Category: Άνθρωποι



«…ΠΑΡ’  ΔΕ  ΛΑΚΩΝΙΔΑ  ΓΑΙΑΝ  ΑΛΙΣΤΕΦΑΝΟΝ  ΠΤΟΛΙΕΘΡΟΝ  ΙΞΟΝ  ΚΑΙ   ΧΩΡΟΝ  ΤΕΜΨΙΒΡΟΤΟΙΟ  ΗΕΛΙΟΙΟ  ΤΑΙΝΑΡΟΝ…»*   ΟΜΗΡΟΣ

«…Στη Λακωνική γη έφτασαν, τη θαλασσοστεφανωμένη χώρα του Ήλιου, που ζεσταίνει τους θνητούς στο Ταίναρο…»

  * Από τον «Ύμνο στον Απόλλωνα ΄Ηλιο του Ταίναρου»

tenaro15

Ακρωτήριο Ταίναρο

ΦΩΣ ΚΑΙ  ΗΛΙΟΣ

ΚΑΤΑΦΑΣΗ ΖΩΗΣ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Α΄  Π ρ ο σ η λ ι α κ ά

Η πρώτη αχτίδα της αυγής, στη Μάνη Καλημέρα,

στιγμές χρωμάτων Έρωτα, Ζωής και Ομορφιάς!

Είναι η Μάνη της καρδιάς, του Ήλιου η Πατρίδα,

τ’ Αυγερινού φεγγοβολή, φωτοβολές της Πούλιας!

Η πρώτη αχτίδα της αυγής

Νέκταρ και Αμβροσία,

της ηλιαχτίδας το φιλί,

Πνοή Ζωής στη Μάνη!

Στο γήινο παράδεισο, της Μάνης το περβόλι,

Φασκομηλιά να μυριστείς, βασιλικό και δυόσμο,

γαζίες και λεμονανθούς, ρίγανη και θυμάρι,

του Ήλιου φωτοστέφανα, αρώματα της Μάνης!

attraction-attraction-3

Μάνη προσήλια, λεύτερη,

του Ήλιου φωτομάνα,

της Αρετής ανθόκηπος,

λειμώνας αντρειοσύνης!

Η Λεβεντιά κι η Ομορφιά του Ήλιου θεία δώρα,

τ’ Απόλλωνα ανταύγειες, της Αφροδίτης χάρες!

Λουλούδια πετρολούλουδα της Πέτρας και του Ήλιου,

της Πέτρας το αντίδωρο στου Ταίναρου τον Ήλιο!

Η Λεβεντιά σου, Μάνη μου,

μοναδική και μία,

μα σαν μιλάμε για Ομορφιά,

συζήτηση καμία!

Ήλιε μου στην Πατρίδα σου, νερό, δροσιά, το Φως σου,

πηγές δροσιάς τα πρωινά, φεγγαροβόλα βράδια!

Πλειάδες και Αυγερινός, δροσοβολές στη γη σου,

όλα Ζωή και Ομορφιά και Λεβεντιά και Χάρη!

article26015-w_hr

Βάθεια

Μάνη και Φως μια αγκαλιά,

στου Ήλιου τ’ ανηφόρι,

σαν ένα σφιχταγκάλιασμα,

της Γης και τ’ Ουρανού!

Β΄  Α π ο σ κ ι ε ρ ά

Αποσπερνά, στ’ αποσκιερά τ’ αγέρι να σε φέρει,

να δεις τον ΄Ηλιο στ’ άρμα του με την αρματωσιά του!

…Φεύγει και πάει να κοιμηθεί, πέρα κατά τη Δύση

και να γυρίσει την αυγή, διαυγής, φρεσκαρισμένος!

Να δεις σ’ όλα τα χρώματα,

να … βασιλεύει ο Ήλιος,

σα ν’ αγκαλιάζει η Παναγιά

τη Μάνη πέρα ως πέρα!

limeni_30756

Λιμένι

Της αμφιλύκης χρώματα, χίλια φεγγάρια ήλιοι,

να πλέκουν με τα σύννεφα της Μάνης γαϊτανάκι,

κορδέλες ροζ και κίτρινες, πορτοκαλί, γαλάζιες

και να χορεύουν στο γιαλό χρυσόξανθες νεράιδες!

Και συ να ζεις το όνειρο

στου Ήλιου τις ανταύγειες,

από το Ακροταίναρο

μέχρι την Ταϋγέτη!

Στα χρώματα της θάλασσας, μεσ’ στου Διρού το δείλι,

φαντάζει μεγαλόπρεπα της Μάνης η Σημαία,

να αγκαλιάζει από ψηλά, στα χαμηλά να πλέει,

να αρμενίζει στ’ ανοιχτά, στα ύψη ν’ ανεμίζει!

Προσκύνημα στη θάλασσα,

προσκύνημα στον ΄Ηλιο,

χρυσά στεφάνια στο γιαλό,

στον Ουρανό φιλί!

Γ΄  Γ α λ ά ζ ι α   Φ ε γ γ ά ρ ι α

Φεγγάρια Αυγουστιάτικα, Γαλάζια της Κρανάης

και φάροι Αλεξανδρινοί στου λιμανιού τη γυάλα,

μας ταξιδεύουν στα ψηλά, στα όνειρα μας πάνε,

σαν σμίγουν το Επίγεια άστρα με τα Ουράνια!

Φεγγοβολεί το πέλαγος

πανσέληνα φεγγάρια

και ένα Φως καθάριο

σε λούζει, Μάνη, Γη μου!

apodraseis2

Σπήλαια Δυρού

Και σαν ανοίξει η Αυλαία και τα Φώτα της Ράμπας ανάψουν,

ένα Ουράνιο Φως καταυγάζει του θεάτρου κερκίδες, σκηνές!

Είναι το Φως Ποιητών και Ηρώων, των προγόνων χρυσής εποχής,

που φωτίζει Μικρούς και Μεγάλους, με Γαλάζια Φεγγάρια Ζωής!

Είναι το φως του Σοφοκλή,

το Φως τ’ Αριστοφάνη,

χίλια φεγγάρια ανέσπερα,

Πνοή Ζωής στη Μάνη!

΄Αρχοντα ΄Ηλιε τ’ Ουρανού, περνώντας απ’ τη Μάνη,

να μην ξεχνάς το Ταίναρο, το σπίτι, τους δικούς σου,

το Φως σου να ‘ναι θαλπωρή, Ζωή το πέρασμά σου

κι απ’ τον Ουράνιο θρόνο σου, ζ ε σ τ ά  να  διαφεντεύεις!

Του Ταίναρου ο Ήλιος

Δύναμη στη Ζωή μας,

Της Πέτρας η πικρή ελιά,

γλυκό κρασί της Μάνης!

taksidi-notia-peloponnisos28.jpg

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΣ

Υποστράτηγος ε.α.

Γύθειο-Σεπτέμβριος 2016


n151224-12

ΜΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ

(του Δημητρίου Πουλημενάκου)

 

Μικρό πουλί της προσφυγιάς

ψάχνω να βρω απάγκιο,

για να κουρνιάζω τις βραδιές,

Ελλάδα Μάνα Γη μου!

 

Ψάχνω να βρω απάγκιο!

Είχα ορθάνοιχτα φτερά και στα ψηλά πετούσα,

εκεί που το τραγούδι μου άγγιζε τα ουράνια!

Μου μπήξαν βέργες στην αυλή, σκιάχτρα στο πέρασμά μου,

Με φόβισαν και μ’ έδιωξαν, μ’ είπαν αγριοπούλι!

Και τώρα έρημο πουλί

ψάχνω να βρω απάγκιο!

 

Οι σκέψεις πάνε κι έρχονται, η μια μετά την άλλη,

χάνονται και ξανάρχονται στου νου μου την οθόνη!

Συννεφιασμένος ουρανός κι ο νους μου νεφελώδης,

…τι είχα και τι έχασα και πού θα καταλήξω…

κάθομαι και στοχάζομαι

πουλί ξενιτεμένο!

 

‘Στραποβολεί ο ουρανός κι ηφαίστειο η γη μου,

των αδερφιών τα αίματα πήραν φωτιά και καίνε

ό,τι στον ουρανό πετά κι ό,τι στη κινείται!

Βρυχάται ο Δράκος κι αντηχεί ο βρυχηθμός στ’ αυτιά μου

και οι Σειρήνες του γιαλού, ποια θα με ξεγελάσει..!

Κι εγώ μοναχικό πουλί

ψάχνω να βρω αγάπη!

 

Τα βάζω με τη Μοίρα μου, τα βάζω με τον Ήλιο,

κοιτάζω την Ανατολή και της γυρνώ την πλάτη.

Ψάχνω να βρω την πίστη μου, μα πόρτες σφαλισμένες…

Ψάχνω να βρω τ’ αδέλφια μου από το ίδιο αίμα

και τη γλυκιά μανούλα μου,

που πάει κατά τη … Δύση.

 

Στον ουρανό ψηλά κοιτώ και τον παρακαλάω,

να βρω γιατρό και γιατρικό να γιάνω τα φτερά μου,

να βρω νερό να δροσιστώ, αέρα ν’ αναπνεύσω

και μια μικρή ζεστή φωλιά

τα βράδια να κουρνιάζω!

 

Ελλάδα Μάνα Γη μου!

…Μπορεί να έχασα πολλά, Πίστη, Φτερά, Πατρίδα…!

