RSS

Category Archives: Πεζά

H Νεράιδα της Μάνης, βίντεο και μετάφραση στα αγγλικά


Από την eldimi eldimaki που ευχαριστώ ιδιαίτερα για την τιμή!

Εδώ καθόμουν καρτερώντας,
πλην μην καρτερώντας τίποτα,
πέρα από το καλό και το κακό,και πότε
χαιρόμουν το φως,πότε τον ίσκιο,κι ήσαν όλα
μόνο παιχνίδι,μόνο θάλασσα,μόνο μεσημέρι,
μόνο άσκοπος καιρός.
Και άξαφνα,ω φίλε, το Ένα γίνηκε Δύο…

Είναι ένα παραμύθι,μια ιστορία από εκείνες που νιώθουμε ότι ξέρουμε,που είναι τόσο γνώριμες ώστε χτυπάει το καμπανάκι του συναγερμού μέσα μας,για την χαμένη καταγωγή μας,και την νοσταλγία μας που πηγάζει από τα βάθη των αιώνων!
Ένα αστέρι,μια γυναίκα νεράιδα που το φως της εξαπλώνεται πάνω από τις σκιές της Μάνης,και που ο χρόνος κρατά το δικό του ημερολόγιο,στο άυλο γίγνεσθαι της αιωνιότητας…Σ΄αυτό το μαγικό τοπίο της Ελλάδος,στην Μάνη,στο σπήλαιο Δυρού,στα έγκατα της θάλασσας,και πέρα από τα ανθρώπινα πεπραγμένα,ο Βασίλης Πουλημενάκος βρέθηκε στο κοινό σημείο επαφής δυο κόσμων,του φθαρτού,και του άυλου,και έπεσε σε έκσταση »ποιητική» κοντά της…
Δικό του το κείμενο,η συνέχεια της ιστορίας στο βίντεο,και τον συστήνω,σε όσους ακόμη δεν τον γνωρίζουν
» Τάδε έφη Βασίλης Πουλημενάκος

Εικονοποίηση: eldimi eldimaki

Η Νεράιδα της Μάνης (Ανέκδοτο δισκογραφικά) ✿ڿڰ ♥ ♪♫Από το ομώνυμο βιβλίο Η Νεράιδα της Μάνης
Κείμενο: Βασίλης Πουλημενάκος
Μουσική: zero-project
Αφήγηση: Δήμητρα Τάμπαση – Ηθοποιός, ραδιοφ. παραγωγός
Μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα: Τάνια Κρητικού
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τα σαίνια,τους συντοπίτες μου εδώ στην Καβάλα,που έχουν τις εκδόσεις Σαίτα.Κυκλοφορεί σε μορφή .pdf,και μπορείτε να το κατεβάσετε,και να το διαβάσετε ελεύθερα!
Σύνδεσμος: http://www.saitapublications.gr/2013/…

Επίσης η μουσική από το προσωπικό ιστολόγιο του μουσικοσυνθέτη : http://www.zero-project.gr/music/audi…
Το Κείμενο από το ιστολόγιο του Βασίλη Πουλημενάκου : https://vasilis67.wordpress.com/
και το κανάλι του στο Youtube: https://www.youtube.com/channel/UCbu8…

Faces book Δήμητρα Τάμπαση https://www.facebook.com/dimitra.tampasi
– Το ποίημα στην εισαγωγή της περιγραφής,είναι απόσπασμα από το ποιητικό έργο »Τάδε έφη Ζαρατούστρα » Φρειδερίκου Νίτσε

-Αποποίηση.Τα πνευματικά δικαιώματα του κειμένου ανήκουν στον Βασίλη Πουλημενάκο,η μουσικοσύνθεση στον zero-project,και αντιστοίχως στους προαναφερόμενους κατόχους.
Disclaimer.The Copyright of the text belonging to Vasilis Poulimenakos,the music composition the zero-project, and respectively in the above holders.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 19 Φεβρουαρίου 2015 σε Βίντεο, Μανιάτικα, Παραμύθια, Πεζά

 

The Fairy of Mani


The Fairy of Mani_cover_small H «Νεράιδα της Μάνης» έχει απελευθερωθεί στους ουρανούς του διαδικτύου και στα Αγγλικά, στις εκδόσεις Σαΐτα (Αύγουστος 2014) με τον τίτλο «The Fairy of Mani» και τη μετάφραση της Τάνυας Κρητικού. Μπορείτε να διαβάσετε ή να κατεβάσετε δωρεάν το e-book εδώ

Title: The Fairy of Mani

Author: Vasilis Poulimenakos

ISBΝ: 978-618-5040-87-1

Contributors

Cover Page Design: Stefania Veldemiry
Translation from Greek: Tanya Kritikou
Editing: Tina Moschovi
Page layout: Iraklis Lampadariou

Description

The Fairy of Mani lives in the caves of Inner Mani and Oitylo but her favourite beach is Porto Cayo, located in the southern neighbourhood of Cape Tainaron. From centuries, the summers you will find her hang about there.

