Στο  ethnos.gr  συνάντησα μια ενδιαφέρουσα στήλη όπου μια πλειάδα Ελλήνων συγγραφέων καταθέτουν «Μια ιστορία με καλό τέλος». Όπως λέει πολύ σωστά και η επιμελήτρια της στήλης συγγραφέας Ελένη Γκίκα: «Επειδή η ζωή έχει το χρώμα, το αίσθημα, την έκβαση -γιατί όχι;- που εμείς της δίνουμε. Διότι είναι ανοιχτή στο ενδεχόμενο και το αναπάντεχο.»

Η ιστορία που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στη στήλη και είναι της συγγραφέα και καλής μου φίλης Πέρσας Κουμούτση.

Είναι ένα εσωτερικό διήγημα πιο πολύ ψυχογραφικό. Το τέλος του είναι όμορφο γιατί παρατηρεί μέσα από τον κύκλο της ζωής τη συνέχεια κι όχι μόνο, την προβάλλει, καταλήγει με αυτήν γιατι μέσα από το αύριο αναζωογονείται και το παρόν.  Πολλά τετριμένα, άγχη και σκέψεις επί σκέψεων δεν θα υπήρχαν αν υπήρχε το χαμόγελο και το όνειρο στη ζωή μας, όπως το αστέρι εκεί ψηλά που δεν μπορούμε να φτάσουμε αλλά ξέρουμε ότι είναι εκεί για μας και παίρνουμε δυνάμεις.

Και σημαντικό φιλολογικά το κείμενό σου Πέρσα και ευαίσθητο… Συγχαρητήρια και με το καλό το νέο σου βιβλίο!

Έλσα, σε …φοβάμαι

Το αστέρι τρεμόπαιζε με έναν τέτοιο τρόπο, σαν να τον παρακινούσε να το προσέξει περισσότερο, να του αφοσιωθεί. Είχε την αίσθηση ότι τον πλησίαζε και πως, σε λίγες στιγμές, αν άπλωνε το χέρι του θα μπορούσε να το αγγίξει. Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει έτσι όπως -για έναν ανεξήγητο λόγο- άρχισε να ανταγωνίζεται το τρεμόπαιγμά του. Σκέφτηκε να σηκωθεί και να κλείσει το παράθυρο, αλλά δεν το έκανε, μόνο συνέχιζε να το κοιτά με δυο ορθάνοιχτα μάτια. Η παλμική αυτή κίνηση, σαν μια εκτυφλωτική φωτεινή επιγραφή που αναβόσβηνε γρήγορα μεταφράστηκε σε κάτι σαν βόμβο – ή μήπως ήταν οι κτύποι της καρδιάς του; Πόσο παράδοξο είναι στ’ αλήθεια όταν μια αίσθηση μετατρέπεται σε εικόνα κι αυτή με τη σειρά της σε ηχητική παράσταση! Ρυθμικός παλμός, γρήγορος, σχεδόν εξουθενωτικός έκανε την καρδιά του να θέλει να αποδεσμευτεί από το σώμα και να ταξιδέψει μακριά.

Οι χτύποι δυνάμωσαν αφυπνίζοντας μια πολύ παλιά ανάμνηση, κι όμως τόσο ζωντανή, σαν να την είχε ζήσει μόλις πριν από λίγο καιρό. Η εικόνα ξεκαθάρισε και τότε είδε τη ψηλόλιγνη φιγούρα της… Είδε τη μάνα του να περπατά δίπλα του, να τον οδηγεί στο σχολείο, στην πρώτη τάξη του δημοτικού, κρατώντας τον σφιχτά από το χέρι.

Ηταν η μοναδική ευτυχισμένη εικόνα που θυμόταν από εκείνη. Τότε η μάνα του περνούσε μια σύντομη αναλαμπή ψυχικής υγείας, γεννώντας την ελπίδα στην καρδιά του και στην καρδιά του πατέρα του· έπειτα, επανήλθε στον παράδοξο κόσμο της.