Κέρδισα όμως τη Ζωή, είδα το Φως, τον Ήλιο,

που μου ’δωσαν οι φίλοι μου, σαν πέρασα τη γη τους.

Μικρό πουλί της προσφυγιάς, χωρίς γονείς, αδέλφια

με την Ελλάδα στην καρδιά,

Πνοή Ζωής για μένα!

 

Μου άπλωσαν τα χέρια τους, μ’ άνοιξαν την καρδιά τους

και τα φτερά μου γιάνανε, ψηλά για να πετώ!

Βρήκα ελιά να στηριχτώ, δεντρί να τραγουδάω,

ένα γαλάζιο ουρανό, χωρίς φραγμούς και σκιάχτρα

κι ένα μπαλκόνι απάγκιο,

Ελλάδα Μάνα Γη μου!

 

Πουλάκι αηδονόγλωσσο, όπως και στα παλιά,

θα το φωνάξω δυνατά, με τη γλυκιά λαλιά μου,

σ’ όλον τον κόσμο ν’ ακουστώ, σ’ Ανατολή και Δύση,

σε Χριστιανούς, σ’ Αγαρηνούς και σ’ όλους τους μεγάλους,

πως στη Ζωή μου έταξα

να τραγουδώ  “Ε λ λ ά δ α” !

 

Δημήτριος Πουλημενάκος

Υποστράτηγος ε.α.

Γύθειο, Μάρτιος 2016

 

prosfyges-main


agia-sofia2

Με μια άλλη αγάπη αυτή τη φορά -κοινή για πολλούς Έλληνες- καταπιάνεται στο ποίημα του «Ήταν η μέρα Κυριακή» ο πατέρας μου. Καλή ανάγνωση, καλό ταξίδεμα!

ΗΤΑΝ Η ΜΕΡΑ ΚΥΡΙΑΚΗ!

(Του Δημητρίου Πουλημενάκου)

Τουρίστας – περιηγητής
μαζί με την ομάδα
το πλοίο θα μας έφερνε
στην καστροπολιτεία,
να δούμε τα πυργόσπιτα,
να δούμε πολεμίστρες,
να δούμε πώς πολέμαγαν
τους πειρατές στα κάστρα!

Εκεί που τ’ άστρα συναντούν
τα Άγια των Αγίων,
εκεί που η ανθρώπινη πνοή
ψάχνει να βρει τη θεία,
εκεί πλανιέται ο στοχασμός
σε Ήρωες και Δράκους,
θωρώντας από τ’ ανοιχτά
του Κάστρου την κορφή!

Η σκέψη πάει κι έρχεται,
μπερδεύεται στο Κάστρο,
με το φεγγάρι της βραδιάς
να φλοισβονανουρίζει,
στου πλοίου το κατάστρωμα
και καθαρό ουρανό
με το Μορφέα θέλησα
…. να εναγκαλιστώ!

…Σε μια γραμμή όλοι μαζί
τραβάμε για το Κάστρο,
στους ώμους τα δισάκια μας
με βέλη από … καλάμια,
πάμε να πολεμήσουμε
κουρσάρους, πειρατές,
από τις πολεμοφωλιές
με λάδι και κατράμι…!

Νταν, νταν, νταν, ντιν
Νταν, νταν, νταν, ντιν!
…Στέκομαι κι αφουγκράζομαι,
πόσο καλά ακούω.
Γλυκιά λαλιά ακούγεται
της εκκλησιάς καμπάνα
«Ευφραινέσθω τα Ουράνια…»
η Θεία Υμνωδία…!

Πρώτη στροφή και δεύτερη
πάνω απ’ το λιμάνι
και ατενίζω εκκλησιά
σε όλο της το κάλλος,
μια τρίκλιτη βασιλική
«της του Θεού Σοφίας»,
«Αγαλλιάσθω τα επίγεια…»
η Θεία Υμνωδία…!

Στην πλάτη το δισάκι μου,
ανάβω το κερί μου
και σαν χαμένος στέκομαι
κάτω απ’ τον Άγιο Θόλο!
Θωρώ τον Παντοκράτορα
να με κοιτά στα μάτια
και να μου γνέφει πατρικά
«Καλώς τον οδοιπόρο!»

Μια σκάλα χρυσοκέντητη
από το θόλο πέφτει!
Κάνω ν’ ανέβω τα σκαλιά
στα τρία και στα πέντε,
να προσκυνήσω από κοντά
το Μέγα Ποιμενάρχη,
μα βρίσκομαι στη θέση μου…
σα να ’μαι στοιχειωμένος!


Σε σαγηνεύουν οι υμνωδοί
ψηλά σε ταξιδεύουν
νιώθεις κι εσύ να βρίσκεσαι
στην Αγιοπολιτεία
να ψάλλεις μ’ όλους τους πιστούς
τη Θεία Υμνωδία:
«Ευφραινέσθω τα Ουράνια,
Αγαλλιάσθω τα Επίγεια…!»

…Το είναι μου ταράχτηκε
σείστηκε το μυαλό μου
σα να ήταν βόμβος, ή βροντή
ή και φωνή Κυρίου,
να κατεβαίνει από ψηλά
να σχίζει τα Ουράνια,
να δένει τα Επίγεια
με τ’ ουρανού τα Θεία…!

…Ήταν τ’ αγκυροβόλημα του πλοίου στο λιμάνι!
…΄Ηταν η Μέρα Κυριακή!

………..
Δημήτριος Πουλημενάκος
Υποστράτηγος ε.α.
Γύθειο, Οκτώβριος 2014


1964

Το Γύθειο το 1964

Ένα ακόμα ποίημα του πατέρα μου για την ιδιαίτερη πατρίδα του μαζί με την αγάπη του για τη θάλασσα που είναι άρρηκτα δεμένη με τον τόπο.

ΑΧ! ΘΑΛΑΣΣΑ ΜΟΥ!

(του Δημητρίου Πουλημενάκου)

Αχ! Θάλασσά μου!
Γύθειο! – Καράβι τετρακάταρτο
του στοχασμού μου αντάρα
και στον ψηλότερο ιστό
της Μάνης η σημαία!

Καράβι τετρακάταρτο
του νου μου φαντασία
με πλήρωμα Μανιάτισσες,
με πλήρωμα Μανιάτες,
μνήμες ολόκληρης ζωής για την πατρώα γη,
σε μια πορεία στ’ άγνωστα
του χρόνου τα λιμάνια,
με την ευχή για γυρισμό στα ήσυχα νερά!

Αχ! Θάλασσα μου!
Το πρώτο φλάμπουρο ο Γουλάς, η Καστροπολιτεία,
το δεύτερο το Γύθειο, του Γρηγοράκη η πόλη,
του κτήτορα της νέας γης
στου Κούμαρου τα πλάγια
στ’ Άγιου Δημήτρη τις αυλές
μέχρι τους Άγιους Πάντες!

Τρίτο κατάρτι το νησί, η Ομηρική Κρανάη
ένα στολίδι του γιαλού
μια ομορφιά στην πόλη,
που ύμνησε ο ποιητής στα ηρωικά του έπη,
για της Ελένης τον καημό
και τον σεβντά του Πάρη!

Και πάνω στο κατάστρωμα
-στο μώλο της Κρανάης-
λιαστά χταπόδια κρεμαστά,
δικά σου θεία δώρα,
δώρα για την παρέα μας,
για ούζο και ρακί
κέρασμα από το πλήρωμα,
κέρασμα από τη Μάνη!

Αχ! Θάλασσά μου!
Στο τελευταίο φλάμπουρο, χρυσό,
μαλαματένιο,
βάζω ολόλευκα πανιά, βάζω γαλάζια ξάρτια…
Πάει το καράβι στα βαθιά του χρόνου τα νερά
όταν τα μαύρα κύματα
βουτήξανε την πόλη!
Σήμερα η Παλιόπολη, μια ανανεωμένη πόλη
μια Ιστορία μια Ζωή
στου χρόνου τις στροφές
απλώνεται από τη θάλασσα, μέχρι την Άγια Τριάδα!

Αχ! Θάλασσά μου!
Πήρα τη βάρκα του Στρατή, γοργό θαλασσοπούλι
με την παρέα την παλιά
να βγω στο περιγιάλι!
Είδα αμμουδιές ολόχρυσες, πολύχρωμα κοχύλια,
πετράδια ροδοκόκκινα
να λάμπουνε στον ήλιο!

Με μια ματιά, μια ζωγραφιά…
ολόκληρη η πόλη!
Το κάστρο του Μαυροβουνιού,
του Κούμαρου τα πλάγια,
τ’ Αγιώργη το καμπαναριό
μέχρι τους ΄Αγιους Πάντες
και σμίγει την Παλιόπολη με την Αγία Τριάδα!

Είδα ακτές απέραντες, τουριστικά ντυμένες
με τις σημαίες στους ιστούς, ψηλά να κυματίζουν
κορίτσια απ’ όλες τις φυλές
να γλυκοφιλούν τον ήλιο!
Με αρμυρίκια ακρογιαλιές,
με σπήλαια, με βράχια,
και σαν ανθίζει η κάππαρη, η πλάση ευωδιάζει!

Πάνω στην άμμο τη χρυσή, Θεού η ευλογία!
Οι γλάροι στήνουνε χορό με γλαροφτερουγίσματα,
φλερτάροντας αφ’ υψηλά
τις χελωνοφωλιές!

