1964

Το Γύθειο το 1964

Ένα ακόμα ποίημα του πατέρα μου για την ιδιαίτερη πατρίδα του μαζί με την αγάπη του για τη θάλασσα που είναι άρρηκτα δεμένη με τον τόπο.

ΑΧ! ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ!

(του Δημητρίου Πουλημενάκου)

Αχ! Θάλασσά μου!
Γύθειο! – Καράβι τετρακάταρτο
του στοχασμού μου αντάρα
και στον ψηλότερο ιστό
της Μάνης η σημαία!

Καράβι τετρακάταρτο
του νου μου φαντασία
με πλήρωμα Μανιάτισσες,
με πλήρωμα Μανιάτες,
μνήμες ολόκληρης ζωής για την πατρώα γη,
σε μια πορεία στ’ άγνωστα
του χρόνου τα λιμάνια,
με την ευχή για γυρισμό στα ήσυχα νερά!

Αχ! Θάλασσα μου!
Το πρώτο φλάμπουρο ο Γουλάς, η Καστροπολιτεία,
το δεύτερο το Γύθειο, του Γρηγοράκη η πόλη,
του κτήτορα της νέας γης
στου Κούμαρου τα πλάγια
στ’ Άγιου Δημήτρη τις αυλές
μέχρι τους Άγιους Πάντες!

Τρίτο κατάρτι το νησί, η Ομηρική Κρανάη
ένα στολίδι του γιαλού
μια ομορφιά στην πόλη,
που ύμνησε ο ποιητής στα ηρωικά του έπη,
για της Ελένης τον καημό
και τον σεβντά του Πάρη!

Και πάνω στο κατάστρωμα
-στο μώλο της Κρανάης-
λιαστά χταπόδια κρεμαστά,
δικά σου θεία δώρα,
δώρα για την παρέα μας,
για ούζο και ρακί
κέρασμα από το πλήρωμα,
κέρασμα από τη Μάνη!

Αχ! Θάλασσά μου!
Στο τελευταίο φλάμπουρο, χρυσό,
μαλαματένιο,
βάζω ολόλευκα πανιά, βάζω γαλάζια ξάρτια…
Πάει το καράβι στα βαθιά του χρόνου τα νερά
όταν τα μαύρα κύματα
βουτήξανε την πόλη!
Σήμερα η Παλιόπολη, μια ανανεωμένη πόλη
μια Ιστορία μια Ζωή
στου χρόνου τις στροφές
απλώνεται από τη θάλασσα, μέχρι την Άγια Τριάδα!

Αχ! Θάλασσά μου!
Πήρα τη βάρκα του Στρατή, γοργό θαλασσοπούλι
με την παρέα την παλιά
να βγω στο περιγιάλι!
Είδα αμμουδιές ολόχρυσες, πολύχρωμα κοχύλια,
πετράδια ροδοκόκκινα
να λάμπουνε στον ήλιο!

Με μια ματιά, μια ζωγραφιά…
ολόκληρη η πόλη!
Το κάστρο του Μαυροβουνιού,
του Κούμαρου τα πλάγια,
τ’ Αγιώργη το καμπαναριό
μέχρι τους ΄Αγιους Πάντες
και σμίγει την Παλιόπολη με την Αγία Τριάδα!

Είδα ακτές απέραντες, τουριστικά ντυμένες
με τις σημαίες στους ιστούς, ψηλά να κυματίζουν
κορίτσια απ’ όλες τις φυλές
να γλυκοφιλούν τον ήλιο!
Με αρμυρίκια ακρογιαλιές,
με σπήλαια, με βράχια,
και σαν ανθίζει η κάππαρη, η πλάση ευωδιάζει!

Πάνω στην άμμο τη χρυσή, Θεού η ευλογία!
Οι γλάροι στήνουνε χορό με γλαροφτερουγίσματα,
φλερτάροντας αφ’ υψηλά
τις χελωνοφωλιές!

Αχ! Θάλασσά μου!
Αγνάντεψα από τ’ ανοιχτά, πυργόσπιτα και κάστρα,
της μάνας Μάνης σύμβολα
στο πέρασμα του χρόνου
κι έστειλα χαιρετίσματα σε Μονεμβασιά, σε Σπάρτη
και στου Μυστρά τις εκκλησιές,
στην Καστροπολιτεία!

Σε βλέπω να έχεις αγκαλιά την όμορφη Κρανάη
όπως η Ελένη στα παλιά
την αγκαλιά του Πάρη
και να χαϊδεύει απαλά το ερωτικό σου κύμα
όλα τα βράχια του νησιού, όλα τα σπηλιαράκια!