Sometimes she stands nailed on the tall rocks, at others she basks in Armenopetra, scanning the ships which sail timidly around Cape Maleas, and sending fortunate words and smiles. Most of the times, though, she is lost into the blue waters, transforms into mermaid, finds home in the sea bottom and saunters on the earth at nights…

This book has been flying on the Internet since August 2014.

 

 

 
Σχολιάστε

Posted by στο 13 Αυγούστου 2014 σε Βιβλία, Μανιάτικα, Παραμύθια, Πεζά

 

e-Εφαρμογές για smartphones και tablets για τα τρία e-books


automon_whiteOι εφαρμογές του Αντώνη Πανώρη Αutomon για Android επιτρέπουν να κατεβάσετε στο tablet και στο smartphone e-books μικρά ή μεγάλα και να τα διαβάσετε ή να τα ξαναδιαβάσετε οπουδήποτε είσαστε κάτω από ομπρέλες, σε ξαπλώστρες, σε αμμουδερές παραλίες και μη.. .

Εχουν ανέβει από τον Αντώνη Πανώρη και τα τρία βιβλία που έχω κυκλοφορήσει με τις Eκδόσεις Σαΐτα  σε καλαίσθητα και ευχάριστα στην ανάγνωση applications .

«Η Νεράιδα της Μάνης» είναι μια ιστορία που αγαπήθηκε και ταιριάζει με το καλοκαίρι. Απλά κάνετε download -δωρεάν βέβαια- και οδηγείται το βιβλίο σαν εφαρμογή στο tablet και στο smartphone σας και σας κάνει παρέα.[PouBas_HNTM] [Blog] [Image] [HighResIcon] [124x124]

Η Νεράιδα της Μάνης ζει στις σπηλιές της Μέσα Μάνης και του Οιτύλου αλλά η αγαπημένη της παραλία είναι στο Πόρτο Κάγιο, στη νοτιότερη γειτονιά του Ταινάρου. Εδώ και αιώνες, τα καλοκαίρια, θα τη βρεις εκεί να τριγυρίζει.   Άλλες φορές, στέκεται καρφωμένη στα βράχια ψηλά κι άλλες, λιάζεται στην Αρμενόπετρα, αγναντεύοντας τα πλοία που καβατζάρουν δειλά τον Κάβο Μαλέα, στέλνοντας καλότυχες λέξεις και χαμόγελα. Τις πιο πολλές όμως, χάνεται στα γαλάζια νερά, μεταμορφώνεται σε γοργόνα, βρίσκει σπίτι στον βυθό και σουλατσάρει στη στεριά τα βράδια…

«Η σύγκρια» [PouBas_HS] [Blog] [Image] [HighResIcon] [124x124]είναι μια ακόμα μανιάτικη ιστορία που έχει γίνει application Automon Android. Είναι ένα αφήγημα γραμμένο σαν παραμύθι για μεγάλους κατάλληλο και για τις εφηβικές ηλικίες.

Καταγράφει τη σκληρή σκέψη της Μάνης της εποχής του 1870 αλλά και παρατηρεί με τα μάτια της εποχής μας το έθιμο της σύγκριας, που ήταν εθιμικό δίκαιο στην παλιά Μάνη. Η ανάγκη, ο κλήρος και το χρέος, ξεπερνούσε τις όποιες οικογενειακές και θρησκευτικές αντιρρήσεις.

[PouBas_DATL] [Blog] [Image] [HighResIcon] [124x124]

Πιο μεγάλο σαν e-book, ένα μικρό μυθιστόρημα είναι η «Δαντέλα από τον Λίγηρα» ιδανικό για πειρατικές ή ανατολίτικες σκέψεις

Αξίζει να διαβάσετε και τα τρία e-books γιατί όπως καταλήγει και το τρίτο.«…στην αγάπη τίποτα δεν απαιτείται. Και τίποτα δεν χαρίζεται. Πολλές φορές το τίμημα της αγάπης είναι βαρύ σαν αλγέρικο σπαθί κι ακριβό όσο μια δαντέλα από τον Λίγηρα…»


 
Σχολιάστε

Posted by στο 22 Ιουλίου 2014 σε Best of, Βιβλία, Μανιάτικα, Πεζά

 

