαίρι για να δίνουν χρώμα… Χωριό σημαίνει βουνό, σημαίνει μακριά από πολυκοσμία, σημαίνει αρώματα από θυμάρι, ρίγανη και ήχο από τα μελίσσια στους κάμπους, σημαίνει ζώα, αγριολούλουδα, σημαίνει καλημέρα στο γείτονα.. Χωριό σημαίνει εκείνο το παλιό σχεδόν εγκαταλειμμένο πυργοσπιτάκι μου στη Μάνη, που έχω να το ζήσω από νεαρός.

Εκεί είναι χωριό… Εκεί η επιστροφή… Η επιστροφή. Θυμάμαι…

Ήταν κάποια από τις μέρες που σκεφτόμουν να μπαρκάρω πρώτη φορά. Γύρισα αργά στο σπίτι. Παρέμεινα ως το βράδυ στον Πειραιά με το βλέμμα καρφωμένο στον ορίζοντα της θάλασσας και στα αχνόφωτα από τα πλοία που μπαινόβγαιναν. Όταν γύρισα  στο σπίτι, βρήκα τη θεία μου αλαφιασμένη. «Η μητέρα σου».  Δεν μίλησα. Κατάλαβα. Έσκυψα το κεφάλι, αλλά δάκρυ δεν βγήκε για το χτύπημα. Έφτιαξα πρόχειρα μια βαλίτσα. Στο βάθος του μυαλού μου στριφογυρνούσε η σκέψη να γύριζα πάλι εκεί. Μόνιμα. Να παρατούσα όνειρα, σχέδια, προοπτικές και να ξεκινούσα από την αρχή. Να στήριζα και τον πατέρα στο σπίτι. Και να αφεντεύαμε μαζί το μικρό χτήμα. Ίσως τώρα πια να με είχε ανάγκη. Να μου έδινε επιτέλους κάποια σημασία.

Πήρα μαζί μου τις διευθύνσεις από το καράβι. Σαν τώρα θυμάμαι πως τα τηλέφωνα της εταιρείας τα έβαλα προσεκτικά στο πορτοφόλι μαζί με όλα μου τα χρήματα. Πήραμε το τρένο της επιστροφής στις 12 τα μεσάνυχτα.

Έμεινε να κοιτάζω τον αντικατοπτρισμό του προσώπου μου στο παράθυρο του τρένου σαν υπνωτισμένος. Γύρισα πάλι ασυναίσθητα το μυαλό στο κόσμο των χρόνων που έζησα εκεί στο χωριό. Τον κόσμο που καθοδηγούσε κάθε ενέργεια και κάθε σκέψη, μια ζωή προγραμματισμένη. Όχι, δεν ήθελα να γυρίσω. Κι ας μεγάλωσα τώρα πια. Κι ας γνώρισα τι θα πει ζωή εκεί έξω.

Πόνεσα για το χαμό της μητέρας. Δεν ξέχασα όμως την εγκατάλειψή της από τον καιρό που έφυγα. Και πιο πριν ακόμα. Όταν με παρότρυνε να φύγω, να πάω στην Αθήνα να σπουδάσω και να βρω δουλειά, αμούστακο παιδί, αντί να με αγκαλιάσει και να με κρατήσει εκεί. Μέχρι τα πρώτα Χριστούγεννα μιλούσαμε, ήρθαν όμως μετά τα δεύτερα κι ένα τηλέφωνο δεν είχε πάρει. Και στη γιορτή μου ακόμα, με ξέχασε. Ούτε εγώ την πήρα μετά. Δεν ρώτησα και τη θεία. Ούτε εκείνη μου είπε. Δεν έμαθα ποτέ.

Από τον πατέρα δεν περίμενα τίποτα. Βουτηγμένος στο κρασί ήταν πάντα. Δούλευε το χωράφι του από παιδί, δεν ήξερε άλλο να κάνει, αμόρφωτος ήταν από γράμματα και άγαρμπος στους τρόπους. Κλεισμένος στο καβούκι του. Στο πάθος και την ανάγκη. Δεν τον ενδιέφερε ούτε η γυναίκα του ούτε καν οι γυναίκες σαν φύλο. Να βγει έξω και να κάνει αλλού το κέφι του. Στο πιοτό κολλημένος μια ζωή. Είτε έμενα εκεί είτε όχι, για εκείνον ήταν το ίδιο. Θα με παραδεχόταν μόνο αν του έφερνα καναδυό μπουκάλια απέξω.

