Το μπιτόνι

Σα γκαστρωμένες κρέμονταν στις κλάρες οι ελιές
κι όπου το μάτι έφτανε στο νοτισμένο χώμα
Νοέμβρης ήταν κι έφυγε πλακώσανε οι δουλειές
και το λιοτρίβι κάπνιζε και Σάββατα ακόμα

Ξημέρωμα ξυπνούσανε με χρώμα οι πλαγιές
τα συνεργεία γέμιζαν με ξένους μετανάστες
τα μεσημέρια έφερναν νερό οι κοπελιές
και γέρνανε το βλέμμα τους στων αγοριών τις πλάτες

Τα λιόπανα απλώνανε στου δέντρου τη σκιά
ο κλαδευτής κατέβαζε κι άλλος κορφολογούσε
είναι σκληρή του γάιδαρου η μαύρη σιδεριά
χτύπα τη και λαδώσαμε συχνά μονολογούσε

Τις πρώτες μέρες φόρτωναν δυο δυο τα φορτηγά
και η λαδιά φαινότανε να πάει πέντα ένα
τα τρίχινα απίθωναν στη ρίζα τα σακιά
και φεύγαν με χαμόγελα το δείλι κουρασμένα.

Ήρθαν μετά τα σύννεφα τα μαύρα κι ο χιονιάς
και οι καρποί οι πράσινοι παγώναν στα κλαδιά τους
είναι καιρός να θυμηθούν τι πάει  να πει βοριάς
θαρρείς πως κάβο έδεσε εκεί στη γειτονιά τους

Με τους ανέμους θέρισαν όσα άφησε η βροχή
ένα στα δέκα έδωσε το μάζεμα στο χιόνι
φέτος είναι τους έλεγαν απόδοση καλή
κράτα τρεις μήνες κι ύστερα πούλα το το μπιτόνι.

Βασίλης Πουλημενάκος

Advertisements