Τόσες δεκαετίες είχαν περάσει από τότε, και όμως θυμόταν την κάθε αίσθηση, την κάθε λέξη της, τις ευχές και το όμορφο χαμόγελό της. Ο πόνος και η νοσταλγία, μπλεγμένα μαζί σε έναν κόμπο, στάθηκαν όπως πάντα στον λαιμό του φράζοντας ένα λυγμό. Θεέ, πώς είναι δυνατόν να τον διαφεντεύει τόσο το παρελθόν;

Ενα κέντρισμα στο στήθος τον επανέφερε στο σήμερα κι ο νους του έτρεξε στον γιο του. Προσπάθησε να θυμηθεί την πρώτη μέρα που συνόδευσε τον Παύλο στο σχολείο πριν από είκοσι πέντε περίπου χρόνια. Προσπάθησε πολύ, αλλά το αποτέλεσμα ήταν πάντα το ίδιο. Απόλυτο κενό μνήμης! Κι όμως είναι βέβαιος πως τον είχε συνοδεύσει, όπως έκανε η μητέρα του πριν από εξήντα περίπου χρόνια. Η διαπίστωση αυτή τον έκανε να θέλει να κλάψει. Αλλά δεν μπόρεσε.

Η παλμική κίνηση του αστεριού έγινε εντονότερη, ώσπου δεν την άντεχε πια. Σηκώθηκε και έκλεισε το παράθυρο. Αν δεν το έκλεινε, εκείνη η ενοχλητική λάμψη δεν θα τον άφηνε να κοιμηθεί· δεν θα τον άφηνε στην ησυχία της μοναξιάς που επέλεξε για τον εαυτό του τα τελευταία χρόνια της ζωής του.

Οχι! Δεν ήθελε να πληγωθεί άλλο από τους ανθρώπους. Αρκετά είχε υποστεί· τον είχαν αλλάξει, τον πλήγωσαν βαθιά στον πυρήνα της ύπαρξής του. Ομως, γιατί όλες αυτές οι σκέψεις τον καταδίωκαν αδιάλειπτα; Εμοιαζαν να τον προγκίζουν να κάνει επιτέλους εκείνο το βήμα για να απαλλαγεί από το βάρος που πλάκωνε το στήθος του. Σαν να υπήρχε ένα χρέος που δεν είχε ακόμα εκπληρώσει, και είχε έλθει πια το πλήρωμα του χρόνου για να το τακτοποιήσει.

Σηκώθηκε πάλι, μόνο που αυτή τη φορά πήγε στο γραφείο του και άνοιξε τον υπολογιστή. Του φάνηκε αιώνας ώσπου να λάμψει εκτυφλωτικά η οθόνη μπροστά στα μάτια του. Μάρκαρε τα αποθηκευμένα μηνύματα και άνοιξε το δικό της. Δεν το είχε σβήσει ακόμα, αν και της είχε ανακοινώσει την απόφασή του. Το διάβασε πάλι -δεν θυμόταν πόσες φορές το είχε διαβάσει- παρότι η απόφαση που είχε πάρει ήταν αμετάκλητη. Ναι! Η υπόθεση είχε τελειώσει οριστικά, τελεία και παύλα! Αυτά τα πράγματα πρέπει να κόβονται με το μαχαίρι πριν είναι πολύ αργά, της είχε πει· και εκείνη, παρά το ατέλειωτο κλάμα και τις ικεσίες της, δεν κατάφερε να λιώσει τον σκληρό πυρήνα της καρδιάς του.

Στ’ αλήθεια, πόσο είχε παγώσει με τον καιρό! Είχε πάψει πια να πιστεύει σε οτιδήποτε, προπάντων στην αγάπη. Αλλωστε, ποιος ήταν αυτός που στα εξήντα του χρόνια θα έβρισκε την απόλυτη αφοσίωση, και μάλιστα στο πρόσωπο μιας νέας και όμορφης γυναίκας;

Λαχταρούσε ακόμα το κορμί της, είναι αλήθεια· την απαλή της σάρκα, το παιδιάστικο γέλιο της, το στόμα της, ειδικά αυτό, τα μάτια της έτσι όπως έλαμπαν στο μισοσκόταδο του δωματίου ενώ έκαναν έρωτα, αλλά και μετά, όταν κούρνιαζε ασάλευτη στην αγκαλιά του. Δεν είχε ξαναφιλήσει έτσι καμιά γυναίκα· καμιά δεν του είχε δοθεί ολοκληρωτικά, όπως εκείνη.

