Μια ιστορία λαογραφική από την μακριά και πλούσια παράδοση της Μάνης από το βιβλίο του Γιάννη Μανιατέα “Παραμύθια, Μύθοι και Θρύλοι της Μάνης”, εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, κείμενο γραμμένο με τη μανιάτικη ντοπιολαλιά.

Ο Πουλημενάκος

Εκάθοντα στο Γύθειο, στην προκυμαία, μία παρέα και πίνασι ούζο με αχταποδάκι. Τον ένανε από την παρέα τον ελέασι Πουλημενάκο. “Πώς σου βγήκε, ρε Αριστείδη, τέτοιοδα όνομα;” τον αρώτησε ένας από κείνους που κάθοντα στο τραπέζι, για να ντονε κάνει χάζι. “Σε πουλήσασι καψερέ;” Γελάσασι όλοι με το χωρατό. Κείνος δεν ήξερε τι να πει. “Μήπως ηξέρω τι μ’ εκάμασι μαθές;” Στην παρέα ήτονε κι ένας από κείνους που γράφουσι βιβλία για τη Μάνη και τους Μανιάτες και τ’ άκουσε. “Να σας επώ εγώ κορώνες μου” τους είπε.

Τα παλιά τα χρόνια, λέει, σε μια φαμίλια πεθαίνασι όλα τα παιδία, που γένναε η κυρά. Άλλα τα γένναε ξερά και άλλα τα γένναε και σε λίγο πεθαίνασι. “Αμάν! είπασι οι γονέοι, εκάημεν! Τι θα γενούμε τώρα δίχως παιδία”. Γεννήθηκε μία φορά, μετά ‘πό λίγον καιρό, ένα άλλο παιδί. “Τώρα τι θα κάμομε”, είπασι, θα μας πεθάνει και τούτο! Τι σκέφτηκαν λοιπόν για να σταματήσουνε το κακό. “Επειδής, λέει μπορεί να φταίει η κατσιποδιά της φαμίλιας μας και του σπιτιού μας, να κάνουμε ότι πουλάμε το παιδί μας σε άλλονε για να ξεφορτωθεί τη γρουσουζία μας και να ζήσει εούτο”.

Το πήρασι λοιπόν, εβγήκασι στο δρόμο και, τάχατες, το πουλήσασι στους περαστικούς. Αυτό το πράγμα σιγά σιγά έγινε ένθιμο. Όντες λοιπόν πεθαίνασι ένα-δυο νεογέννητα στην αρχή και γεννιότανε ένα νέο παιδί, το ‘παιρνε η μαμή, μία θεία του ή κάποιος άλλος, το πάαινε σ’ ένα τριδρόμι και παράσταινε πως το πουλάει. Καθότουνα κι έλεε: “Ένα παιδί πουλώ! Ένα παιδί πουλώ!” Τότε κάποιος περαστικός έδινε λίγο στάρι, λίγο μπαμπάκι, κούκλα, ό,τι άλλο είχε, λίγα λεφτά και έκανε ότι τ’ αγόραζε. Το ‘παιρνε και το ματαπήγαινε στη μάνα του. Έτσα ενομίζασι ότι εδιώχνασι την κακοτυχία και δεν θα πέθαινε και κείνο.

Άλλη φορά έκανε τα στραβά μάτια η μάνα και μια συγγένισσά της πήγαινε, τάχατες, και της έκλεβε το παιδί και πάλι έβγαινε και το πούλαε στο δρόμο. Πήγαινε η μάνα του και το “αγόραζε”. Το παιδάκι το λέγανε “Πούλο” ή “Πουλημένο” και καμιά φορά “Αγοραστό”. Από αυτό βγήκε το παράνομά σου “Πουλημενάκος”. Στην έξω Μάνη τους λένε “Πουλημενέους”. Το συνήθειο αυτό κρατάει μπρος από οχτακόσα χρόνια.

“Τι λες μωρέ!” του είπε ο Πουλημενάκος. “Έτσι είναι;”
“Έτσι, του λέει εκείνος, όπως τ’ ακούεις”.

Γιάννης Μανιατέας

(στη φωτό οι Δολοί της Έξω Μάνης σε χαλκογραφία του 1830, B. de saint Vincent)

(στη φωτό οι Δολοί της Έξω Μάνης σε χαλκογραφία του 1830, B. de saint Vincent)