Ένα e-book, ένα αγαλματάκι κι ένα audiobook


photo1141171430szhjiz

Η Νεράιδα της Μάνης, αφήγημα, Οκτώβριος 2013
Συγγραφέας: Βασίλης Πουλημενάκος
Εκδόσεις Σαϊτα
Ζωγραφιά εξωφύλλου: Στεφανία Βελδεμίρη
Επιμέλεια, Διορθώσεις, Σελιδοποίηση, Σύνθεση εξωφύλλου: Ηρακλής Λαμπαδαρίου

1a.H neraida tis manis

audiobook_the_fairy_of_mani_greek_slim_cover

Aφήγηση: Δήμητρα Τάμπαση, ηθοποιός, ραδιοφ. παραγωγός
Kείμενο: Βασίλης Πουλημενάκος
Μουσική: zero-project
Ιούλιος 2012

Η Νεράιδα της Μάνης, 2014
Κωνσταντίνος Παπαεμμανουήλ
Κατασκευή από πηλό, πέτρα και ακρυλικό χρώμα,
14 x 12,5 x 9 εκ.
The Fairy of Mani, 2014
Construction of clay, rock and acrylic color,
14 x 12,5 x 9 cm

1899151_1448287432068681_2066395491_n

 
 

Η «Δαντέλα από τον Λίγηρα» στις σελίδες του Bonus Mall mag


BonusMallmag_21Δαντέλα από τον Λίγηρα

(Αναδημοσίευση από το Bonus Mall mag)

Toυ Βασίλη Πουλημενάκου

Πριν ξεκινήσει αυτή την πτήση με τη Σαΐτα, η «Δαντέλα από τον Λίγηρα» δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια σταγόνα στο ομώνυμο ποτάμι της δυτικής Γαλλίας και από έναν ήχο της σιωπηλής πόλης της Μεδίνας στη Μάλτα. Από τις πρώτες γραμμές  η ηρωΐδα, η Amandine, ντύθηκε με τον ρομαντισμό της εποχής της Αναγέννησης κάτω από τη βυσσινιά της μπέρτα, αλλά γρήγορα ξέφυγε όπως συμβαίνει συνήθως στις περιπτώσεις των νεαρών κοριτσιών. Κι έφυγε κλεφτά με τη γαλέρα του Di Angelo για τα βάθη της Ανατολής όπου έμελε να ζήσει τον πρώτο της έρωτα διανθισμένο με ανατολίτικο αισθησιασμό σε όλο του το μεγαλείο.
Ένα πάντρεμα είναι το βιβλίο πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις αλλά και στους τύπους των πολιτισμών της Δύσης με την Ανατολή. Μια γέφυρα. Αν και διαδραματίζεται χρονικά στο 1590 με τις τόσες αντιθέσεις, διαμάχες και διαφορετικές νοοτροπίες, στην πορεία λειαίνουν οι γωνίες και τα χαρακτηριστικά όλων γίνονται οικεία, σα να πρόκειται για ανθρώπους και καταστάσεις της διπλανής μας πόρτας.
Και γύρω απ’ όλα και μέσα η αγάπη. Αυτό το προαιώνιο αμάρτημα ή ευλογία, αυτό που ούτε ξέρει ούτε θέλει να κρίνει, απλά όταν έρχεται, αφήνεσαι να ταξιδεύεις κι όπου βγει. Για τόσο, όσο. Όπως καταλήγει και το βιβλίο:
«..Στην αγάπη τίποτα δεν απαιτείται. Και τίποτα δεν χαρίζεται. Πολλές φορές το τίμημα της αγάπης είναι βαρύ σαν αλγέρικο σπαθί κι ακριβό όσο μια δαντέλα από το Λίγηρα…»
Είχα τη χαρά αυτή τη νουβέλα να την «απελευθερώσω» στους αναγνώστες και στον απέραντο ουρανό του διαδικτύου μέσα από τις φιλόξενες Εκδόσεις Σαΐτα, με την επιμέλεια και φιλολογική φροντίδα τους δημιουργού τους Ηρακλή Λαμπαδαρίου. Στην πτήση συνταξιδεύουμε με τον Κωνσταντίνο Παπαεμμανουήλ που έχει φιλοτεχνήσει τα υπέροχα έργα με τις γαλέρες στα εξώφυλλα. Και τους δύο ευχαριστώ από καρδιάς για τη συνεργασία. Με τις Εκδόσεις Σαΐτα έχουν κυκλοφορήσει πρόσφατα και δύο μανιάτικα αφηγήματά μου με ξεχωριστό σκεπτικό το καθένα: «Η Νεράιδα της Μάνης» και «Η σύγκρια».
 
