Νυχτερινή 

(Συνταξιδεύει στο e-book Δήγμα Γραφής: Μια ντουζίνα και τρία διηγήματα)

– ΕΝΑ ΦΟΙΤΗΤΙΚΟ ΜΕ ΤΗΝ 604 ΓΙΑ ΑΘΗΝΑ, παρακαλώ.

– Το τρένο κάπως θα αργήσει. Περιμένει ακόμα να δέσει η ανταπόκριση στη Δράμα.

– Ευχαριστώ, δε βιάζομαι.

Στο μπράτσο σκούρο λεπτό σακάκι, γαλάζιο πουκάμισο με γυρισμένα τα μανίκια και δυο κουμπιά ανοιχτό, τζην παντελόνι με χοντρή μαύρη ζώνη. Δροσερό κι ανήλιαγο εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα. Τέλη Μάρτη και αρχές μίας ξεχασμένης δεκαετίας. Ξανάβαλα το πάσο στην κωλότσεπη και περίμενα στην αίθουσα δίπλα στο εκδοτήριο αφήνοντας μια ματιά στον ξεβαμμένο τοίχο που γέμιζε μόνο με τους τεράστιους λεπτοδείχτες. Πριν λίγες μέρες βγήκαν τα αποτελέσματα της εξεταστικής κι έπαιρνα το δρόμο για την Αθήνα με την ίδια νυχτερινή αμαξοστοιχία που κατεβαίνω όλα αυτά τα χρόνια.

Πάντα αγαπούσα το τρένο. Η ελευθερία της κίνησης από τη μια, αλλά και η ανάμιξη με κόσμο τόσο διαφορετικό σε προκαλεί και σε απαγκιστρώνει από την ανία της πολύωρης διαδρομής. Απ’ το παράθυρό του μπορείς να κάνεις παράλληλα ένα δεύτερο ταξίδι. Μέσα στη φύση και στον άνεμο, στη διεύθυνση που λυγάνε τα σπαρτά και οι κορφές από τα κυπαρίσσια. Στο σούρουπο, στα χρώματα, στ’ αποσκιερά, αλλά και στον ουρανό. Στ΄ αστέρια, στα σύννεφα, στις πολλές αναμνήσεις που πλανώνται και στα όνειρα που αποπλανώνται. Τα βράδια οι περισσότεροι επιβάτες κοιμούνται. Γέρνουν με τρόπο στα προσκέφαλα και καμώνονται ότι βλέπουν έξω. Στην πραγματικότητα μαγκώνουν ένα χαρτονάκι στη χούφτα για τον ελεγκτή και αφήνονται στην αγκαλιά του Μορφέα.

Πήρα μια εφημερίδα, έσυρα το σάκο κάθετα στα πόδια και χώθηκα στο φαρδύ παγκάκι του σταθμού περιμένοντας. Καταπιάστηκα με τις σελίδες, αλλά με την άκρη του ματιού παρατηρούσα τους συνταξιδιώτες που αργά αλλά σταθερά σχημάτιζαν ουρά στο γκισέ. Άνθρωποι με ακριβά αλλά και με πρόχειρα ρούχα, σκουρόχρωμοι, ανοιχτοί. Με βαλίτσες ή σακβουαγιάζ,    με   νάιλον   σακούλες   και   τάπερ   με   φαγητό.   Έβγαζαν  εισιτήριο   και οι περισσότεροι έβγαιναν στις αποβάθρες. Σύντομα αντιλήφθηκα ένα βλέμμα. Μια έντονη ματιά κάποια στιγμή σα να φρέναρε πάνω μου. Με πλησίασε.

Τα τακούνια της ακούγονταν σωστό ρολόι, χτύποι καρδιάς. Στον πετρόχτιστο σιδηροδρομικό σταθμό, ηχούσαν κι αντηχούσαν σαν καμπάνες, αφήνοντας μια επωδό να τ’ ακολουθεί. Ένας σταθερός τόνος αλλά σε διπλό χρόνο. Αρκούσε για να γυρίσεις να κοιτάξεις. Είχε περισσότερα μετά να φαντασιωθείς, τα πάντα για ν’ αποζητήσεις.