Αχ! Θάλασσά μου!
Αγνάντεψα από τ’ ανοιχτά, πυργόσπιτα και κάστρα,
της μάνας Μάνης σύμβολα
στο πέρασμα του χρόνου
κι έστειλα χαιρετίσματα σε Μονεμβασιά, σε Σπάρτη
και στου Μυστρά τις εκκλησιές,
στην Καστροπολιτεία!

Σε βλέπω να έχεις αγκαλιά την όμορφη Κρανάη
όπως η Ελένη στα παλιά
την αγκαλιά του Πάρη
και να χαϊδεύει απαλά το ερωτικό σου κύμα
όλα τα βράχια του νησιού, όλα τα σπηλιαράκια!

Είδα ακόμη από εδώ το φάρο το δικό σου
να δείχνει δρόμους φωτεινούς στων καραβιών τις ρότες
να βρίσκουν ήρεμα νερά
φιλόξενα λιμάνια,
σαν του δικού σου λιμανιού, καλό αραξοβόλι!

Θα ήθελα να έβγαινα
στ’ Αλέξη το καρνάγιο,
για μια κουβέντα ναυτική
για πλοία, για καράβια
και για νεράιδες του γιαλού
και της στεριάς γοργόνες.
Αχ! Θάλασσά μου!
Του στοχασμού μου αναποδιές
στο νου μου τρικυμία…
Με τι μυαλό, με τι καρδιά, να μπω και να ρωτήσω :
Πώς τάχα βλέπεις τους γιαλούς
ακτές και περιγιάλια…
Πώς ξεδιπλώνεις τα νερά
με ήλιο, με φεγγάρι…
Το ξέρω πως τα πρωινά χαίρεσαι την αυγούλα
σαν παίζει με τα κύματα του Απόλλωνα το φως
και το φεγγάρι σαν γελά τα φλοισβοβραδινά!

Βραδιές γλυκές, ερωτικές, νύχτες ονειρεμένες,
ολόφωτες, πανσέληνες με θαλασσοφεγγαράδα!
Λόγιες βραδιές για ποιητές
τραγούδια, κομπανίες!
Και άλλες ειδυλλιακές με έναστρο ουρανό!

Και σαν τ’ αστέρια της βραδιάς
πέφτουν και ξεστρατίζουν
και σμίγουνε ερωτικά τα επίγεια με τα θεία,
κάνουμε όλοι μια ευχή και η ευχή θα πιάσει,
για όλους τους θαλασσινούς
και τους ταξιδευτάδες!

Αχ! Θάλασσά μου!
Απ’ έξω από τα Τρίνησα την άγκυρα θα ρίξω…
Θα περπατήσω στη στεριά, όπως τα γλαροπούλια
να κόψω άνθη κάππαρης
να μάσω μανουσάκια!
Να ανιχνεύσω από κοντά τις αλκυονοφωλιές
και από τ’ ανοιχτά να θεαθώ παλιά πόλη και νέα!

Θωρώντας την ακρόπολη με γκρεμισμένα τείχη,
αναπολώ τη δόξα σου και την παλιά σου αίγλη,
Βασίλισσα των Γυθεατών,
των Ελευθερολακώνων!
Και θα ΄θελα το δειλινό αυτό, με Γυθειοφεγγαράδα
να μπω μέσα στο θέατρο
ν΄ακούσω Αριστοφάνη!
Και σήμερα το Γύθειο, παλιά πόλη και νέα,
ντυμένο με της ΄Ιριδας τα χρώματα, τα φώτα,
φεγγρίζει κάτω στο γιαλό
και στο πλατύ λιμάνι,
καράβι τετρακάταρτο, καράβι ονειρεμένο!

Κι ο στοχασμός ταξιδευτής
μαζί με τα καράβια
σ’ όλες τις θάλασσες της γης
σε πόντους και πελάγη,
τα δικά σου να ονειρεύεται
τα  γ α λ α ν ά   ν ε ρ ά !

Αχ! Θάλασσά μου!
Η σκέψη πάει κ’ έρχεται
σαν του γιαλού το κύμα.
Ποιον ΄Αγιο της θάλασσας,
Θεό ή Ποσειδώνα
ν’ αναζητήσω και να βρω,
να πιάσω την κουβέντα,
για τα καράβια να μου πουν
στα ξένα π’ αρμενίζουν,
άλλα με φόρτσα τα πανιά
κι άλλα καλμαρισμένα:
«Πότε θα πνεύσει άνεμος
ούριος γυρισμού,
να δούμε τα καράβια μας
στα χωρικά νερά.»

Αχ! Θάλασσά μου!
Είμαστε όλοι στη Ζωή
ταξιδευτές στο χρόνο,
άλλοι με φάρο την καρδιά,
την πίστη, την ελπίδα
κι άλλοι χωρίς προορισμό,
βαρκούλα στ’ ανοιχτά!

Αφιερωμένο σ’ όλους τους θαλασσινούς και τους ταξιδευτάδες

Γύθειο, Αύγουστος 2015

Δημήτριος Πουλημενάκος
Υποστράτηγος ε.α.

πίνακας Γ. Ρωσσίδης

Άποψη της Κρανάης του Γυθείου με τον Άγιο Πέτρο (πίνακας του Γ. Ρωσσίδη)


Αη Λιας Κορυφη Ταυγέτου

Αη Λιάς- Κορυφή Ταυγέτου (φωτό από το blog Ευρώτας )

Ταΰγετος-Πνοή Ζωής  (του Δημητρίου Πουλημενάκου)

Θυμάρι, Δενδρολίβανο, Αμάραντος

και Δάφνη

Είναι τα Δώρα μου για Σε,

Ταΰγετε, χρυσαετέ,

απ’ το δικό σου χώμα!

Η σκέψη πάει στα παλιά, ο νους μου

ταξιδεύει

τότε π’ αγαπηθήκανε

Δίας και Ταϋγέτη!

Και όπως λεν’ οι ποιητές,

εσύ δεν είσαι κόρη!

Είσαι τ’ αρσενικό βουνό,

με τις πολλές κορφές σου,

με τη μεγαλοπρέπεια και την αντρίκεια χάρη,

γίγαντας ο πατέρας σου, Άτλαντας ξακουστός!

ταυγετος

Θα πάρω τ΄άρμα τ΄ Άη Λιά

θ΄ανέβω στην κορφή σου,

για να σε δω από ψηλά,

και να θαυμάσω από κοντά,

όλους τους θησαυρούς σου!

Προσκύνημα στο χώμα σου, ο δούλος σου να κάνω,

προσκύνημα στους θησαυρούς, που κρύβεις στα φτερά σου!

Σε βλέπω πενταδάχτυλε

με χιόνια και βροχές

σε βλέπω και ηλιόλουστο να λάμπεις

ως το δείλι,

ν’ ανοίγεις τις φτερούγες σου σε Σπάρτη,

Καλαμάτα,

σε Γύθειο και σε Οίτυλο μέχρι

Αλαγονία

και ν΄αγκαλιάζεις πατρικά ολόκληρη τη Μάνη.ταυγετος 3

Είδα από εδώ ψηλά αιθέρινα παλάτια,

και τρέχει η φαντασία μου σε Νύμφες

και Νεράιδες,

στης Άρτεμης κυνήγια με λύκους

και ελάφια,

στο λυκαυγές του Απόλλωνα

να χρωμολαμπυρίζει

και στις βραδιές της Άρτεμης

με δασοφεγγαράδα!

Με σαγηνεύει ο Μυστράς,

η Καστροπολιτεία.

Με μαγνητίζουν οι εκκλησιές

πνοή Παλαιολόγων,

του Νικηφόρου περασιές,

λόγιες, θείες στιγμές!

ταυγετος 2

Σαν σε υμνούσε ο ποιητής, άνοιγαν τα ουράνια

και ο Θεός κατέβαινε μέχρι τον Άη Λιά.

Τα δάση υποκλίνονταν μπροστά στο θείο φως

και οι κορφές χαμήλωναν,

κλείνοντας τα φτερά τους!

«Τότε αντάμα και οι τρεις

ποιητής, Θεός και Συ,

σκύβατε ευλαβικά στο χώμα,

Προσκύνημα από τους θεούς,

Πνοή ζωής για μας!»

Όταν αστράφτεις και βροντάς

και κεραυνοβολείς

και ο βοριάς λυσσομανά

με χιόνια, καταιγίδες,

τότε σημαίνουν οι ουρανοί

και τα φαράγγια σειούνται,

σ’ όλα τα πλάγια του βουνού,

σ’ όλα τα καταράχια

σε όλες τις δροσοπηγές και σ’ όλους

τους καιάδες!

«Είσαι ίδιος ο Όλυμπος,

Είσαι ίδιος ο Δίας,

Είσαι ίδιος ο Άτλαντας,

Αρσενικό βουνό!»

ταυγετος4

Όταν μας φέρνεις πλούσια

τα βροχοφόρα νέφη,

όλη η φύση χαίρεται,

Θεού η ευλογία.

Κάθε σταγόνα βάλσαμο για τις πορτοκαλιές,

της κοίτης Λακεδαίμονας

και της Λακωνικής

και οι βροχές χρυσάφι σου στης Μάνης τις ελιές.

Σου πρέπουνε Ταΰγετε, διθύραμβοι,

παιάνες

όπως σε είχανε παλιά υμνήσει

οι Σπαρτιάτες,

γιατί κρατάς στα σπλάχνα σου

τη Δόξα την παλιά

κι απ’ τις νεότερες γενιές

της Αρετές της Μάνης.