Μπορείτε να δείτε το παραπάνω άρθρο στη σελίδα 88 του περιοδικού Bonus Mall Mag (Τεύχος 21, Δεκέμβριος 2013) και να διαβάσετε κι άλλα ενδιαφέροντα άρθρα,  πατώντας εδώ.
ΥΓ. Τη νουβέλα «Δαντέλα από τον Λίγηρα» μπορείτε να κατεβάσετε και να διαβάσετε ελεύθερα από τη σελίδα των Εκδόσεων Σαΐτα εδώ.

 
1 σχόλιο

Posted by στο 10 Φεβρουαρίου 2014 σε Best of, Βιβλία, Πεζά

 

Δαντέλα από τον Λίγηρα


Δαντέλα από τον Λίγηρα

Δαντέλα από τον Λίγηρα

‘Ενα ταξίδι σε λέξεις από τη Δύση στην Ανατολή στα χρόνια της Αναγέννησης..

«…Στην αγάπη τίποτα δεν απαιτείται. Και τίποτα δεν χαρίζεται. Πολλές φορές το τίμημα της αγάπης είναι βαρύ σαν αλγέρικο σπαθί κι ακριβό όσο μια δαντέλα από το Λίγηρα…»

Τίτλος:Δαντέλα από τον Λίγηρα (νουβέλα σε e-book 48 σελίδων)

Συγγραφέας: Βασίλης Πουλημενάκος
Εκδόσεις Σαΐτα
Συντελεστές:
Έργα εξώφυλλου-οπισθόφυλλου: Κωνσταντίνος Παπαεμμανουήλ
Επιμέλεια, Διορθώσεις, Σύνθεση εξωφύλλου, Σελιδοποίηση: Ηρακλής Λαμπαδαρίου
Κατεβάστε το δωρεάν από τη διεύθυνση: http://www.saitapublications.gr/2013/11/ebook.61.html
Και σαν application Android για smartphone μπορεί να διαβάσετε το βιβλίο εδώ μια εφαρμογή που ανέπτυξε ο Αντώνης Πανώρης. Το συγκεκριμένο βιβλίο, όπως και όλα τα βιβλία των Εκδόσεων Σαΐτα, ταξιδεύει ελεύθερα στο Διαδίκτυο με άδεια Creative Commons
Δαντέλα από τον Λίγηρα- Οπισθόφυλλο

Δαντέλα από τον Λίγηρα- Οπισθόφυλλο

Τα έργα στα εξώφυλλα με τους θαλάσσιους γίγαντες και τη ναυμαχία είναι του Κωνσταντίνου Παπαεμμανουήλ που ευχαριστώ θερμά για τη συνύπαρξη, όπως και τον Ηρακλή Λαμπαδαρίου και τις Εκδόσεις Σαΐτα για την σαϊτοπτήση που βρήκε για άλλη μια φορά τα φώτα του διαδρόμου.

Από την ανάρτηση του Ηρ. Λαμπαδαρίου για το βιβλίο: «Κεντρικό θέμα της νουβέλας «Δαντέλα από τον Λίγηρα» του Βασίλη Πουλημενάκου, η αγάπη. Βρίσκεται πλαισιωμένη από ένα μεθυστικό άρωμα της ανατολής και τη νοσταλγία της δύσης, προσκαλώντας σας σ’ ένα ταξίδι αισθήσεων και λέξεων. Καλή ανάγνωση!»

Στο εξώφυλλο εικονίζεται το έργο του Κωνσταντίνου Παπαεμμανουήλ: Οι θαλάσσιοι γίγαντες του 18ου αιώνα, 2012 Ακρυλικό σε πήλινο πιάτο, με διάμετρο 32 εκ.

Και στο οπισθόφυλλο το έργο του:
Ναυμαχία ανάμεσα σε αγγλικό και ολλανδικό πλοίο, 2012 Ακρυλικό σε μουσαμά με κολάζ (ξύλο, χαρτί, αλουμινόχαρτο, χαρτόνι, σπάγκος), 240 x 190 εκ. (και βάθος 70 εκ.)

 
Σχολιάστε

Posted by στο 22 Νοεμβρίου 2013 σε Best of, Βιβλία, Πεζά, Ταξίδια

 

Κάνοντας πτήσεις με μια Σαΐτα


Το κείμενο δημοσίευτηκε στο σάιτ των εκδόσεων Σαΐτα στις 25/10/2013.