– Συγνώμη, στην Αθήνα πηγαίνετε;

Σήκωσα το βλέμμα από την εφημερίδα και προσπάθησα να φτιάξω ένα χαμόγελο.

– Ναι, στην Αθήνα.

– Ξέρετε επειδή ταξιδεύω μόνη μου, θα ήθελα να σας παρακαλέσω, αν κι εσείς θέλετε, να ταξιδέψουμε παρέα. Φοβάμαι το ταξίδι μέσα στη νύχτα.

Με ξάφνιασε, ειδικά η τελευταία της φράση. Φαινόταν γυναίκα που μπορούσε να ταξιδέψει μόνη της, αρκετά θαρραλέα κι αποφασισμένη.

– Κανένα πρόβλημα.

Δεν έκανα σκέψεις. Δεν με ενδιέφερε το πώς και το γιατί. Ούτε για το τέλος της φοιτητικής μου ζωής είχα χαρά. Έζησα όμως όμορφα. Τόσο απρογραμμάτιστα, τόσο χαλαρά και τρελά μαζί. Διαβάσματα άτακτα και της τελευταίας στιγμής σε νύχτες αγωνίας για τα τεστ, την παράδοση των εργασιών και τις εξετάσεις. Αλλά και νύχτες παρορμητικές, πλάνες, υγρές κι ατέλειωτες.

–  Σε ποιο βαγόνι είσαι;

Πριν της απαντήσω, είχα υπόψη μου ότι απέκτησα παρέα γι’ αυτό το βράδυ. Μια παρέα που δεν αναζήτησα και δεν κυνήγησα. Μια γυναίκα συνηθισμένη και μόνη, ζητούσε συντροφιά. Και δεν μπορούσα ή μάλλον δεν ήθελα να την αποφύγω.

–  345Α.

Δεν ήξερα όμως αν ήθελα κάποιον ή κάποια να περάσουμε μαζί όλο το βράδυ. Ήταν ένα ολονύχτιο ταξίδι. Από τις 6 το απόγευμα. Μάλλον δεν με απασχολούσε. Ίσως να με εξίταρε το συναίσθημα της προστασίας και να εκτίμησα το ενδιαφέρον της, αλλά μέχρι εκεί. Τελικά ένα απόγευμα ανοιξιάτικης Κυριακής ήταν. Που επέστρεφα. Ένα ακόμα μέτριο και σκυμμένο δειλινό. Που το πορτοκαλί του πνίγει το γαλάζιο και καταπίνει τη μέρα, χωρίς κανείς να μπορεί να του φέρει εμπόδιο. Να χαλάσει το πεπρωμένο. Κι ό,τι γράφει στη μοίρα του καθενός.

– Ω!, πρέπει να αλλάξω το εισιτήριο, είπε προετοιμασμένη αλλά με ύφος πανικού. Πιστεύω να γίνεται να αλλάζει. Μη φύγεις…

Κατάλαβα πως “κάτι συμβαίνει εδώ”, αλλά και πώς να φύγω; Και γιατί να κρυφτώ; Ένας γοητευτικός κίνδυνος ήταν.

– Ρωτήστε, την παρακίνησα με προσποιητό ενδιαφέρον.

Μετά από μια ώρα καθυστέρησης, πέρασε επιτέλους και μας πήρε το τρένο. Αφετηρία Ορμένιο, Έβρος. Προορισμός Σταθμός Λαρίσης, Αθήνα. Εννέα βαγόνια με κουπέ και διάδρομο στην άκρη, τρία απλά με σειρές καθισμάτων, ένα διαμορφωμένο σε μπαρ-εστιατόριο και αυτό του μηχανοδηγού. Οι επιβαίνοντες ήταν μουσουλμάνοι της Θράκης -τα τσαντόρ στις γυναίκες τους με τα καλάθια στα χέρια τούς προσδιόριζαν -τσιγγάνοι, αγρότες από την ύπαιθρο, στρατιώτες, αλλά και πολλοί φοιτητές κυρίως από Ξάνθη – Κομοτηνή. Η σχεδόν πάντα ίδια ανθρωπογεωγραφία της επιβατικής. Κάθε τέλος εξεταστικής οι φοιτητές ήταν πλειοψηφία.