ταυγετος5

Οι θησαυροί σου αθάνατοι, μάλαμα ο Μυστράς σου,

Βυζάντιο, Κατακουζηνοί και οι Παλαιολόγοι,

παγκόσμιο προσκύνημα η Σπάρτη του Λεωνίδα

παγκόσμιο προσκύνημα της Μάνης η Ανδρεία!

Αγάλλεται η Παντάνασσα και η Γιάτρισσα

σού γνέφει:

Κράτα ψηλά, Ταΰγετε, τα Άγια της φυλής μας

τα Ιερά του τόπου μας

για τη δική μας γη.

«Γιατί η Μεγαλοσύνη σου,

είναι οι θησαυροί σου,

το μυροβόλο αγέρι σου,

Πνοή Ζωής, για μας.

Θυμάρι, Δενδρολίβανο, Αμάραντος

και Δάφνη».

Δημήτριος Πουλημενάκος

Υποστράτηγος ε.α.

Γύθειο – Απρίλιος 2015

ταυγετος Σπάρτη

Ταΰγετος-Σπάρτη

Επεξηγήσεις Ονομάτων -Μυθολογία

  1. Ταΰγετος: Το ψηλότερο βουνό της Πελοποννήσου. Πήρε το όνομά του από την ερωμένη και γυναίκα του Δία, την Ταϋγέτη. Η παράδοση και οι ποιητές το αποκαλούν «Αρσενικό βουνό» λόγω της υπέροχης κορμοστασιάς και της επιβλητικότητάς του.
  2. Ταϋγέτη: Κόρη του γίγαντα Άτλαντα και της Πλειόνης, υπήρξε ακόλουθος της θεάς Άρτεμης και σύζυγος του Δία. Από τη σχέση αυτή γεννήθηκε ο Λακεδαίμονας.
  3. Απόλλωνας & Άρτεμη: Δίδυμα παιδιά του Δία με τη Λητώ. Για την περιοχή του Ταϋγέτου ο Απόλλωνας είχε αναλάβει τη δημιουργία ενός ιδανικού «Λυκαυγούς» και η Άρτεμη -που λέγεται και Σελήνη- τη δημιουργία ενός ιδανικού «Λυκόφωτος» με άπλετη φεγγαράδα.
  4. Σπάρτη: Κόρη του Ευρώτα και σύζυγος του Λακεδαίμονα.
  5. Νύμφες: Μικρές θεότητες των βουνών, των δασών κ.λ.π. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως η ομορφιά τους είχε τη δύναμη να εμπνέει τους ποιητές. Γι αυτό οι ποιητές αποκαλούνται και «Νυμφόπληκτοι».
  6. Πενταδάκτυλος: Άλλη ονομασία του Ταϋγέτου, ιδιαίτερα στα βυζαντινά χρόνια. Επίσης λεγόταν και Μακρινός και Αγιολιάς. Η ονομασία «Πενταδάκτυλος» είναι για τις πέντε κεντρικές του κορυφές στο μέσο του μήκους του (στο ύψος της Σπάρτης).
  7. Αλαγονία: Το δυτικό τμήμα του κεντρικού Ταϋγέτου, προς την πλευρά της Καλαμάτας (ανήκει στο Ν. Μεσσηνίας).
  8. Αη Λιάς: Το ψηλότερο σημείο του Ταϋγέτου. Εκεί βρίσκεται και το ομώνυμο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, όπου και οι κατασκηνώσεις κάθε καλοκαίρι των παιδιών της Ιεράς Μητροπόλεως Σπάρτης.
  9. Παλαιολόγοι-Κατακουζηνοί: Μεγάλες αυτοκρατορικές οικογένειες. Τις βρίσκουμε εκτός από την Κωνσταντινούπολη και σε πολλά άλλα μέρη. Είχαν σαν κέντρο την Καστροπολιτεία του Δεσποτάτου του Μυστρά.
  10. Νικηφόρος: Πρόκειται για τον υμνητή του Ταϋγέτου, Νικηφόρο Βρεττάκο, νεοέλληνα ποιητή και ακαδημαϊκό.
  11. Παντάνασσα-Γιάτρισσα: Προσωνύμια της Παναγίας στο Μυστρά και στο Μοναστήρι της Καστάνιας αντίστοιχα.

Δημήτριος Πουλημενάκος, Υποστράτηγος ε.α., Γύθειο – Απρίλιος 2015

NikiforosVrettakos2_419081313

Νικηφόρος Βρεττάκος -Ταΰγετος

Γύθειο 1963


Απόσπασμα από το ντοκιμανταίρ «Λακωνία» του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου με αφηγητή τον Γιώργο Κάρτερ. To κομμάτι αυτό που αφορά το Γύθειο συνοδεύεται με το σχόλιο:
«Πανοραμικά πλάνα του Γυθείου από ψηλά. Άποψη των οικημάτων. Ψαράδες μαζεύουν τα δίχτυα τους στο λιμάνι. Άποψη του μικρού νησιού της Κρανάης απέναντι από το Γύθειο.»

Η πρωτότυπη ταινία βρίσκεται στο λινκ http://mam.avarchive.gr/portal/digitalview.jsp?get_ac_id=3484&thid=14060 του Ε.Ο.Α. όπου αναφέρεται το 1970 σαν περίοδος των γεγονότων του φιλμ.
Η περίοδος όμως που αφορά το Γύθειο είναι οπωσδήποτε πριν κατασκευασθεί ο νέος δρόμος για τη Μάνη και κατεδαφιστεί η Δημοτική Αγορά (στο σημερινό Κέντρο Υγείας.), γεγονότα της δεκαετίας του ’60 ενώ στην ταινία εικονίζεται η προηγούμενη κατάσταση Η ταινία τοποθετείται χρονικά στο 1963 ως το 1965, το έτος αυτό αναφέρεται σε άλλο σημείο του φιλμ, ίσως λοιπόν να έχει γίνει τμηματικά.
Στην σπάνια ταινία φαίνεται όρθιο το κτίριο Αλεξάκου (το παλιό «Σχολαρχείο») στην Ένωση της Κρανάης που κατεδαφίστηκε επίσης για να περάσει ο νέος δρόμος. Στην αρχή της περιήγησης στο Γύθειο από ψηλά ξεχωρίζει ο χώρος του γηπέδου που έχει μπαζωθεί αλλά δεν είναι ακόμα διαμορφωμένος σε γήπεδο με εξέδρα. Αμέσως μετά εμφανείς οι κατασκευές της εξόδου του Ξηριά που περνάει υπόγεια της οδού Ερμού και αδειάζει πλάι στο γήπεδο.
O παλιός ταρσανάς στο Νησί σε πλήρη λειτουργία, τα λιγοστά αυτοκίνητα, το παραδοσιακό άπλωμα των διχτυών στην παραλία, οι σιδερένιες κολώνες της Πανηλεκτρικής, οι σμιλεμένες κυλίστρες, τα σκαμμένα πρόσωπα, υπογράφουν μια εποχή που δεν θα ξαναγυρίσει.

ΥΓ. Στην ταινία διακρίνονται ο ο μπαρμπα-Αλέξης να καλαφατίζει ένα σκαρί στο καρνάγιο του στην Κρανάη, ο Κούζουνας να απλώνει δίχτυα στην παραλία, ο Δαχτυλίδης σε γνώριμη θέση να βαράει τα χταπόδια του, το «σαραβαλάκι» όπως το έλεγαν (το γαλάζιο αυτοκίνητο) του Κοντογιάννη να τριγυρίζει στην πλατεία όπως και το φορτηγό του Τσαρπαλή να τραβάει για το μεροκάματο. Χαρακτηριστικές φιγούρες και εικόνες της εποχής.
Βασίλης Πουλημενάκος

Τίτλος: Λακωνία
Είδος: Ντοκιμαντέρ
Κουτελιδάκης Νίκος: Σκηνοθεσία
Υπουργείο Προεδρίας: Παραγωγή
Χατζηαθανασίου Νίκος: Σενάριο
Καραμανίδης Βαγγέλης: Φωτογραφία, Μοντάζ
Κάρτερ Γιώργος: Αφηγητής


Get a life

n693676084_1385825_7031

H Σμαραγδένια

(του Βασίλη Πουλημενάκου)

Ήταν κάποτε στους καιρούς των ιπποτών και των κάστρων μια όμορφη κόρη, η Σμαραγδένια.
“Γεννήθηκε σε ένα σύννεφο”.
Αυτό μόνο έγραφε το σημείωμα που βρήκε η πυργοδέσποινα βασίλισσα όταν αντίκρισε ένα στρουμπουλό κοριτσάκι στο κατώφλι του πύργου της. Με την πρωινή πάχνη και μέσα σε ένα καλάθι με σκεπάσματα λαμπερά λευκά, συννεφένια. Δεν έκλαιγε. Είχε ένα πρόσωπο σαν φεγγάρι ζωγραφισμένο και τα μάτια του σκόρπιζαν μια έντονη πρασινογάλαζη λάμψη. Σα σμαράγδια. Σαν την ελπίδα που ξημέρωσε εκείνη τη μέρα στη καρδιά της αρχόντισσας, μια ελπίδα που εξαπλώθηκε σε όλο το κάστρο, σε όλο το βασίλειο.
Το ίδιο απόγευμα η βασίλισσα περίμενε τον άρχοντά της στην μεγάλη ξύλινη πόρτα του κάστρου για να του αναγγείλει το δώρο που της έστειλαν τα σύννεφα εκείνο το πρωινό. Το πρόσωπό της ήταν πλημμυρισμένο από το φως του ήλιου που παραμέρισε τα σύννεφα κι έκανε ανοιξιάτικη την μέρα. Ο βασιλιάς…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 322 επιπλέον λέξεις


Μανιάτικη φορεσιά

Μανιάτικη φορεσιά

Η σύγκρια

του Βασίλη Πουλημενάκου

Μια φορά κι ένα καιρό στην Μάνη…

Δεν είχαν περάσει δυο χρόνια από τότε που παντρεύτηκε ο Θωμάς και είχε αρχίσει ήδη να δέχεται πιέσεις. Το σόι του ήταν από τα μεγαλύτερα στην ευρύτερη περιοχή του Κότρωνα κι εκείνη την εποχή -κάπου στα 1870- στα κεφαλοχώρια της Μάνης τα σόγια όριζαν το μέλλον και οι γδικιωμοί τους ζωντανούς. Και στη γέννα από σερνικά παιδιά γινόταν η πραγματική χαρά.