 
«…κι όπως θα στάζουν τα φεγγάρια στο νερό
θα κλέψω χρώμα και θα φτιάξω ουρανό
για να πετάξω μ’ ένα χάρτινο φτερό
μαζί με σένα…»
Άκουγα τους στίχους του Σταύρου Σταύρου στο τραγούδι του Γιάννη Κότσιρα «Για σένα» και σκεφτόμουν πόσο όμορφο θα ήταν να μπορούσαν να πετάξουν και τα γραπτά σαν όνειρα, τόσο απλά και τόσο αέρινα σαν ένα χάρτινο φτερό, φτάνοντας ψηλά στον ουρανό χωρίς να περνάνε από άλλες σκέψεις και παραμέτρους.
1398452_476507672464775_379582248_oΤότε θυμήθηκα ότι κάπου είδα ένα site, είχε μια σαΐτα για σήμα, σαν αυτές που πετάγαμε παιδιά στο δάσκαλο ή τις βάφαμε, φτιάχναμε περίτεχνα τάχα την ουρά τους και τις στέλναμε να ταξιδέψουν και να φύγουν μακριά, απλά για να ταξιδέψουν.
Μπήκα με λαχτάρα στη Σαΐτα και όταν άνοιξα το πρώτο βιβλίο με πλημμύρισε ένα κύμα από χαμόγελα και παιδικές ψυχές, από παραμύθια πολύχρωμα με εικόνες και περιγραφές, με υλικά το συναίσθημα και την ελπίδα, αντίκρισα ένα κόσμο ολόκληρο που με ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα και πιο πέρα ακόμα. Είδα την κατάθεση ψυχής του-της συγγραφέα να γίνεται κτήμα του φίλου πλέον εκδότη Ηρακλή Λαμπαδαρίου και εκείνος να συνεχίζει σαν γαϊτανάκι δημιουργικό το παιχνίδι της απογείωσης βαδίζοντας στα ίδια χνάρια.
Με χαρά διαπίστωσα ότι θα μπορούσαν και γραπτά για μεγαλύτερους να συμμετάσχουν σε αυτές τις πτήσεις και εντόπισα πολλές και ενδιαφέρουσες συμμετοχές -συγγραφικές καταθέσεις.
Έτσι βρέθηκα κι εγώ ανάμεσα σε παιδιά και σε μεγάλους, πετώντας σαν σαΐτες στον ουρανό, δύο δικά μου αφηγήματα, τη «Νεράιδα της Μάνης» και τη «Σύγκρια» που έγραψα με κέντρο την αγαπημένη μου Μάνη, τον τόπο των γονιών μου, αλλά και το μέρος που έζησα αμέτρητα καλοκαίρια πιάνοντας τον παλμό των ανθρώπων και την αίσθηση της ιστορίας που κρύβει η σκληρή γη.
1397016_477594785689397_1113091417_o
Η «Νεράιδα της Μάνης» είναι ένα αφήγημα που αναπτύσσει τις ανάσες και τις μυρωδιές του τόπου, τις εικόνες και τα χρώματα που ο ήλιος της Μάνης αντανακλά στα συναισθήματα και τα πρόσωπα των ανθρώπων, τα μαγεύει και τα κάνει πιο οικεία και πιο παραμυθένια. Δεν είναι τυχαίο που μια νεράιδα υπάρχει σε κάθε σπίτι μανιάτικο και το ερώτημα για το αν υπάρχει ή όχι Νεράιδα της Μάνης καλά κρατεί σαν θρύλος από αιώνες.
Η «Σύγκρια» όμως δεν είναι ένας θρύλος που έγινε αφήγημα, ήταν μια εντελώς πραγματική κατάσταση, μια ανάγκη, όταν το χρέος, στα παλιότερα βέβαια χρόνια, υπερέβαινε κάθε οικογενεική και θρησκευτική παραδοχή. Νόμος άγραφος επέτρεπε την ιδιότυπη εγκατάσταση μιας σύγκριας σε ένα σπίτι, γιατί στην αδούλωτη χώρα της Μάνης υπήρχαν κι αυτοί. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο 1870 και συνοδεύεται από λεξικό για μερικές δύσκολες λέξεις.

Ευχαριστώ θερμά τις εκδόσεις Σαΐτα, τον Ηρακλή Λαμπαδαρίου και τους υπεύθυνους αξιολόγησης για την εκτίμηση στα δυο διαφορετικής υφής μανιάτικα αφηγήματά μου. Επίσης πολλά ευχαριστώ στην Στεφανία Βελδεμίρη και μπράβο για την ζωγραφιά που στόλισε το εξώφυλλο της Νεράιδας της Μάνης και ομόρφυνε με την εικόνα της την ιστορία. Καλή συνέχεια σε όλους και στη Σαϊτα ευχές για πολλές απελευθερώσεις. Τα όνειρα εκεί πάνω ζουν, ελεύθερα.