Η 604 έκανε ένα μεγάλο κύκλο στη Μακεδονία περνώντας από τα σύνορα και τη μαγευτική λίμνη Δοϊράνη με τα πολύχρωμα πουλιά, πριν προβάλλει στη Θεσσαλονίκη. Σε όλη αυτή τη διαδρομή αλλάξαμε διάφορα βαγόνια και θέσεις. Στην αρχή σε ένα βαγόνι με αντικριστές θέσεις, παραπονέθηκε ότι κάνει κρύο και μου ζήτησε ευγενικά, αλλά σα να με ήξερε χρόνια, να κοιτάξω για κάτι πιο ζεστό. Και με ακολούθησε. Όμως στην πραγματικότητα με οδηγούσε.

Καταλήξαμε σ’ ένα βαγόνι που κόλλησε στη διαδρομή, εντελώς άδειο. Κλειστήκαμε σε ένα κουπέ με σωμόν ξεθωριασμένες κουρτίνες και μπορντό καθίσματα. Κάθισε απέναντί μου. Μου μιλούσε για την καθημερινότητά της. Για τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς της.

Μια ζωντανή γυναίκα, ένας άνθρωπος με φιλοδοξίες, που κάνει όνειρα, αλλά και με ανθρώπινες ελλείψεις. Την άκουγα ευχάριστα, αλλά ήμουν καρφωμένος στο παράθυρο, στον κόσμο και στη μέρα που έφευγαν βιαστικά. Μου έκλεινε το μάτι με νόημα ο ήλιος καθώς έφευγε. Η νύχτα έριχνε πάνω μας ένα δίχτυ σαν σεντόνι που σκούραινε ολοένα, που σκέπαζε τα πάντα κι έσβηνε ίχνη από τα χρόνια που πέρασαν. Τσιγάρο στο τσιγάρο. Βαγόνι στο βαγόνι.

– Πόσο είσαι;

Με ρώτησε ψιθυριστά κάποια στιγμή και αναίτια γιατί ήξερε πάνω κάτω. Δεν έμοιαζε με περιέργεια.   Πρέπει  να  ήταν  η  γυναικεία  φιλαρέσκεια.  Η  διάθεση  για  εξερεύνηση  του καινούργιου, του απαίδευτου και ορμητικού. Οι λέξεις που φεύγουν μόνες τους. Τα κύτταρα που ψάχνουν αίτιο ν’ απελευθερωθούν.

– 24.

Φαινόταν μεγάλη. Που πάλευε κυρίως με το ταμπεραμέντο της να κρατηθεί φρέσκια και ζωντανή. Κι αυτό την έκανε ακόμα πιο γοητευτική. Η ομορφιά της κάλυπτε τις αυλακιές του χρόνου. Μεγάλα γαλανά μάτια σχεδόν χωρίς μακιγιάζ. Λεπτά δάχτυλα και ανοιχτή επιδερμίδα. Αγέρωχη κορμοστασιά.

Όταν άκουσε τον αριθμό, άπλωσε ένα τεράστιο χαμόγελο ικανοποίησης και απέκτησε βλέμμα ζεστό, ανάμικτο τρυφερότητας και αφοσίωσης. Τα χέρια της αμήχανα κατευθύνθηκαν στα κοντοκομμένα μαλλιά της, τα ανασήκωσε και τα χτένισε πρόχειρα βουτώντας μέσα τους τα δάχτυλα, σα να ήθελε να τους δώσει αέρα και όγκο. Διόρθωσε το πεσμένο μανίκι από το μπεζ φουστάνι που σταύρωνε ανοιχτά στο στήθος. Ανασηκώθηκε ελαφρά και κουνώντας κυκλικά τους γοφούς έκατσε σταυροπόδι στρώνοντας τις ζάρες στο καλσόν, προσφέροντάς μου θέα σε δυο κομψότατες γάμπες. Ασυναίσθητα ή συνειδητά τόνιζε το αρμονικό που ζωγράφισε η φύση πάνω της. Την έσπρωχνε προφανώς μια εσωτερική ανάγκη να προβάλλει την εικόνα της. Τη νέα, όμορφη και τσαχπίνα γυναίκα. Άναψε τσιγάρο. Το κράτησε ψηλά λυγώντας πρώτα τον αγκώνα, μετά τον καρπό και με αυτοπεποίθηση συνέχισε.