Στον γάμο του έγινε μεγάλο γλέντι αλλά τι τα θες, τι τα γυρεύεις. Η τετράπατη πυργοκατοικία του που έμοιαζε κάστρο με την εκκλησιά δίπλα και κολλημένα τα άλλα πυργόσπιτα από τους συγγενείς, φάνταζε να τον απειλεί πάνω από το κεφάλι του και να του εξουσιάζει τη σκέψη, σαν χρέος. Μαζί και το έρμο το Δεσποινιώ του, μια κούκλα να την πιεις στο ποτήρι, που όμως πέρα από το ματωμένο σεντόνι δεν είχε κάτι άλλο της προκοπής σα νύφη να επιδείξει στην κλειστή κοινωνία των Δημητρουλιάνων. Ούτε μια κόρη έστω για ξεκίνημα. Στέρφα έδειχνε η Δέσποινα, δυο χρόνια και βάλε το πάλευε με το Θωμά και τίποτα. Την πήγε και στο Γύθειο στο φίλο του γιατρό τον Γιάννη τον Γερακάρη αλλά κι εκείνος δεν την γιάτρεψε ως φαίνεται.

Ήταν και αχαμνόμερη η φουκαριάρα, ποιος να την υπολογίσει. Η φαμίλια της ήταν από φαμέγιους ταπεινούς, τίμιους όμως που τους ζήλευε ο ήλιος, το ασημόφωτο φεγγάρι και η πιο καθαρή ματιά της θάλασσας. Δούλευαν σε ξενοχώραφα και με αφεντικά τους Δημητρουλιάνους πρόκοψαν και έπαιρναν πια το καλύτερο μερτικό από τον ιδρώτα τους.

Με την ομορφιά της η Δέσποινα μάγεψε τον Θωμά με το που την είδε να πηγαίνει κολατσιό στα χτήματα και με την αγνότητα της ψυχής της, χωρίς να σκεφτεί υστερόβουλα, λιώνοντας στα λόγια και στην ομορφιά του, πρώτο και τελευταίο της άντρα τον αποκάλεσε κι έτσι τον λόγιζε από τότε για πάντα. Και γέμιζε η καρδιά της μόνο από τα γλυκόλογα της αιώνιας πίστης του Θωμά, του αισθηματία μανιάτη, που και πολυδιαβασμένος ήταν και περιποιητικός με τις γυναίκες, όσο δεν έπαιρνε άλλο.

-Βασίλισσα του Πασσαβά θα σε κάνω, μονάκριβή μου.

-Κι εσύ στον πύργο μας ο κύρης μου, η κορώνα μου κι ο άρχοντάς μου.H sigkria

Όλα άλλαξαν δυο χρόνια μετά. Και δεν την είχαν πάρει και τα χρόνια, στα 22 ήταν ακόμα. Αλλά το «πράμα από το πρωί δείχνει» λέγανε τα σόγια και οι φαρμακόγλωσσες νύφες κι αδελφές μουρμούραγαν. Άλλες απ’ αυτές μικροχηρέψαν όταν τους χαλάσανε τον άντρα οι βεντέτες με τους Μιχαλολιάνους και τους Πετροπουλιάνους και έτσι η καρδιά τους είχε γίνει πέτρα, όμοια μ’ αυτές του Κότρωνα και της Μάνης ολάκερης. Κι άλλες επειδή ξέμειναν ανύπαντρες γηροκομώντας ανάπηρους, τους έβγαινε κρυφή χαρά για την «άχρηστη». Και τις Κυριακές στην εκκλησιά του σογιού δεν την σίμωναν, ούτε για καλημέρα, λες και είχε αρρώστια κολλητικιά που μόλυνε και τ’ άλλα θηλυκά.

Ο Θωμάς δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Στα 27 του κι αυτός μελαχρινάκι όπως η Δέσποινα, ψηλό κυπαρίσσι δυο μέτρα, της είχε μεγάλη αδυναμία, σαν λιμανάκι που άραξε την έβλεπε. Γιατί πριν, βλέπεις ήταν και σπουδαίος εραστής που δεν είχε φρένο και κράττει πουθενά. Τράβαγε με το μαύρο του άλογο στις παστρικιές της Τζίμοβας, όταν δεν έβρισκε ανοιχτή την πόρτα της χήρας στο Σκουτάρι, και της κάμαρας της δούλας του της Περσεφόνης. Όλες -και οι αρχοντοπούλες και οι φτηνές- τον ονειρεύονταν για ταίρι τους. Πλούσιος, σερνικός με όλη τη σημασία, δυναμικός, όμορφος, λογάς αλλά και ανοιχτοχέρης.

Κι εκείνου του κακοφάνηκε. Όχι τόσο για την φαμίλια του. Αλλά αγάπαγε τα παιδιά και το ‘θελε το παιδί από τη Δέσποινα. Ονειρευόταν εκείνη μάνα να το χει κολλημένο στο βυζί να το γαλουχεί, εκείνον να σκαλίζει στην κούνια του έναν ήλιο φωτεινό και να το μεγαλώνουν κι οι δυο με μέλι και καρύδια, σαν πρίγκιπα σωστό.

Τον πίεζαν όμως πια οι δικοί του και η κοινωνία η στενή. Δεν του λέγανε να χωρίσει το Δεσποινιώ, όμως του έφερναν απέξω απέξω σαν λύση μια σύγκρια. Κάποια γόνιμη τέλος πάντων γυναίκα να του κάνει παιδιά που θα μεγάλωναν το σόι του και θα έκανε και τον ίδιο τρανότερο στη Μάνη, με ντουφέκια – γιους και με σερνικομάνες – κόρες. Κι ας την είχε την άμοιρη Δέσποινα, σαν πρώτη αφέντρα. Έτσι κι αλλιώς παρά να την χωρίσει κάλλιο για κείνη να ‘χει κι άλλη στο σπίτι, παράδες και χώρους είχε να τις βολέψει.

Ο Θωμάς δεν μπορούσε να διανοηθεί να πει κάτι τέτοιο στην Δέσποινα, αλλά τις σπόντες τις άκουγε εκείνη, βρίσκανε τρόπο οι γυναίκες να τα κυκλοφορούν με τις δούλες. Κάποια μέρα λοιπόν αποφάσισε να βγει μπροστά και να προλάβει τη λύση που έβλεπε να έρχεται. Όταν πλάγιασε ένα βράδυ στον Θωμά και πριν την αρχίσει στα χάδια και τα φιλιά, του μίλησε.

-Θες κι άλλη γυναίκα άντρα μου; Να την έχεις να αυγατέψει τα αρσενικά της φαμίλιας και να μην κινδυνέψει να ξεκληριστεί η πατριά σου; Μάθε ότι σε νιώθω σα να ‘μαι στη θέση σου και ότι δεν έχω αντίρρηση. Μόνο, ένα σου ζητώ, άσε με να τη βρω εγώ. Να μη μου ‘ρθει καμιά γλωσσού και φαντασμένη πεσκέκι από τις συννυφάδες μου. Και για σένα να ‘ναι καλή γι αυτό που τη θες και για μένα να ‘ναι καλή παρέα.

-Δεσποινιώ μου, δεν θα μπορούσα ποτέ να σου το ζητήσω. Αφού όμως το αντέχεις, βρες όποια νομίζεις και φέρτη στο σπίτι. Εγώ θα σε έχω πάντα σαν πρώτη και λατρεμένη γυναίκα μου. Και μόνο την επιλογή τη δική σου θα ακολουθήσω.

Εκείνο το βράδυ, κάνανε τρελό τον έρωτά τους, ως την αυγή το τράβηξαν σα να γλεντούσαν την τελευταία τους νύχτα μαζί πριν από τη μάχη, σα να μην υπήρχε άλλο βράδυ που θα ‘μεναν μόνοι.

