Υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσά μας που διδάσκουν όχι μόνο με τη ζωή τους αλλά και πέρα από αυτή ακόμα και με τον τρόπο που φεύγουν. Αφήνοντας έτσι μια παρακαταθήκη κι έναν δρόμο, έναν οδικό χάρτη για τις επόμενες γενιές. Ένας από αυτούς είναι και ο Τζιοκόντο Μορέττι ένας άνθρωπος που πρόσφερε πολλά στον πολιτισμό μιας μικρής πόλης, της γενέτειράς μου, το Γύθειο.

Ο Τζιοκόντο Μορέττι δεν ήταν απλά ένας μουσικός που ανέλαβε την μπάντα μιας πόλης. Είχε βέβαια γνώσεις, έμφυτο ταλέντο, πίστη και αγάπη σε αυτό που είχε σπουδάσει αλλά είχε και ήθος, όσο και δύναμη ψυχής για να αντιμετωπίσει τον προβληματισμό και την καχυποψία στην κλειστή συντηρητική μανιάτικη κοινωνία της εποχής της βεντέτας ακόμα – του «γδικιωμού». Μιας κοινωνίας που τότε (τέλη του 19ου αιώνα) η σχέση της με τη μουσική και τα ακούσματά της ήταν ελάχιστη αν εξαιρέσουμε τις πολύ ισχυρές οικονομικά οικογένειες.

Μέχρι και σήμερα το όνομά του παρότι πέρασαν πάνω από 70 χρόνια από το θάνατό του, είναι τραγούδι στα χείλη όσων τον γνώρισαν είτε άκουσαν για εκείνον, σαν μαέστρο, σαν δάσκαλο, σαν συγγενή, σαν φίλο. Και δεν είναι λάθος αν πει κάποιος ότι μουσικός αντίστοιχης αξίας και προσφοράς δεν ξαναπέρασε στα χρονικά του Γυθείου και όχι μόνο. Γιατί τα έσπαζε τα όρια από τότε. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι η ανάδειξη του συνόλου της προσωπικότητας Μορέττι και η καταγραφή- τοποθέτησή της ιστορικά εκεί που της αξίζει.

Ο Τζιοκόντο Μορέττι γεννήθηκε το 1867 στην Περούτζια της Ιταλίας από ευγενείς γονείς που τον φρόντισαν δίνοντάς του υψηλή μόρφωση ειδικά στη μουσική. Για το πώς έγινε και εγκαταστάθηκε στο Γύθειο υπάρχουν εκδοχές. Άλλοι είπαν ότι ήρθε καλεσμένος της ελληνικής κυβέρνησης για να επενδύσει μουσικά την Ολυμπιάδα του 1896 ή ήρθε με σκοπό να αναλάβει μαέστρος στην μπάντα της ιταλικής παροικίας στην Πάτρα, αλλά έχοντας εκεί περιορισμένο χώρο και χρόνο δράσης κινήθηκε προς άλλες κατευθύνσεις βρίσκοντας λιμάνι συνεπαρμένος στο μαγευτικό Γύθειο. Υπάρχει ακόμα η εκδοχή ότι κύρια αιτία ήταν μια νεανική ερωτική ατυχία -λέγεται ότι η τότε μνηστή του ξεψύχησε στην αγκαλιά του- στην Περούτζια και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τον οδήγησαν να αυτοεξορισθεί και τελικά να μην επιστρέψει ποτέ στον τόπο καταγωγής του.

Βρήκε όμως νέα πατρίδα και αγάπη στο Γύθειο όπου το 1897 εγκαθίσταται μόνιμα σε ηλικία 30 χρονών και παντρεύεται την Δήμητρα Ψιλάκου από το σόι των Κοκκινάκηδων. Έφερε μαζί του ένα μεγάλο πιάνο και 30 όργανα ολοκληρωμένης μπάντας στήνοντας Ωδείο στον πρώτο όροφο του σπιτιού του, έχοντας ήδη οραματιστεί την πρώτη Μπάντα του Γυθείου.

Το 1900 είχε ήδη συγκεντρώσει τους μαθητές και μουσικούς του για την πρώτη Μουσική Μπάντα ανάμεσα σε τσαγκάρηδες, βαρκάρηδες και μικροεπαγγελματίες. Με τον καιρό η Μπάντα του έγινε ανάρπαστη στην ευρύτερη περιοχή, και χωρίς υπερβολή δεν υπήρχε σπίτι στο Γύθειο την προπολεμική περίοδο που να μην είχε έστω ένα άτομο που να ασχολούνταν με τη μουσική παίζοντας κάποιο όργανο (κυρίως μαντολίνο, φλάουτο, βιολί, κιθάρα, πιάνο) κάνοντας το Γύθειο μια πόλη-Ωδείο. Η κλειστή κοινωνία του Γυθείου ήρθε πραγματικά κοντά, έμαθε να συνεργάζεται και να δημιουργεί ποιοτικά, ενώ οι ρομαντικές βραδιές Πανσελήνου έμειναν ιστορικές στην Πλατεία του Γυθείου, στην Πλατεία του Δημαρχείου αλλά και στο νησάκι της Κρανάης. Μην ξεχνάμε ότι η εποχή εκείνη ήταν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και η μουσική υπό το ημίφως του φεγγαριού και τα φαναράκια της παραλίας είχε ξεχωριστή, αλησμόνητη αξία.