– Μάλιστα! Εσύ αγόρι μου είσαι πολύ νέος. Έχεις δεσμό;

Γέλασε ναζιάρικα και παιδικά με πρόφαση φιλικού ενδιαφέροντος, απαντώντας μόνη της, αλλά και πάλι προχώρησε ένα βήμα, με κάποια υποφαινόμενη αγωνία.

Ήμουν σίγουρος ότι εκείνη στην ίδια ερώτηση θα έκρυβε 4-5 χρόνια τουλάχιστον. Αλλά τα μάτια της είχαν τη λαχτάρα και αυτό το βλέμμα ενός μικρού κοριτσιού. Δε μ’ ενόχλησε ούτε η διαφορά στην ηλικία ούτε ο τρόπος που κινήθηκε από το σταθμό. Άρχισα να τη συμπαθώ. Μου άρεσε που έβλεπα κάτι αυθεντικό. Μια εντυπωσιακή γυναίκα.

– Όχι… δηλαδή κάτι υπήρχε, αλλά…

Αποκρίθηκα μακρόσυρτα και απογοητευμένος για την αλήθεια του λόγου, σα να ήθελα να περιγράψω τα παλιά, αλλά με την πρόθεση να τα ξορκίσω. Όμως είχα συνειδητά συμπεριλάβει το “πριν” στη σκέψη μου, σαν τίτλο που έπρεπε να κουβαλήσω. Στο “αλλά” με διέκοψε απότομα.

– Εκείνη έχασε.

Την φράση της αυτή την φωτογράφησα αναλλοίωτη. Με την ίδια ακριβώς ένταση. Με την ίδια συνοφρυωμένη όψη. Τόσο σίγουρη κι απόλυτη. Δεν ήταν ένα απλό κομπλιμέντο. Δεν ήξερε τίποτα για μένα. Μίλησε όμως κοφτά και ίσως θυμωμένα. Άρχισε μετά να δείχνει ελεύθερη και τολμηρή. Έσκαγε περισσότερα χαμόγελα, έκανε χειρονομίες, έλεγε ανέκδοτα και ιστορίες. Παρατηρούσε τις τελευταίες σκιές του ήλιου και τα παιχνίδια του στα κτίρια, στα βουνά και στα χωράφια. Και τα παρομοίαζε με μια συνάδελφό της στη δουλειά, με την γειτόνισσα όταν απλώνει ρούχα, με τον μπακάλη όταν κόβει το τυρί.

Στη Θεσσαλονίκη παραμείναμε για μισή ώρα περίπου. Είχε ήδη πέσει το σκοτάδι. Δέκα η ώρα. Πήγαμε για καφέ στο μπαρ. Ήρθαμε πιο κοντά. Μετά γυρίσαμε στο άδειο κουπέ μας, την ώρα που το τρένο έφευγε σφυρίζοντας για τελευταία φορά. Πέρασε ο ελεγκτής, τρυπώντας βαριεστημένα τα εισιτήρια. Η ματιά μου έφυγε πάλι έξω στο πουθενά, αλλά εκείνο μόνο φώτα μου ‘δειχνε κι ένα φεγγάρι που ‘στελνε οβάλ θαμπάδα. Εικόνα μαγική. Στρογγυλές μπάλες γυαλιστερές, αστέρια χαμένα στο χρόνο, λαμπιόνια που καθρέφτιζαν στο παράθυρο. Και το τζι-αρ να φέγγει δίδυμο φεγγάρι, σε δάχτυλα κιτρινισμένα από τις ρουφηξιές στη νικοτίνη, βαθιές βουτιές στη λήθη, βάλσαμο…

– Επιτέλους, τι βλέπεις;

Δεν κοιτούσα. Κοιμήθηκα ή μάλλον έφυγα. Πες πως πήγα ένα ταξίδι στην τροχιά του αποσπερίτη.