Η Δέσποινα με το που έφυγε ο Θωμάς για το διαφέντεμα της περιουσίας τους, κίνησε για το ψάξιμο. Φοβήθηκε πραγματικά μην της φέρουν καμιά που θα της έκανε τη ζωή δύσκολη. Και αφού το έθιμο για τις σύγκριες ήταν άγραφος νόμος στα μανιάτικα μεγαλόσογα, το πήρε απόφαση κι είπε τουλάχιστον να την εύρει μόνη και να γλυτώσει τη φερτή. Εξάλλου τα σόγια των φαμέγιων που θα ‘ψαχνε τα ήξερε καλά. Δεν άργησε να βρει τη Στελιανή. Μια ξαδέρφη της μακρινή από το Γερολιμένα, η πρώτη από πέντε αδελφές, πέταμα για τον πατέρα της και κατάρα για τη μάνα της -μεγαλύτερη κατάρα από τις άλλες της αδελφές.

-Διάολε, βγήκες πρώτη κι έφτιαξες το καλούπι έτσι που βγάζω μόνο θηλυκά, την έψελνε η μάνα της με το που ξύπναγε. Έτσι συνεχώς, μέχρι που η μάνα έβγαλε «παιδί» στην έκτη γέννα και σταμάτησε να ασχολείται με τις θυγατέρες. Έτσι στα 19 της η Στελιανή είχε μια καρδιά ματωμένη από γονιούς και μια την ανάγκη. Να φύγει από το σπίτι για οπουδήποτε, ρίχνοντας και μαύρη πέτρα πίσω. Έτσι η σοβαρή πρόταση της Δέσποινας, της άρεσε κι έφυγε χωρίς πολλές πολλές αντιρρήσεις από το σπίτι.

– Πρόσεξε μόνο Στελιανή, της έδωσε συμβουλή η Δέσποινα, μην πεις εκεί ότι είσαι η πρώτη από πέντε αδελφές γέννα γιατί κάηκες. Θα σε πουν κι εκεί καταραμένη. Κι άμα φύγεις από κει δεν θα βρεις ούτε σπίτι να σε σκεπάσει, ούτε άντρα να σε καρπίσει.

Όταν την πήγε στον Κότρωνα με τα λιγοστά της ρούχα και ασπρόρουχα κρεμασμένα σε ένα μπόγο, η Δέσποινα φρόντισε πρώτα να μην τους δει κανείς, έπειτα συνεννοήθηκε με το Θωμά, συναντήθηκαν έξω από το χωριό και καβάλα στα άλογα την πήγαν πέρα στον Γερακάρη στο Γύθειο να τους φωτίσει αν ετούτη η θηλυκιά είναι το γόνιμο χωράφι που γυρεύει η πατριά. Ο γιατρός την έψαξε με τα εργαλεία του, μπροστά στη Δέσποινα, όπως νόμιζε σα γιατρός έμπειρος σε τέτοια και δεν είδε κάτι που να τον κάνει να ενοχληθεί, όμως δεν είπε λέξη. Βγήκε μόνο έξω χαμογελώντας και ζήτησε από τον Θωμά να πάνε στην πλατεία, στου Παναγάκου τον καφενέ, να πιούν ένα ποτήρι και να αφήσουν τις γυναίκες να περπατήσουν στο νέο λιμάνι, να δουν τις μαούνες που πηγαινοέρχονται ξεφορτώνοντας τα καράβια.

Πάνω στην τρίτη ρακή, του το ξεφούρνισε του Θωμά.

-Βρε Θωμά, ξέρεις πόσο φίλος μου είσαι, από παιδιά είμαστε μαζί, το ίδιο σχολειό βγάλαμε στον Άγιο Δημήτρη εδώ στον πάνω δρόμο. Για καλό σε ρωτάω. Μα από τώρα να πας δεύτερη γυναίκα για σύγκρια στο σπίτι και στη Δέσποινα;

– Τι να κάμω Γιάννη; Την αγαπάω τη γυναίκα μου αλλά και τα παιδιά τα θέλω. Και όταν και η Δέσποινα το δέχτηκε και με παρακίνησε, μόνο τότε αποφάσισα να φέρω τη δεύτερη. Λοιπόν πες μου, είναι εντάξει;

– Άκου Θωμά, εκείνη φαίνεται εντάξει, αλλά σε αυτά δεν μπορεί να ξέρεις ποτέ σίγουρα ποιος είναι και ποιος δεν είναι εντάξει. Και στη Δέσποινα όπως την εξέτασα πολλές φορές δεν βρήκα κάτι το κακό. Σκέψου όμως να μην σου κάνει κι η Στελιανή παιδιά.

– Φάε τη γλώσσα σου ρε Γιάννη, γιατί να μη μου κάνει κι ευτούνη;

– Γιατί βρε παλιόφιλέ μου πώς να το πω, πολλές φορές δεν φταίει το χωράφι αλλά το σπόρι που του φυτεύεις…

-Τι θες να πεις ρε Γερακάρη;

Έκανε οργισμένος ο Θωμάς, σηκώθηκε απότομα, άστραψαν τα μάτια του, έσφιξε τα φρύδια κι έπιασε ασυναίσθητα τη λαβή από το μαχαίρι στο ζωνάρι.

Θωμά, κάτσε κάτω κι άσε τα αίματα, είπε χαμηλόφωνα ο Γερακάρης ηρεμώντας τον. Κοίτα εδώ, με τα πάρε-δώσε σου στις παστρικιές ποτέ δεν συμφωνούσα. Λοιπόν, είμαι φίλος σου και γιατρός, για καλό στο λέω. Είναι μια πιθανότητα όπως και να το δεις. Και χειρότερα είναι να φανεί στη φαμίλια και στο χωριό ότι δεν μπορείς εσύ να κάνεις παιδιά.

– Και τι προτείνεις τότε, μου το λες; ψέλλισε ιδρώνοντας ο Θωμάς.

– Άκου να σου πω τι θα γίνει. Θα κάνουμε μαζί αυτά που πρέπει για να δούμε το σπόρο σου. Αν είναι εντάξει, τότε παίρνεις την Στελιανή σύγκρια και σου κάνει παιδιά. Αν δεν είναι, τότε άσε την στην ησυχία της, είναι και μικρό κορίτσι και όμορφο να βρει άντρα, εμείς θα πολεμήσουμε το κακό στη ρίζα του και μπορεί να κάνεις με τον καιρό παιδί αλλά με την Δέσποινα θα το κάνεις που σε λατρεύει.

Ο Θωμάς το δέχτηκε. Θορυβήθηκε πολύ και η περηφάνια του κλονίστηκε. Όμως έχοντας διαβάσει βιβλία, του φάνηκαν λογικά αυτά που του έλεγε ο γιατρός. Την κοπέλα την πήρε μαζί αλλά δεν την άγγιξε μόνο την άφησε να μένει στον πύργο της αδελφής του. Η Στελιανή αισθάνθηκε ότι κάτι άλλαξε μετά την κουβέντα με το γιατρό αλλά δεν ήξερε τι. Η Δέσποινα που δεν είχε υποψιαστεί επίσης τίποτα, έμοιαζε να ξαναερωτεύθηκε τον Θωμά, εξηγώντας την κίνησή του σαν απόδειξη της απέραντης αγάπης που της είχε και της αιώνιας πίστης που της είχε κάποτε τάξει.

Ο γιατρός αφού τον εξέτασε διεξοδικά, του έδωσε ένα μπουκαλάκι με φάρμακο, κάποια βότανα να πίνει το ζουμί τους, προληπτικά όλα -έτσι του είπε- και στη Δέσποινα ο Θωμάς έλεγε πώς είναι για να τον κρατάει όρθιο στη σκληρή δουλειά της μέρας. Μετά από δυο μήνες η Δέσποινα ένιωσε άξαφνα κάτι να σκιρτάει μέσα της και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν ο καρπός του κύρη της.

Όταν με τη βοήθεια της Παναγίας, του γιατρού και της Στελιανής, γεννήθηκε η κόρη τους, το γλέντι που στήθηκε από το Θωμά στην καστροπολιτεία του στον Κότρωνα ήταν τρικούβερτο. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που γίνηκε στη Μάνη γλέντι για γέννα θηλυκού. Και μάλιστα διπλό γλέντι αφού εκείνη την ημέρα διάλεξε ο Γερακάρης να ζητήσει σε γάμο την Στελιανή και τα όργανα έπαιζαν ως το ξημέρωμα. Έζησαν σε εκείνη τη γωνιά της Μάνης για πολλά χρόνια ευτυχισμένα και το όμορφο κοριτσάκι με το αγοράκι που έκανε αμέσως μετά η Στελιανή στον Γερακάρη να γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Έζησαν αυτοί καλά λοιπόν… κι εμείς καλύτερα..

Γλωσσάρι:

Σύγκρια: Η δεύτερη γυναίκα που έφερνε στο σπίτι ένας από γενιά με μεγάλη περιουσία, όταν η πρώτη δεν έκανε παιδιά και ήταν εθιμικό δίκαιο στην παλιά Μάνη ξεπερνώντας τις θρησκευτικές αντιρρήσεις. Η λέξη βγαίνει από το “συν-γραία”. Πάντως το εθιμικό αυτό δίκαιο, στην πράξη πρέπει να εφαρμόστηκε μόνο στην οικογένεια των Νικλιάνων, από τις πλέον ξακουστές στη Μάνη.

Φαμέγιοι: Κάτοικοι της Μάνης, χωρίς σημαντική περιουσία, συνήθως δούλευαν για να ζήσουν και σε ξένα κτήματα.

Γδικιωμός: Η εκδίκηση, η βεντέτα, ο άγραφος νόμος της Μάνης, όπου μέχρι και τα νεώτερα χρόνια η επίσημη ελληνική αστυνομία δεν ανακατευόταν.