Κούνησε το κεφάλι και έκλεισε τα μάτια του για να αποδιώξει την εικόνα που άρχιζε να ζωντανεύει, να αποκτά σάρκα και οστά. Οχι! δεν θα παραδινόταν στα τερτίπια της σάρκας. Εκείνος, που δέχτηκε αγόγγυστα τα αλλεπάλληλα χτυπήματα των ανθρώπων, προτιμούσε τη μοναξιά, το απόλυτο κενό, από μια ενδεχόμενη προδοσία…

Τι του είχε κάνει; Δε θυμόταν, εντούτοις ένιωθε πως ήθελε να την τιμωρήσει, να την εκδικηθεί. Τι ήθελε να ταράξει τα ήρεμα νερά του τα οποία χρόνια τώρα λίμναζαν στη στέρνα της αδράνειας και της συναισθηματικής αδιαφορίας που είχε επιλέξει για τον εαυτό του; Οχι, όχι! Επρεπε να είναι δυνατός, αυτή τη φορά, όφειλε να θωρακίσει τον εαυτό του, ενώ είναι καιρός ακόμα, πριν ακολουθήσει η προδοσία.

Πάντα προσπαθούσε να μη χαραμίζει την ανθρώπινη πλευρά του, αλλά οι άνθρωποι πάντα τον πρόδιδαν, οι κοντινοί του άνθρωποι περισσότερο από τους άλλους. Πρώτα η μάνα του, εξαιτίας του αρρωστημένου ψυχισμού της· έπειτα ο πατέρας του, όταν δεν άντεξε και έφυγε απροειδοποίητα από τη ζωή τους· και τέλος η γυναίκα του, που του αφαίρεσε κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας στερώντας του το ίδιο του το παιδί όταν αυτό βρισκόταν ακόμα σε τρυφερή ηλικία, έτσι άδικα, απάνθρωπα, αδικαιολόγητα.

Η παγωνιά τον σκέπασε από τότε. Είχε γίνει δύσπιστος, στρυφνός, απόμακρος, μια ομιχλώδης ύπαρξη που προσπαθούσε συνεχώς να εχθρεύεται την αγάπη.

Ποια ήταν, λοιπόν, η Ελσα που εμφανίστηκε από το πουθενά και θρονιάστηκε έτσι στη ζωή του;. Δεν τη λυπήθηκε, ούτε όταν γονάτισε μπροστά του και τον ικέτευσε να μη την εγκαταλείψει. Τι του είχε κάνει; «Σε τι έφταιξα;» τον ρωτούσε ξανά και ξανά. Αλλά εκείνος πίστευε πως ήταν ξεκάθαρος μαζί της, ξεκάθαρος και δίκαιος, όταν της εξήγησε πως ήταν πολύ συχνά ένα φοβισμένο και απελπισμένο παιδί στο σώμα γυναίκας, κάτι που ήταν γι’ αυτόν δύσκολο, κάτι που τον κούρασε.

Αυτά της είχε προσάψει.

«Είναι αλήθεια ότι λόγω των πολλών αδιεξόδων που λειτούργησαν φθοροποιά στη σχέση μας φτάσαμε εδώ που φτάσαμε…» κατέληξε ακαθόριστα.

Δεν της μίλησε για την ευτυχία που ένιωσε μαζί της όλον αυτό τον καιρό, για το κορμί του που έλιωνε πάνω στο δικό της, για τα μάτια που απόκτησαν ζωντάνια αφότου τα δικά της άραξαν σ’ αυτά για πρώτη φορά, για την αγάπη της που άγγιζε τα όρια της λατρείας. Αλλά όχι! Δε θα μπορούσε να το διακινδυνεύσει. Και καλώς έβαλε τέλος, πριν επέλθει το αναπότρεπτο.

Διαβάζοντας ξανά το παρακλητικό της μήνυμα, θυμήθηκε πάλι την πληγωμένη έκφρασή της, και ο κόμπος δέθηκε στο λαιμό του πιο σφιχτά. Αλλά και εκείνος δεν είχε πονέσει βαθιά τόσες φορές; Τόσες φορές! Στη σκέψη αυτή, έσμιξε τα φρύδια του, ύψωσε αργά το χέρι του και έπειτα, με την αποφασιστικότητα ενός δήμιου, το άφησε να πέσει πάνω στο πλήκτρο της αμετάκλητης απόρριψης. Ενα απλό τακ με το δείκτη, και το μήνυμα χάθηκε οριστικά.

«Αυτό ήταν! Τελεία και παύλα!» ψέλλισε ανακουφισμένος και γύρισε στο κρεβάτι του. Τώρα θα μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχος, απαλλαγμένος πια από το βάρος που τον πλάκωνε, ενώ σκεφτόταν ότι το μήνυμά της βαριανάσαινε εδώ και μέρες στη μνήμη του υπολογιστή και τη δική του. Καλύτερα αποστασιοποιημένος, μακριά από συναισθηματικές δεσμεύσεις, παρά πληγωμένος.