Είδε το αδιέξοδο και βγήκε στην επίθεση. Πριν το τρένο πιάσει Κατερίνη, πέρασε απέναντι και κάθισε δίπλα μου.

– Μα δεν έχεις καταλάβει τίποτα;

Αυτή τη φορά δεν αποζητούσε λόγια και χωρίς δεύτερη σκέψη, έπιασε το δεξί μου χέρι όπως ήταν αφημένο στο τζην. Γερμένος στην πλευρά του παραθύρου με κλειστά τα μάτια και το μυαλό κάπου ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, αντέδρασα αδύναμα. Βρήκε τα δάχτυλα, πέταξε το τσιγάρο που ‘χε σβήσει πάνω τους σχεδόν άκαυτο και φρόντισε να κατευθυνθούν στο στήθος της.

– Πες μου, τι ακούς;

Δεν μίλησα. Όμως ακολούθησα ψάχνοντας ήχους μέσα από το σταυρωμένο μπούστο. Με τα δάχτυλα στην αρχή, με τα χείλη μετά. Κι εκείνοι ίδιοι με τα τακούνια της, σαν καμπάνες, σαν ρολόγια που χτύπαγαν δυνατά τις ώρες. Σ’ ένα ζεστό στήθος. Θυμάμαι και δυο λεπτεπίλεπτα χέρια που έδειχναν τώρα τανάλιες που ‘σφιγγαν απίστευτα, όταν δεν έψαχναν τους δικούς μου χτύπους.

Άρχισα να συμμετέχω σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι χωρίς όρους και προϋποθέσεις, σ’ ένα βαγόνι. Πάνω σε μπορντό καθίσματα. Σ’ ένα κουπέ ντυμένο από ξεθωριασμένες σωμόν κουρτίνες.

Ελεύθερος ή δέσμιος στην απόφαση του απόλυτου αισθησιασμού. Χωρίς άγχη, αγωνίες, προαπαιτούμενα, αλλά με ένα απερίγραπτο ξεσηκωμό. Το ημίφως του τρένου τα σκέπαζε όλα. Τις ηλικίες, τις φοβίες, τις αναστολές, τις αμφιβολίες. Τα χείλη της είχαν το πάθος γυναίκας που δεν γνωρίζει “πρέπει”, που ήξερε να δίνει και τον τρόπο να παίρνει.

– Πες μου, τι αισθάνεσαι;

Υγρή φωνή, αντάρα, υπερένταση, ιδρωμένα κορμιά που δεν άντεχαν να περιμένουν. Ή νιώθεις ή είσαι νεκρός.

– Η πόρτα είναι ανοιχτή.

Ψίθυροι, άχρηστες λέξεις, άμυνες τρύπιες, από γλώσσες που ‘χαν μιλήσει ήδη. Εδώ ήταν μονόδρομος. Ή προχωράς ή εξαφανίζεσαι.

– Και λοιπόν;

Λέξεις, βαριές αναπνοές, καρφιά πάθους, που δεν χώραγαν αντιρρήσεις. Εδώ ήταν η ζωή απόψε. Ή έχεις ή χάνεσαι.

Μέσα από ρούχα μισοβγαλμένα, ακολουθήσαμε τη ρυθμική κίνηση του τρένου σκεπασμένοι από τον ήχο του. Έκλεισε τα μάτια κι έμοιαζε να βιώνει το πρωτόγνωρο, αλλά και τόσο παράδοξα δικό της. Ένα κύμα τόσο βαθύ κι ένα ρίγος τόσο ζεστό που πλημμύρισαν και μένα και ξέχασα και το χώρο και το χρόνο. Οι επιθυμίες της είχαν μεταγγισθεί στο αίμα μου κι έγιναν δικές μου.

