«Τα πιο ωραία μου τραγούδια ακόμα δεν τα έχω πει. Είναι βαθιά, πολύ βαθιά κρυμμένα…»

Από τα πιο όμορφα πράγματα που μπορεί κάποιος να κάνει στον μικρόκοσμο που ζει, είναι να μπορεί να εκφράζει το συναίσθημά του. Όπως μπορεί και όπως του προκύπτει. Δεν είναι τόσο το ταλέντο που κάνει τον καλλιτέχνη όσο η ψυχή που μπορεί να διαθέσει. Μπορεί κάποιος να ανοιχθεί; Θέλει να ξεφύγει από την περιχαράκωσή του; Να πάει ένα βήμα πιο πέρα; Τότε θα βρει τόπους και τρόπους να το κάνει. Να πει τα «τραγούδια» του, τα πιο ωραία της ψυχής του.

Το έχουμε δει σε ζωγράφους. Για παράδειγμα ο Σαγκάλ και ο Μούνκ δεν έκαναν τίποτα περισσότερο από το να αποτυπώνουν τα συναισθήματά τους και τα προσωπικά τους βιώματα. Στην πραγματικότητα η ζωή τους δεν ήταν τόσο αξιοθαύμαστη και διαφορετική. Όμως μεταφέροντάς την σε εικόνες και χρώματα, έκαναν το ξεχωριστό, έκαναν τη ζωή τους τέχνη και το συναίσθημά τους κτήμα όλου του κόσμου.

Η ζωή κυλούσε κάθε μέρα όπως πάντα και για τον Παναγιώτη Κελάνδρια καθηγητή του Μεταφραστικού στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο στην Κέρκυρα. Τα μαθήματα στα αμφιθέατρα συνεχίζονταν, οι φοιτητές του καθοδηγούνταν από τα βιβλία, τις  παραδόσεις και τις σημειώσεις του και κάποια στιγμή η πορεία της ζωής μπορεί να τον φέρει και στα ψηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας του Πανεπιστημίου.

Όμως σκέφτηκε ότι η αγάπη του για την μουσική, για την κιθάρα του, για την ίδια τη ζωή και τον άνθρωπο, ήταν από μόνη της υψηλό κίνητρο και θα μπορούσε να την εξωτερικεύσει και να την μοιραστεί, από τον νεαρότερο φοιτητή του μέχρι τον πιο σπουδαίο και κατασταλαγμένο άνθρωπο. Να βρει κάποιους με παρόμοιες αναζητήσεις και το πάθος και η αγωνία να μεταφραστεί σε τέχνη, σε έκφραση. Να κάνει γκρουπ, ένα συγκρότημα που θα έπαιζε τη μουσική του, θα τραγουδούσε τον πόνο των απόκληρων, υμνώντας την άγνωστη γνωστή πεντάμορφη που χάθηκε, την αγάπη.

«Αχ! να μπορούσα τη ζωή μου, σαν παραμύθι να την ζω…«

Το 2009 ήταν ήδη έτοιμο το όχημα και οι συνταξιδιώτες του. Ονειρευτές του Ονείρου έγιναν οι «Μικρόκοσμοι» που θα έβγαζαν προς τα έξω τα μικρά τους ανθρώπινα πάθη, το θυμό, τον ρομαντισμό, την απογοήτευση, την αγάπη και την ευαισθησία που ο καθένας κρύβει κάτω από το ατσαλάκωτο κουστούμι του. Ο Παναγιώτης Κελάνδριας ξεσκόνισε την κιθάρα του, έγραψε τα κομμάτια και άρχισε το τραγούδι, ο Νίκος Παπαδημητρίου τα ενορχήστρωσε μοναδικά και αφοσιώθηκε στα πλήκτρα, η Μαρία Γιαννικοπούλου βάλθηκε να μαγέψει με το μαντολίνο και την αισθαντική φωνή της, ενώ ο Ναπολέων Σαββανής με ένα σαξόφωνο και ένα φλάουτο και ο Γιάννης Κουτάγιαρ με το βαρύ κοντραμπάσσο του έδωσαν στοιχεία πρωτοποριακής ελληνικής τζαζ, απαραίτητα στο ύφος των κομματιών.

Έκαναν συναυλίες στην Κέρκυρα κάτω από το  παλιό φρούριο, αλλά και στην Αθήνα, πλουτίζοντας μέρα με τη  μέρα το ρεπερτόριό τους με περισσότερες μελοποιημένες ιστορίες, τραγούδια γεμάτα ρομαντισμό για τη ζωή αλλά και οργή για όσους μας την καταστρέφουν. Ακροατές τους έγιναν πρώτα οι φίλοι και οι φοιτητές τους, μετά ολόκληρη η κοινωνία της πόλης τους και οι επισκέπτες της.  Την μουσική τους αυτή έκφραση έβγαλαν προς τα έξω με το cd που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2011.

«Κάθε μέρα όπως πάντα» τιτλοφορείται όπως και ένα από τα κομμάτια του δίσκου. Τραγούδια με στοιχεία παραμυθιού όσο και ρεαλισμού, σε ήχο αναγεννησιακό, τζαζ και  έντεχνης ελληνικής μουσικής που σμίγουν παλιότερες μουσικές δεκαετίες λιγότερο βιομηχανοποιημένες. «Μια φωνή ψιθυρίζει στη νύχτα», «Η πεντάμορφη που χάθηκε και έγινε τραγούδι», «Δεν με κοιτάς», «Θα ‘σαι για πάντα», «Ιστορία με ηθικό δίδαγμα», «Η ζωή που διάλεξα» είναι κάποιοι από τους 13 τίτλους που άλλοτε φανερά κι άλλοτε με σαρκασμό, εναλλάσσουν την οργή για το στήσιμο της κοινωνίας με την πιο αγνή και άδολη ανθρώπινη έκφραση, την αγάπη. Στο ντουέτο με τη Μαρία Γιαννικοπούλου το «Αχ, θάλασσα!» προσφέρει τη βαθιά του φωνή ο Γιώργος Λεούσης, ενώ στο «Θά ΄σαι για πάντα» τους  εμπνευσμένους στίχους έγραψε ο Βάιος Βαϊόπουλος.

ΥΓ. Στο πρώτο βίντεο  με «Τα πιο ωραία μου τραγούδια» περιγράφεται η προδιάθεση του δημιουργού γι αυτό το μουσικό επιχείρημα και στο δεύτερο απεικονίζεται το υπέροχο τραγούδι «Σε μια ζωή διπλά αγαπημένη» που προσωπικά ξεχώρισα για το αναγεννησιακό του ύφος και το συναίσθημα που τόσο αυθόρμητα εκλύεται.

Advertisements