Είδα ακόμη από εδώ το φάρο το δικό σου
να δείχνει δρόμους φωτεινούς στων καραβιών τις ρότες
να βρίσκουν ήρεμα νερά
φιλόξενα λιμάνια,
σαν του δικού σου λιμανιού, καλό αραξοβόλι!

Θα ήθελα να έβγαινα
στ’ Αλέξη το καρνάγιο,
για μια κουβέντα ναυτική
για πλοία, για καράβια
και για νεράιδες του γιαλού
και της στεριάς γοργόνες.
Αχ! Θάλασσά μου!
Του στοχασμού μου αναποδιές
στο νου μου τρικυμία…
Με τι μυαλό, με τι καρδιά, να μπω και να ρωτήσω :
Πώς τάχα βλέπεις τους γιαλούς
ακτές και περιγιάλια…
Πώς ξεδιπλώνεις τα νερά
με ήλιο, με φεγγάρι…
Το ξέρω πως τα πρωινά χαίρεσαι την αυγούλα
σαν παίζει με τα κύματα του Απόλλωνα το φως
και το φεγγάρι σαν γελά τα φλοισβοβραδινά!

Βραδιές γλυκές, ερωτικές, νύχτες ονειρεμένες,
ολόφωτες, πανσέληνες με θαλασσοφεγγαράδα!
Λόγιες βραδιές για ποιητές
τραγούδια, κομπανίες!
Και άλλες ειδυλλιακές με έναστρο ουρανό!

Και σαν τ’ αστέρια της βραδιάς
πέφτουν και ξεστρατίζουν
και σμίγουνε ερωτικά τα επίγεια με τα θεία,
κάνουμε όλοι μια ευχή και η ευχή θα πιάσει,
για όλους τους θαλασσινούς
και τους ταξιδευτάδες!

Αχ! Θάλασσά μου!
Απ’ έξω από τα Τρίνησα την άγκυρα θα ρίξω…
Θα περπατήσω στη στεριά, όπως τα γλαροπούλια
να κόψω άνθη κάππαρης
να μάσω μανουσάκια!
Να ανιχνεύσω από κοντά τις αλκυονοφωλιές
και από τ’ ανοιχτά να θεαθώ παλιά πόλη και νέα!

Θωρώντας την ακρόπολη με γκρεμισμένα τείχη,
αναπολώ τη δόξα σου και την παλιά σου αίγλη,
Βασίλισσα των Γυθεατών,
των Ελευθερολακώνων!
Και θα ΄θελα το δειλινό αυτό, με Γυθειοφεγγαράδα
να μπω μέσα στο θέατρο
ν΄ακούσω Αριστοφάνη!
Και σήμερα το Γύθειο, παλιά πόλη και νέα,
ντυμένο με της ΄Ιριδας τα χρώματα, τα φώτα,
φεγγρίζει κάτω στο γιαλό
και στο πλατύ λιμάνι,
καράβι τετρακάταρτο, καράβι ονειρεμένο!

Κι ο στοχασμός ταξιδευτής
μαζί με τα καράβια
σ’ όλες τις θάλασσες της γης
σε πόντους και πελάγη,
τα δικά σου να ονειρεύεται
τα  γ α λ α ν ά   ν ε ρ ά !

Αχ! Θάλασσά μου!
Η σκέψη πάει κ’ έρχεται
σαν του γιαλού το κύμα.
Ποιον ΄Αγιο της θάλασσας,
Θεό ή Ποσειδώνα
ν’ αναζητήσω και να βρω,
να πιάσω την κουβέντα,
για τα καράβια να μου πουν
στα ξένα π’ αρμενίζουν,
άλλα με φόρτσα τα πανιά
κι άλλα καλμαρισμένα:
«Πότε θα πνεύσει άνεμος
ούριος γυρισμού,
να δούμε τα καράβια μας
στα χωρικά νερά.»

Αχ! Θάλασσά μου!
Είμαστε όλοι στη Ζωή
ταξιδευτές στο χρόνο,
άλλοι με φάρο την καρδιά,
την πίστη, την ελπίδα
κι άλλοι χωρίς προορισμό,
βαρκούλα στ’ ανοιχτά!

Αφιερωμένο σ’ όλους τους θαλασσινούς και τους ταξιδευτάδες

Γύθειο, Αύγουστος 2015

Δημήτριος Πουλημενάκος
Υποστράτηγος ε.α.

πίνακας Γ. Ρωσσίδης

Άποψη της Κρανάης του Γυθείου με τον Άγιο Πέτρο (πίνακας του Γ. Ρωσσίδη)