Εκείνο το ταξίδι δεν σταμάτησε εκεί. Είχαμε παρασυρθεί από μας, από τη νύχτα και το ρυθμό. Τριγυρίζαμε σαν τρελοί στα βαγόνια, χωνόμασταν σε γωνιές, σε σκοτεινούς διαδρόμους, σε λευκά σύννεφα καπνού. Με τον κόσμο ανάμεσα. Με την μυρωδιά του ξαναζεσταμένου στο μπαρ να αναδεύεται με την γεύση του δέρματος. Με την ευλογία της καυτής ανάσας.

Αυτό το τρένο δεν είχε φρένα, ούτε η νύχτα προορισμό. Περίσσευαν η φλόγα και η δίψα. Πιοτό από στόμα σε στόμα.  Από σώμα σε σώμα.  Πέρα από τη γη και τον αέρα. Σαν μια έκρηξη κορμιών σε ένα γαλαξία δίνης και ακατάσχετης ενεργειακής έκλυσης. Κοσμογονία.

Όσο χάραζε η μέρα, τόσο αποκαλύπτονταν τα πρόσωπα και διαμόρφωναν τα χαρακτηριστικά. Τίμημα κι επιστέγασμα της νύχτας κι όλων όσων προσέφερε απλόχερα στο πέρασμά της. Έμοιαζα να έχω φύγει, να έχω χαθεί και να έχω επανέλθει. Δάγκωσα για τελευταία φορά τα χείλη της, σχεδόν τα μάτωσα.

Κι εκείνη κατακτητής κι αιχμάλωτη, στα νυσταγμένα της χαμόγελα ζούσε ακόμα, μέσα στο κάστρο που χτίστηκε στην άμμο του άγνωστου, το ταξίδι. Από κείνα που οι θέσεις δεν κλείνονται νωρίτερα και τα εισιτήρια δεν τσεκάρονται.

Αυτό το τρένο πάντα αργεί. Σε παίρνει απ’ τους σταθμούς, σε γαντζώνει σε βαγόνια, σε κυριεύει, σε ταξιδεύει χωρίς λογικές. Σε κλέβει από την πραγματικότητα, σε κρύβει από τα συμβατά. Κι όταν το γλυκό μεράκι του σε γλεντήσει, αρνείται να σε δώσει αβίαστα στη μέρα.

Έξω η πόλη ξύπναγε από τους θορύβους και μας υποδεχόταν ξάγρυπνους, αλλά και μεθυσμένους. Το τρένο μάς έφερνε σε μια κοινωνία υποκριτική γεμάτη παράλογες δοξασίες και άχρηστες απαιτήσεις. Ο παραλογισμός αυτός με έσπρωχνε να απομακρυνθώ.

Όμως στη ζωή, όπως και στον έρωτα, δεν υπάρχουν σύνορα. Δεν υπάρχουν “δεν”. Αισθάνθηκα τα χέρια μου να την δένουν περισσότερο, σαν κινήσεις ναυαγού αντίθετες στο κύμα.

Η νύχτα τα μεταφέρει όλα στη σφαίρα της ψυχής. Φέρνει μπροστά, σε πρώτο πλάνο, το “μέσα”. Όπως ένα φεγγάρι που στον μικρόκοσμό σου, έχεις την αίσθηση ότι ταξιδεύει στα βράδια τόσο φωτεινά μόνο για σένα. Που σου κρύβεται και σε παίζει πίσω από βουνά και σπίτια κι εσύ αναρωτιέσαι. Σαν θέατρο σκιών που σου γελάει ο χάρτινος ήρωας πίσω απ’ το πανί κι εσύ ζωντανεύεις. Στο ρυθμό και στις μουσικές από τα ηχοχρώματα των αισθήσεων. Ξημέρωσε και στα χείλη τραγούδησαν οι λέξεις..

“ Κάποιο απόβραδο σε ράγες μ’ έχει δέσει

μα οργανώνω τη φυγή μου

στο περίπου

τα μάτια κλείνουν στο τραγούδι που σ’ αρέσει

και κάνω πάλι του γιαλού σου τον περίπλου…”

Βασίλης Πουλημενάκος

Advertisements