Αν δεν εμφανιζόταν η Ελσα στο δρόμο του, τώρα δε θα είχε να αντιμετωπίσει τέτοιου είδους διλήμματα. Εκείνη φταίει, λοιπόν! Τι ήθελε να του ανατρέψει τη ζωή; Οχι! καλύτερα μόνος! Μόνος του ένιωθε ασφαλής. Τράβηξε την κουβέρτα και έκλεισε τα μάτια χωρίς ίχνος ενοχών. Επειτα, χωρίς να το καταλάβει έπιασε τον εαυτό του να ξεσπά σε ένα γοερό κλάμα, ατέλειωτο, λυτρωτικό, από εκείνα που ακολουθούν μία εκ βαθέων εξομολόγηση.

Δεν κατάλαβε πότε τον πήρε ο ύπνος, όταν στη σιγαλιά της νύχτας που τον τύλιγε σαν βαριά κουβέρτα άκουσε το κουδούνι του τηλεφώνου να χτυπά. Σηκώθηκε και με αργές κινήσεις βγήκε στο σαλόνι, σήκωσε το ακουστικό. Η φωνή του Παύλου αντήχησε ενθουσιώδης, σχεδόν λαχανιασμένη από την άλλη πλευρά.

«Πατέρα, να με συγχωρείς, αλλά δεν μπορούσα να περιμένω ως το πρωί…» ακολούθησε μια σύντομη παύση δισταγμού και έπειτα συνέχισε: «Γεννήσαμε, πατέρα! Η Αννα γέννησε κοριτσάκι. Βεβαίως, δε θα σε παρεξηγήσω αν δεν έλθεις να τη δεις, αλλά ένιωσα την ανάγκη να…».

Δεν τον άκουγε πια, καθώς σαν από το πουθενά η εικόνα του Παύλου καταμεσής της σχολικής αυλής ανέτειλε μπροστά στα μάτια του – μικρός και τρομαγμένος, κρατώντας σφιχτά το στιβαρό χέρι του πατέρα του. Ενα παράξενο, διαχειμασμένο εδώ και χρόνια συναίσθημα τον πλημμύρισε ξαφνικά, και αμέσως άκουσε τον εαυτό του να λέει στον γιο του με εκείνη τη βραχνάδα που παλιότερα, πολύ παλιά, έβαφε τη φωνή του κάθε φορά που θαύμαζε κάποιο από τα κατορθώματα του γιου του.

«Ερχομαι, Παύλο! Ερχομαι αμέσως!»

Ολα τα πρωινά του κόσμου *
Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας και όλα τα πρωινά του κόσμου, για το αγόρι που μεγάλωσε στο διήγημα της Πέρσας Κουμούτση κι αφήνει πίσω του από τρόμο και έρωτα τη ζωή. Αλλά ποτέ πάλι δεν ξέρει κανείς…

*Σχόλιο της Ελένης Γκίκα πάνω στο κείμενο, ο πίνακας που συνοδεύει τη δημοσίευση είναι του Χατζηκυριάκου-Γκίκα.

ΠΕΡΣΑ ΚΟΥΜΟΥΤΣΗ
Θεωρείται η κατεξοχήν μεταφράστρια του νομπελίστα Ναγκίμπ Μαχφούζ στα καθ’ ημάς. Εξάλλου η Πέρσα Κουμούτση γεννήθηκε και σπούδασε Αγγλική και Αραβική Λογοτεχνία στο Κάιρο. Εγραψε επίσης ατμοσφαιρικά μυθιστορήματα που διασώζουν μοναδικά μια αλεξανδρινή ανεπανάληπτη εποχή: «Αλεξάνδρεια, στο δρόμο των ξένων» (2003), «Τα χρόνια της νεότητός του, ο ηδονικός του βίος» (2004) και «Δυτικά του Νείλου» (2006) και «Καφέ Κλεμέντε» (2009) από τις εκδόσεις «Ψυχογιός». Από τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί το φθινόπωρο και το καινούργιο της μυθιστόρημα «Χάρτινες ζωές». Το 2001 τιμήθηκε για το σύνολο των μεταφράσεών της με το Διεθνές Βραβείο Κ. Π. Καβάφη, το 2006 το αιγυπτιακό κράτος της απένειμε τιμητικό μετάλλιο για τη συνεισφορά της στην προώθηση και προβολή της αιγυπτιακής λογοτεχνίας, ενώ το «Κοράνι» στα ελληνικά έχει, επίσης, τη δική της υπογραφή.
Advertisements