Bασίλης Πουλημενάκος

ΥΓ. Τα δύο αφηγήματα κυκλοφόρησαν ελεύθερα σε e-book από τις εκδόσεις Σαΐτα, τον Οκτώβριο 2013.

saitalogo.PNG
 
4 Σχόλια

Posted by στο 26 Οκτωβρίου 2013 σε Βιβλία, Μανιάτικα, Παραμύθια, Πεζά

 

Ο Πουλημενάκος


Μια ιστορία λαογραφική από την μακριά και πλούσια παράδοση της Μάνης από το βιβλίο του Γιάννη Μανιατέα “Παραμύθια, Μύθοι και Θρύλοι της Μάνης”, εκδόσεις Αδούλωτη Μάνη, κείμενο γραμμένο με τη μανιάτικη ντοπιολαλιά.

Ο Πουλημενάκος

Εκάθοντα στο Γύθειο, στην προκυμαία, μία παρέα και πίνασι ούζο με αχταποδάκι. Τον ένανε από την παρέα τον ελέασι Πουλημενάκο. “Πώς σου βγήκε, ρε Αριστείδη, τέτοιοδα όνομα;” τον αρώτησε ένας από κείνους που κάθοντα στο τραπέζι, για να ντονε κάνει χάζι. “Σε πουλήσασι καψερέ;” Γελάσασι όλοι με το χωρατό. Κείνος δεν ήξερε τι να πει. “Μήπως ηξέρω τι μ’ εκάμασι μαθές;” Στην παρέα ήτονε κι ένας από κείνους που γράφουσι βιβλία για τη Μάνη και τους Μανιάτες και τ’ άκουσε. “Να σας επώ εγώ κορώνες μου” τους είπε.

Τα παλιά τα χρόνια, λέει, σε μια φαμίλια πεθαίνασι όλα τα παιδία, που γένναε η κυρά. Άλλα τα γένναε ξερά και άλλα τα γένναε και σε λίγο πεθαίνασι. “Αμάν! είπασι οι γονέοι, εκάημεν! Τι θα γενούμε τώρα δίχως παιδία”. Γεννήθηκε μία φορά, μετά ‘πό λίγον καιρό, ένα άλλο παιδί. “Τώρα τι θα κάμομε”, είπασι, θα μας πεθάνει και τούτο! Τι σκέφτηκαν λοιπόν για να σταματήσουνε το κακό. “Επειδής, λέει μπορεί να φταίει η κατσιποδιά της φαμίλιας μας και του σπιτιού μας, να κάνουμε ότι πουλάμε το παιδί μας σε άλλονε για να ξεφορτωθεί τη γρουσουζία μας και να ζήσει εούτο”.

Το πήρασι λοιπόν, εβγήκασι στο δρόμο και, τάχατες, το πουλήσασι στους περαστικούς. Αυτό το πράγμα σιγά σιγά έγινε ένθιμο. Όντες λοιπόν πεθαίνασι ένα-δυο νεογέννητα στην αρχή και γεννιότανε ένα νέο παιδί, το ‘παιρνε η μαμή, μία θεία του ή κάποιος άλλος, το πάαινε σ’ ένα τριδρόμι και παράσταινε πως το πουλάει. Καθότουνα κι έλεε: “Ένα παιδί πουλώ! Ένα παιδί πουλώ!” Τότε κάποιος περαστικός έδινε λίγο στάρι, λίγο μπαμπάκι, κούκλα, ό,τι άλλο είχε, λίγα λεφτά και έκανε ότι τ’ αγόραζε. Το ‘παιρνε και το ματαπήγαινε στη μάνα του. Έτσα ενομίζασι ότι εδιώχνασι την κακοτυχία και δεν θα πέθαινε και κείνο.

Άλλη φορά έκανε τα στραβά μάτια η μάνα και μια συγγένισσά της πήγαινε, τάχατες, και της έκλεβε το παιδί και πάλι έβγαινε και το πούλαε στο δρόμο. Πήγαινε η μάνα του και το “αγόραζε”. Το παιδάκι το λέγανε “Πούλο” ή “Πουλημένο” και καμιά φορά “Αγοραστό”. Από αυτό βγήκε το παράνομά σου “Πουλημενάκος”. Στην έξω Μάνη τους λένε “Πουλημενέους”. Το συνήθειο αυτό κρατάει μπρος από οχτακόσα χρόνια.