Αχαμνόμεροι: Η λέξη συναντάται από την αρχαιότητα στη Μάνη και αναφέρεται στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, συνήθως ζούσαν σε οικισμούς σε “χαμηλά μέρη”, κοντά σε ποτάμια ή τη θάλασσα.

Πατριά: Το όνομα, η γενιά και η περιουσία της οικογένειας που για να διαιωνιστεί έπρεπε να γεννηθούν αρσενικά παιδιά και μάλιστα όσα περισσότερα γιατί πολλά χάνονταν πάνω στο γδικιωμό. Κυρίως τις πιέσεις για αγόρια τις είχαν στα μεγάλα μανιάτικα σόγια όπου ήταν μεγαλύτερος και ο κλήρος.

ΥΓ. Το αφήγημα «Η σύγκρια» έχει κυκλοφορήσει σε e-book από τις εκδόσεις Σαΐτα εδώ.


Το Μνημείο προς τιμή του Γ. Φτέρη στη Μάνη

Το Μνημείο προς τιμή του Γ. Φτέρη στη Μάνη

Ο θρύλος της νεράιδας

(Μια νεράιδα παντρεύτηκε στη Μάνη)

Του Γιώργου Φτέρη [Τσιμπιδάρου]

Ο Γιώργης ο Μαυρομιχάλης μπαίνοντας από το τυροκομείο στο σπίτι, άρπαξε ένα σκαμνί κι έκατσε κοντά στο σοφρά που τούχε στρωμένον η μάνα του.
Ν’ ανάψω το φως;» τον ρώτησε κείνη. «Σκοτίδιασε«!
Δεν της αποκρίθη. Αλλά η μάνα ήξερε τα χούγια του γιού της. ‘Αμα δεν της αποκρινόταν της έδινε συγκατάθεση. Έτσι κι ο πατέρας του, έτσι κι ο πάππος του, δεν τόχαν εύκολο το «ναι» σα να ντρεπόντανε, από περηφάνεια. ‘Αγγιξε με την άκρη του μαύρου τσεμπεριού το βλέφαρό της, όπως έκανε πάντα, σα να δάκρυζε, κάθε φορά που θυμότανε τους πεθαμένους, τους αραχνιασμένους ανθρώπους. Έπειτα πέρασε στη φωτογωνιά, άναψε το λυχνάρι, το γέμισε λάδι με το ρογί και του τόφερε. Η μικρή χρυσή φλόγα του φώτισε την πεντάλφα του λυχνοστάτη, το αμπάρι που ήταν γεμάτο λούπινα και καρπό, την κόρδα με τα κρεμμύδια και το πρόσωπο του Μαυρομιχάλη με τις άγριες μουστάκες, που τις έδενε πίσω από το ριζάφτι, σαν το Σκυλογιάννη. Η μάνα έβαλε το ψωμί, το φαΐ, το σκαμνί το δικό της κι αρχίσανε να τρώνε. ‘Αξαφνα ο Μαυρομιχάλης χτύπησε τη γροθιά του πάνω στο σοφρά:
Δε μπορώ να καταλάβω«, είπε με θυμό, «ποιος βρήκε το κουράγιο να μπει στο τυροκομείο το δικό μου! Για να κλέψει τυρί. Και δεν είναι για το τυρί. Τυρί έχομε, απ’ όλα έχομε, μπερκέτι-βέρσι. Δεν το σηκώνω όμως να με κλέβουν, να πατάνε το σπίτι μου«. Γύρισε στη γριά και τη ρώτησε: «Ποιός νάναι«;
Σάματις ξέρω κι εγώ«!
Από πότε κλέβουνε«;
Πάνε δυο μέρες. Και καρτέραγα να γυρίσεις από το βουνό με το κοπάδι για να στο πω«.

Ο άντρας ανανοήθηκε:

Έδώ μέσα μπαίνει άνθρωπος ξένος«, φώναξε απότομα, φοβεριστά, «αλλά πού θα μου πάει! Θα τον πιάσω κι ας είναι και βρυκόλακας!«

Οι δαχτυλάρες του Γιώργη του Μαυρομιχάλη παίξανε σα νάδραξαν, σα νάσφιξαν ανθρώπινο σβέρκο, ανθρώπινο καρίτζαφλα. Έπειτα ησύχασε λίγο. Μάνα και γιος ξανάρχισαν να τρώνε, να μιλάνε τρώγοντας. Είπανε για ένα βασιλικό καράβι -εγγλέζικο θάταν- που πέρασε ανοιχτά από τον Κάβο Γκρόσο. Οι Μεσομανιάτες δε χορταίνανε να το βλέπουν, ώσπου σκαπέτισε, χάθηκε πέρα στο πέλαγος. Στο Μέζαπο μάλιστα κουβεντιάστηκε πολύ και το ρεσάλτο. Είπανε να του ριχτούνε ξαφνικά του ξένου καραβιού και να το κουρσέψουνε, αλλά μετανιώσανε την τελευταία στιγμή.

Δε θάχανε μπρατσέρα για κούρσο!» είπε χαμογελώντας η μάνα, που τάξερε αυτά από τα παλιά χρόνια, από τα νιάτα της. Κι’ αναθυμήθηκε τα τραγούδια του φόβου, όπως τον ένοιωθαν τότε οι καπεταναίοι των ξένων καραβιών, κάθε φορά που ζυγώνανε τα βράχια της Μάνης:

Από τον Κάβο Ματαπά
σαράντα μίλια αλαργινά
κι από τον Κάβο Γκρόσο
σαράντα κι άλλο τόσο
.

Είπαν ύστερα για τον Αναστάση και για τον γιο του, που ο πρώτος είχε χτυπηθεί βαρειά στο κεφάλι κι ο δεύτερος ξέσκουρα στο βυζί. Τα μαντάτα τάχε φέρει ο Καλαπόθος, ο Τρικούτελος, από τη Μελτίνη, όπου κατεβήκανε οι Μπαρδουνιώτες, οι Τουρκαρβανίτες, για να πατήσουν τη Στροτζά. Να κάψουν τα μπαρούτια της. Η Μαυρομιχάλαινα σταυροκοπήθηκε, γυρίζοντας το μελαψό της πρόσωπο κατά την Ανατολή. Μάνα και γιος σωπάσανε για λίγο.

Ας είναι καλά η Μάνη!» είπε ο γιος ακουμπώντας απάνου στο καρβέλι τη χερούκλα του, σα να ‘παιρνε όρκο. «Ας είν’ καλά οι πέτρες, τα κοτρώνια της Μάνης. Και τα στριγγλολάγκαδα. Ακούς γριά; Αυτά νάναι καλά. Και να βρίσκουμε μπαρουτόβολο για τις μπάλλες. Και λίγη ξεροκαυκάλα για φαΐ. Τίποτ’ άλλο δε θέλομε. Κι από τον Πενταδαχτυλιά και δω ο Τούρκος δε θα μαγαρίσει με το πόδι του το χώμα μας, όπως δεν το μαγάρισε ως τώρα. Στο λέω γω!«.

Η μάνα μαζεύτηκε, ακούγοντάς τον. Ο Μαυρομιχάλης ανασηκώθηκε μονομιάς και καθώς ήτανε ψηλός η κούτρα του σα ν’ ακούμπησε τη κορφή της κάμαρας, σα ν’ άγγιξε το μεσοδόκι. «Αύριο» είπε βγαίνοντας από την πόρτα, «θα μείνω εγώ στο σπίτι και θα πας εσύ με το κοπάδι στο βουνό. Τον κλέφτη που μου παίρνει το τυρί, πρέπει να τον πιάσω«.
Όπως θέλεις γιε μου«, ψιθύρισε η μάνα του. «Εσύ είσ’ ο κάπος«.

Ήταν καλοκαίρι κι ο γιος πήγε και ξάπλωσε στο λιακό, εκεί που ξεραίνανε τα σύκα. Όλα φουρφουλίζανε γύρω-γύρω, όπως κάνουν τα δέντρα τη νύχτα, όπως κάνουν τα νερά. Ο αέρας φυσούσε δροσερός, ο θαλασσινός από τα Μοθοκόρωνα, ο στεριανός από τη μεριά του λαγκαδιού, ανάμεσα στο Κάστρο της Κελεφάς και το Βοίτυλο, κει που κοιμάται ο δράκος, ο Κάκαβος με τα φλουριά γεμάτος. Το φεγγάρι έλαμπε απάνου από την Τσίμοβα, στο Κουσκούνι, φωτίζοντας όλο το μεγάλο διάσελο, από τη Σαγγιά ως τη Μέσα Μάνη, ως εκεί που η στερνή πέτρινη καταβολάδα του Ταΰγετου πέφτει, στ’ αρμυρό νερό, περνώντας ανάμεσα Μαρινάρι και Πόρτο Κάγιο. Στο πεζούλι, τα μικρά παιδιά από τα γύρω λιγοστά και σκόρπια σπίτια, παρακαλούσαν, όπως γινότανε πάντα το καλοκαίρι με το φεγγάρι, τη Μαυρομιχάλαινα:

Για πες μας, για τη κουρμαδιά και για τις Νεράιδες. Πως έγινε; Που ήταν η βάρκα«;
Να, καρσί μας ήτανε. Εκεί που πάει να στρίψει ο δρόμος του Λιμενιού για ν’ αγναντέψει το Καραβοστάσι. Στο ψήλωμα, στο μοναστήρι, εζούσε ένας καλόγερας. Κι από το μοναστήρι κατέβαινε πότε-πότε, τη νύχτα στη θάλασσα για να ρίξει τα παραγάδια. Μια τέτοια νύχτα ήρθαν οι Νεράιδες και τον πήρανε«.
Από που ήρθαν, κυρά«;
Από τα μέρη της Μπαρμπαριάς. Αποκεί έρχονται στον τόπο μας οι Νεράιδες«.
-«Κι ήταν πολλές»;
Τρεις. Η μια καλλίτερη από την άλλη, λουσοχτενισμένες κι οι τρεις, λιγνές, με τα χρυσά τους πασουμάκια και με τις μεγάλες άσπρες μπαμπακέλες τους, που παίζανε με τον αέρα. Η καθεμιά βάσταγε ένα κόκκινο περιστέρι στα χέρια, δικέφαλο«.
Με δυο κεφάλια, κυρά«;
Με δυο κεφάλια«.
Και κόκκινο«;
Κόκκινο, μπουγαζί, του Τρισκατάρατου, του Οξαποδώ«.
Και τον καλόγερα τι τον κάμανε, κυρά; Του πήρανε τη φωνή του«;
Όχι. Δεν του κάμανε κακό. Μια είπε στην αρχή, να τον σηκώσουν από τις αμασκάλες και να τον πετάξουν στο γιαλό. Αλλά οι δυο άλλες τον ελυπήθηκαν. Λύσαν το παλαμάρι κι εβγήκαν στ’ ανοιχτά. Τράβηξαν κάτω, για την Καραβόπετρα κι έπειτα άλλαξαν ρότα, πέρασαν έξω από το Βενέτικο κι έβαλαν πλώρη για το κανάλι της Μάλτας«.
Και τι κάμαν οι Νεράιδες, κυρά«;
Η μια, η πιο μεγάλη, έπαιζε το λαβούτο της κι οι άλλες δυο, οι πιο μικρές χορεύανε και τραγουδούσανε όλη τη νύχτα. Ώσπου βγήκε τ’ άστρι που διώχνει τα στοιχειά, ο αημερινός και γυρίσανε πάλι στο Λιμένι, στα Μαυρομιχαλιάνικα. Ξαναδέσανε το παλαμάρι στα βράχια και σε λίγο χαθήκαν με τα περιστέρια τους, γινήκανε καπνός«.
Κι ο καλόγερας«;
Έτριψε τα μάτια του, νομίζοντας πως καταφυγγιάστηκε, πως τάδε όλα στ’ όνειρό του. Αλλά μες στη βάρκα βρήκε πούπουλα κόκκινα και κάτω από τα πούπουλα ένα παράξενο κουκούτσι. Τρόμαξε. Τα πούπουλα τα σκόρπισε στη θάλασσα και το κουκούτσι το πέταξε στην ανηφοριά. Αυτό το κουκούτσι είναι ο ψηλότερος κουρμάς που βλέπουμε στον τόπο μας, χρόνια και χρόνια«.
Ο πάππος μου«, λέει ένας μικρός, «έχει ακουστά πως βγήκανε κουρσάροι στα βράχια μας κι είχανε και κουρμάδες μαζί τους. Κι ένα από τα κουκούτσια π’ αφήσανε στο κολατσιό τους, φύτρωσε, ψήλωσε, έγινε ο κουρμάς του Λιμενιού«.
Τα ξέρω«, είπε η Μαυρομιχάλαινα θυμωμένη, «κουρσάροι ήρθανε πολλές φορές στον τόπο μας από τη Μπαρμπαριά. Αλλά τον κουρμά τον έφεραν οι Νεράιδες…»

Ο Γιώργης ο Μαυρομιχάλης, δεν πήγε με το κοπάδι το άλλο πρωΐ, έστειλε στο βουνό τη μάνα του κι εκείνος έμεινε να φυλά καραούλι να πιάσει τον κλέφτη του μαντριού. Τίποτα δε φαινότανε και καθώς η ώρα προχωρούσε, γλαρώθηκε στη θέσι του. ‘Αξαφνα άκουσε ανάμεσα στα βράχια τσάχαλα, πατημασιές. Με το δεξί του χέρι έπιασε την πιστόλα, το γαργάλι της πιστόλας και περίμενε. Αλλά το χέρι του πάγωσε μονομιάς, γιατί εκείνο που πρόβαλε σε λίγο δεν ήταν άνθρωπος. Ήτανε Νεράιδα. Ταμπουρώθηκε κάπου και με το μάτι περίμενε να την ξεχωρίσει πιο καλά. Η Νεράιδα πέρασε από μπροστά του κι αντίς να του πάρει τη μιλιά του χαμογέλασε κι ο άντρας με το αίμα του, με τα ψαχνά του, με τα κόκκαλά του, κατάλαβε πως ήταν γυναίκα, γλυκειά γυναίκα. Τη σήκωσε με τα χοντρά του χέρια, την πήρε και την έφερε ζαλισμένος στο σπίτι του, όπου την απόθεσε απάνου στη μεγάλη κασέλλα με την αντρομίδα και τα φαντά. Δεν ήξερε να του μιλάει, να του αποκρένεται. Ήξερε μόνο να του χαμογελά κι ο Μαυρομιχάλης δεν ήθελε τίποτ’ άλλο για να την κάμει δικιά του, για να σκύψει απάνου της και να τη ρουφήξει, όπως ρουφάνε οι διψασμένοι στον αυλό της βρύσης το νερό.
Αυτή η νια πόμοιαζε με μαλαματόβεργα, ανέβαινε από τα βράχια στο τυροκομείο κι έπαιρνε το τυρί. Δεν είχε τίποτ’ άλλο για να ζήσει. Τη πήρε γυναίκα του, έκανε μαζί της πολλά παιδιά κι η Νεράιδα του Γιώργη του Μαυρομιχάλη, όπως τη λέγανε σ’ όλα τα χωριά, ρίζωσε και γίνηκε Μανιάτισσα.
Λένε, πως ήτανε κάποια βασιλοπούλα, κάποια πριγκηπέσσα από την Ιταλία, από τη Φραγκιά, που επειδή έπεσε σε μεγάλο κρίμα, έδωσε διάτα ο πατέρας της να τη σκοτώσουνε. Αλλά η μάνα της, που πονούσε το σπλάχνο της, δεν άφισε να γίνει κρίμα. Την έβαλε σ’ ένα καράβι κι είπε στον καπετάνιο να την αφήσει στο πιο ξερό, στο πιο γυμνό, στο πιο έρημο μέρος που υπάρχει στη Μεσόγειο κι ο καπετάνιος την άφησε στα βράχια της Μάνης.
Ύστερα από χρόνια, ο πατέρας της, πεθαίνοντας, ένιωσε βάρος στη συνείδησή του γιατί εσκότωσε την κόρη του. Αλλά η μητέρα τον ξαλάφρωσε αποκαλύπτοντας το μυστικό της, τούπε πως την έστειλε με καράβι μακρυά, από κείνα τα χρόνια. Την αναζητήσανε, στείλανε νέο καράβι στη Μάνη κι όταν τη βρήκανε, της είπαν να ξαναγυρίσει στον πατέρα της, που την είχε συχωρέσει, που πρόσμενε τη συχώρεσή της κι αυτός.
Τη συχώρεση του την έστειλε, αλλά δε γύρισε, δε θέλησε να γυρίσει στον τόπο της γιατί είχε πια δεθεί με τον τόπο του αντρός της. Σ’ αυτή τη γυναίκα, στο αίμα αυτής της γυναίκας, λένε πως χρωστούν οι Μαυρομιχαλαίοι την ομορφιά της ράτσας τους.

Γ. Φτέρης 6.7.1958

«Τη θύμηση της Μάνης,
της πέτρας και του αέρα της Μάνης,
την έπαιρνα πάντα μαζί μου, όπου πήγαινα. Σαν φυλαχτό.
«

 Πηγή: Περί…γραφής

Βιογραφικό:O Γιώργος Φτέρης ήτανε δημοσιογράφος που γεννήθηκε στη Λακωνία, στη Μάνη και πιο συγκεκριμένα, στη Καρέα, το 1891. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα κι εργάστηκε σε αρκετές εφημερίδες. Διακρίθηκε ως σχολιαστής και φιλολογικός κριτικός με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Γεώργιος Φτέρης, το κανονικό του ήταν Τσιμπιδάρος. Έγραψε τα έργα «Η Θρυλική Ζωή Του Στρατηγού Βούρβαχη» (1937), τα «Πρόσωπα Και Σχήματα» (1954), τις «Ελληνικές Μορφές» (1979) και το «Μάνη, Πατρίδα Μου» (1981) –εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Μετέφρασε θεατρικά έργα κι έγραψε μελέτες και ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά. Το ποίημα-τραγούδι του της Κατοχής, «Η Χωριάτα» έγινε σύμβολο της ελευθερίας και κινδύνεψε να συλληφθεί από τους κατακτητές. Πέθανε τον Σεπτέμβρη του 1967, σ’ ηλικία 76 ετών.

2012 in review


The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2012 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

4,329 films were submitted to the 2012 Cannes Film Festival. This blog had 23,000 views in 2012. If each view were a film, this blog would power 5 Film Festivals

Click here to see the complete report.