Μετά το 1920 η Μπάντα του Τζιοκόντο Μορέττι γνώρισε την μέγιστη άνθησή της, αφού ωρίμασαν οι νεαροί μαθητές ενώ δημιουργήθηκε και μπάντα Μαντολινάτας. Μουσικές όπως η Μαντάμ Μπατερφλάυ, Ναμπούκο, Άιντα, Ριγκολέττο κλπ. έγιναν τόσο προσφιλείς όσο και αγαπητές στον καθένα στο Γύθειο που έγνοιες επαγγελματικές, οικονομικές και προσωπικές αντιδικίες έχαναν τη δυναμική τους δίνοντας χώρο σε ευγενή αισθήματα. Η δε Μπάντα του Μορέττι ανταγωνιζόταν σε αξία και τις μεγαλύτερες μπάντες εκείνη την εποχή στην Ελλάδα.

Το βασικό προσωπικό όργανο του Μορέττι-μουσικού ήταν το όμποε και το κλαρίνο αλλά ποτέ δεν παρουσίασε το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του σε δημόσια εμφάνιση παρά μόνο σε πρόβες από κλειστές αίθουσες, στις περιπτώσεις που οι μαθητές του δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν με τίποτα στις οδηγίες του. Παρέμεινε πάντα ένας μαέστρος ντυμένος με την χαρακτηριστική στολή και το λοφίο (όπως φαίνεται στη πάνω φωτό του 1935 από το Αρχαίο Θέατρο του Γυθείου με τη Μουσική του Μπάντα). Παρ’ όλα τα κελεύσματα και τις σημαντικές οικονομικές προτάσεις ποτέ ο Μορέττι δεν άφησε το Γύθειο για να αναλάβει Μπάντες με μεγαλύτερο εύρος και κοινό, όπως το αθηναϊκό. Έμεινε πάντα πιστός στα ιδανικά του, στη μουσική, στην αγάπη για τον τόπο που τον άνδρωσε, τον έκανε σπουδαίο και τόσο αγαπητό.

Από το γάμο του απέκτησε μια κόρη, την όμορφη Τζαλίντα. Για την οποία λέχθηκε ότι ενδιαφέρθηκε κάποια στιγμή ο Γιάννης Ρίτσος σαν νεαρός μαθητής Γυμνασίου. Η Τζαλίντα του πρότεινε να έρθει στο σπίτι-Ωδείο τους και να διδαχθεί κάποιο όργανο. Ο Γιάννης Ρίτσος δεν ανταποκρίθηκε στην πρόταση και καλύτερα γιατί χάσαμε ίσως ένα ειδύλλιο κι έναν μουσικό, αλλά κερδίσαμε τον ποιητή της Ρωμιοσύνης.

Το 1940 το καλοκαίρι έγινε μια μεγάλη βραδιά στο Γύθειο αφιερωμένη στον Μορέττι γιορτάζοντας τα 40 χρόνια προσφοράς του. Η τιμή και η συμπάθεια στο πρόσωπό του έφτασε στο απώγειό της, έμοιαζε όμως με το κύκνειο άσμα του, γιατί όπως πάντα οι μεγάλες και ευαίσθητες προσωπικότητες δεν έχουν το τέλος που τους αρμόζει.  Ο Τζιοκόντο Μορέττι τον καιρό του πολέμου με την Ιταλία, όντας Ιταλός υπήκοος μετήχθη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αθήνα παρότι δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχθεί τον πόλεμο των συμπατριωτών του στην Ελλάδα. Συγχρόνως έχασε την τάξη και την οργάνωση που είχε πάντα στη ζωή του κι όταν κατά την κατοχή έμεινε ελεύθερος, αφενός την μπάντα τη διέλυσε, αφετέρου τον κατέκλυσαν τόσα ψυχολογικά προβλήματα που όσοι τον έβλεπαν τότε έλεγαν ότι ήταν ένα φάντασμα του εαυτού του.

Δεν έκατσε πολύ στο Γύθειο. Το καλοκαίρι του 1941 κατέληξε στη Σπάρτη όπου έμενε ο γαμπρός του Αντώνης Ζερβομπεάκος. Ύστερα από κάποιες μέρες πήγε στο Νεκροταφείο της Σπάρτης και αυτοκτόνησε κόβοντας τις φλέβες του. Τραγική «σύμπτωση» και για την ιστορία: Τρεις μέρες πριν ο Μορέττι δώσει τέλος στη ζωή του, ο γαμπρός του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στο Μονοδένδρι.

Θα πρέπει κάποιος να μπορέσει να γυρίσει, να κάνει αναδρομή με κάποιο τρόπο σε εκείνη την εποχή για αντιληφθεί το μέγεθος, την έκταση της ποιότητας που είχε καλλιεργήσει αυτός ο γίγαντας στο προπολεμικό Γύθειο, ώστε ο γεμάτος έριδες κόσμος να έρθει σε τέτοιο σημείο επαφής και συνεννόησης, ώστε να μάθει να συναποτελεί κοινωνία και να μην μπορεί να ζήσει χωρίς μουσική. Για τη μουσική και την εξύψωση του ποιοτικού στοιχείου που εργάστηκε όλη του τη ζωή ο Δάσκαλος Τζιοκόντο Μορέττι.

Βασίλης Πουλημενάκος

ΥΓ. Στοιχεία για το κείμενο πήρα από το βιβλίο του Νίκου Παναγόπουλου  «Το προπολεμικό Γύθειο» και από αφηγήσεις μεγαλύτερων. Στη τελευταία φωτό αριστερά ο Μορέττι με τον μπατζανάκη του Άγγελο Παναγόπουλο με τα ποδήλατά τους, στο αγαπημένο χόμπυ του Μορέττι, το κυνήγι. Το τραγούδι «Για θυμήσου Μιχαλάκη» στο βίντεο που ακολουθεί είναι του Τάκη Παναγόπουλου και αναφέρεται στο προπολεμικό Γύθειο, σε μια εκτέλεση από τη Γυθειάτικη Κομπανία.