“Τι λες μωρέ!” του είπε ο Πουλημενάκος. “Έτσι είναι;”
“Έτσι, του λέει εκείνος, όπως τ’ ακούεις”.

Γιάννης Μανιατέας

(στη φωτό οι Δολοί της Έξω Μάνης σε χαλκογραφία του 1830, B. de saint Vincent)

(στη φωτό οι Δολοί της Έξω Μάνης σε χαλκογραφία του 1830, B. de saint Vincent)

 
2 Σχόλια

Posted by στο 26 Αυγούστου 2013 σε Βιβλία, Μανιάτικα, Πεζά

 

Μέρα μου


"Woman in red skirt" by Robert Klaya

«Woman in red skirt» by Robert Klaya

«Μέρα μου»
(του Βασίλη Πουλημενάκου)
Η ζωή φίλε μου, μοιάζει με δρόμο που καλείσαι να συνεχίσεις με το αγώι σου. Απ’ όπου τον πρωτοπιάσεις.
Δεν ξέρω πόση αξία μπορεί να έχει η «στιγμή» για τον καθένα. Και πόσο μπορεί κάποιος να λατρέψει το λίγο και να αφιερώσει τη ζωή του στο ελάχιστο. Λένε ότι στον έρωτα τα θέλουμε όλα. Ψέματα. Στον έρωτα τα δίνουμε όλα. Παίρνουμε ότι μας προσφέρεται.
Σε κάποια γωνιά της Αττικής η μια στιγμή αντιστοιχούσε με τα άγχη, τα όνειρα και τις αγωνίες, τον ένα σφοδρό και τους πολλούς φτιαχτούς έρωτες της Γωγώς. Μιας όμορφης καστανομάτας δακτυλογράφου από τα Μέγαρα με μια καψούρα αιώνια για τον θαλασσινό αγαπημένο της. Μια φλόγα που ποτέ δεν σίγασε. Όσα χρόνια κι αν πέρασαν.

Ακόμα κι όταν έκλεισε το γραφείο που την απασχολούσε και η ανέχεια την έστειλε στο Αιγάλεω κι άναψε φανάρι. Άμα ήρθε η ώρα και βρέθηκε με τον πρώτο, σα να το ‘κανε με τον Παντελή ήταν για κείνη. Και μετά και με όποιον κι αν πήγαινε. Έντυνε τη σκέψη της με ένα νοερό ταξίδι στη θάλασσά του. Έκλεινε τα μάτια και ψιθύριζε «μέρα μου». Με το νου σε κείνον. Της κυβερνούσε το μυαλό. Με το μυαλό. Και να σκεφτείς ότι είχε μεγαλώσει πια. Και εκείνη αλλά μαζί κι εκείνος.