Θυμήθηκα όμως την εκκλησιά στο χωριό. Την Ανάσταση του Σωτήρος δίπλα στις μεγάλες φραγκοσυκιές. Που γιόρταζε κάθε Λαμπρή διπλά. Και τότε τα κοριτσούδια στολίζανε και τον επιτάφιο και τις εικόνες με περισσή χαρά. Τώρα η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα για τη μητέρα.

Φτάσαμε πρωί. Μαζεμένοι συγγενείς και κόσμος πολύς στο σπίτι, πάνω κάτω οι ίδιοι που πάντα θα παρατηρούσαν εξονυχιστικά κάθε νέο άνθρωπο που σκεφτόταν ή αποφάσιζε κάτι μόνος του, αν έβγαινε μονάχο ένα κορίτσι ένα απόγευμα κι ας ήταν για να αγγίξει το νερό στο ποτάμι και να μυρίσει το θυμάρι. Να ‘ταν ζήλια για τα νιάτα και την ομορφιά; Τι να ‘ταν άλλο; Τι πείραζε, τι ενοχλούσε αυτή τη μικρή κοινωνία; Τώρα οι ίδιοι κοίταζαν θλιμμένα, αλλά και πάλι βρήκαν επιτιμητικά και ψιθύριζαν μεταξύ τους χαμηλόφωνα.

Εκεί και οι καλές κυρίες του χωριού, ανάμεσα τους φυσικά και η γυναίκα του προέδρου που ένας Θεός ξέρει μόνο τις πομπές της. Οι κύριοι με τις μουστάκες και το ύφος του άρχοντα. Ήμουν άλλος άνθρωπος, το ήξερα. Κατασταλαγμένος όμως και σοβαρός για την ηλικία μου. Όσο και ασυμβίβαστος.

Έκλαψα γοερά, αλλά μετά. Όταν έμαθα ότι έφυγε από την αρρώστια που είχε εδώ και χρόνια. Έκλαψα όταν κατάλαβα ότι η μανιάτισσα μάνα ήθελε να με πάρει μακριά και από την στενόμυαλη κοινωνία του μικρού χωριού, αλλά κυρίως από τον μέθυσο πατέρα, γιατί υπολόγισε ότι δεν θα ήταν για πολύ καιρό η ζωή της ακόμα. Έκλαψα γιατί δεν ήξερα τίποτα. Υπήρχε βλέπεις ρητή εντολή να μη μου πουν τίποτα. Να ξεχάσω και το σπίτι αν ήταν δυνατόν.

Έπεσα πάνω σε μια πλάκα μ’ ένα σταυρό στη μέση από εκείνες που βάζουν στα μνήματα μαρμάρινη και την αγκάλιασα. Προσπάθησα να ζεστάνω το σώμα της. Μια αγκαλιά τόσο κρύα αλλά από τις πιο ζεστές που είχα νιώσει από τη μητέρα. Τα πάντα σκοτείνιασαν ξαφνικά. Είναι δυνατό να αγαπήσεις κάποιον τόσο μετά τον θάνατό του; Να καταλάβεις πόσα σου προσέφερε αλλά εσύ δε τα έβλεπες;

Δεν κάτσαμε λεπτό μετά την κηδεία. Ο πατέρας μισολιπόθυμος από το αλκοόλ, δεν πρόσεξε πως ήρθα. Πήραμε ξανά το τρένο του γυρισμού. Έπρεπε να φύγω. Να φύγω γενικά. Να βρω ένα μέρος να ησυχάσει η ψυχή μου, να ξαναγεννηθώ, να ταξιδέψω, να κάνω τον κύκλο μου.

Τότε, στο άνθος της ηλικίας μου, χωριό σήμαινε αγάπη, σήμαινε ελευθερία, ανεξαρτησία, δημιουργία, όλα αυτά που εύκολα ή δύσκολα έβρισκα αλλού. Εγώ χαμένος ανάμεσα στον κόσμο και την βουή, ανάμεσα σε θάλασσες και στεριές θα ζούσα τα όνειρά μου, θα με ξημέρωναν οι ήχοι των καραβιών και των κυμάτων. Για μένα χωριό, ταξίδι και προορισμός ήταν μια αγκαλιά και τελικά μια ζωή κοντά στη θάλασσα.

Το κινητό μου ξαναχτύπησε στον ήχο του sms: «Επιστροφή στο χωριό» έλεγε πάλι. Με υπογραφή αυτή τη φορά.. «Ευκαιρία επένδυσης Αγροτουρισμού στο χωριό σας. Πληροφορίες, τηλ….» Έκλεισα το sms και σχημάτισα τον αριθμό…

Advertisements