Αρκεί να τον έβλεπε. Μόνο αυτό ζητούσε. Αυτό έψαχνε. Να πάρει τη στιγμή του. Να του τα δώσει όλα. Ψυχή και σώμα. Μασιά πυρωμένη στο τζάκι που τον περίμενε. Για πάρτη του μόνο. Είκοσι χρόνια τώρα.
Γαμώτο. Είχε αρχίσει να χαλαρώνει και το κορμί της. Στο διάολο να πάνε κι οι κρέμες. Πάνω κάτω στα σαράντα, με σιλουέτα θανατηφόρα, άντεχε παρά το παίδεμα, πάλευε όμως με τον αλήτη τον χρόνο και πρόσεχε. Με τον ερχομό του θα φόραγε πάλι τη μίνι φούστα την κόκκινη κι από κάτω το σιθρού βρακί που ‘χε για κείνον μόνο, εδώ και χρόνια. Ψώνιο απ’ το Σαντιάγκο.
«Σου ‘φερα δώρο», της ανακοίνωσε θριαμβευτικά τότε.
Παπαριές καραβίσιες. Εκεί οι Χιλιανές οι δηλωμένες έχουν και μαγαζάκι στο ντουλάπι τους. Με λίγα δολάρια παραπάνω, το παίρνεις gift και καλά ότι είναι το δικό τους. Αυτό δεν της το είπε.
«Όταν έρχομαι να το φοράς με την κόκκινη φούστα».
Όταν μπούκαρε λοιπόν το καράβι στον Πειραιά, το φόραγε η Γωγώ για να διαγράφονται όλα. Και τ’ από μέσα. Και τα παλιά. Για να διαγράφεται και το αγκάθι της απουσίας του. Σουτιέν, κόλπα και φιοριτούρες δεν γούσταρε ο Παντελής. Ήθελε να βλέπει το στήθος να καρφώνει στην μπλούζα και να παίζει στην κίνηση. Τώρα αδειασμένη από τα χρόνια και τις ταλαιπώριες, κάθε Κυριακή πρόβαρε τη φούστα κι όταν δεν έβρισκε τρύπα το γαμημένο το κουμπί πλακωνότανε στη δίαιτα – μια βδομάδα αγγούρι και γιαούρτι είχε στο τραπέζι χωρίς υπερβολή. Μην τυχόν κι έρθει ο Παντελής και παρεξηγηθεί που δεν φόραγε το μίνι. Το βυζί το κρεμασμένο την άγχωνε μόνο. Και να οι πόζες και τα καμαρώματα στον καθρέφτη μπας κι ανέβει κομμάτι και κοιτάξει μπρος η ρώγα.
Τα μεσάνυχτα τα αποψινά ήταν άδεια. Λόγω της ημέρας τα παλιόπαιδα κάθονταν στα σπίτια τους. Έτσι κι αυτή έκλεισε το φως έξω. Κι αποφάσισε να ανοίξει μέσα τη βραδιά στον εαυτό της. Φόρεσε την κόκκινη φούστα κι έκατσε μπροστά στον καθρέφτη της. Έφτιαξε το βάψιμο που άρεσε του Παντελή. Πέρασε τα δάχτυλα από το σώμα της και τ’ άφησε να χαϊδέψουν τα μάγουλα. Η ματιά της έπεσε δεξιά. Το κομοδίνο ήταν γεμάτο από τα γράμματά του. Τα άγγιξε σα γιασεμιά της νύχτας. Τα είχε μάθει απ’ έξω, τα είχε μελετήσει λέξη-λέξη, γιατί πίσω από τα χειρόγραφα, πίσω από τα γαλάζια του γράμματα, έμπαινε και άγγιζε την ψυχή του.
Είχε πάρει κομπιούτερ, είχε και wi-fi αλλά από ίντερνετ δεν σκάμπαζε πολλά. Toν πρώτο καιρό περίμενε κάνα πιτσιρικά να τη βάλει στο google earth. Κι αφού έκανε το κέφι του ο μικρός κι έφευγε, εκείνη σέρφαρε στο κόσμο του άντρα της. Ταξίδευε με το λάπτοπ αγκαλιά και όπως κάθε τι με τον καιρό έμαθε. Έτσι, ξαπλωμένη δίπλα του. Γυμνή αλλά ελεύθερη που ξεχείλιζε έρωτα. Αγριόγατα που έβγαινε από το κλουβί. Του «δινόταν» έλεγε και πίστεψε με ρε φίλε, το ‘νιωθε, το πίστευε. Στη Σαγκάη, στο Μπουένος Άιρες, στην Αφρική, στον Ωκεανό. Όπου κάτσει. Κι η θάλασσα για την Γωγώ «μέρος» ήταν. Ίδια στεριά. Άλλος τόπος.
Κι αυτό το βράδυ, ας ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς, θα έμενε μέσα η έρμη και θα του δινόταν. Κι εκείνος θα την έπαιρνε πλάι του. Για μια ώρα. Έτσι με το νου. Με τον αέρα.
Έκανε κλικ στον Ειρηνικό κι ανοιγόκλεισε τα μάτια σα να τον καλούσε. Γύρισε μπρούμυτα πετώντας τα σκεπάσματα. Πήρε μια μεγάλη ανάσα σαν βαθύ στεναγμό. Zoom στα μικρά νησιά. Διπλό κλικ στα κύματα, σαν ξόρκισμα μαζί και προσευχή. Κι όλα αυτά πλησίαζαν. Δεξί στις πληροφορίες, full screen στις φωτογραφίες. Κι εκείνος κοντοζύγωνε.
Στριφογύρισε τα πόδια και τα χέρια της πάνω στα σεντόνια, προσπαθώντας να βρει την κατάλληλη θέση να κουρνιάσει το κορμί της. Πέρασαν τρία χρόνια μακριά του κι όμως ήταν εκεί. Αργό λίκνισμα των γοφών. Έγειρε το κεφάλι και τα μάτια της έφυγαν. «Μέρα μου». Enter. Κι ο χρόνος άλλαξε.
Β.Π.
Αφήγημα «Μέρα μου»
Συγγραφέας: Βασίλης Πουλημενάκος
Αφήγηση:Αθηνά Καρβουνιάρη
Μουσική: Τάνια Νικολούδη
Μελωδία: Σαλώμη
Video production: Athina K.
ΥΓ. Ευχαριστώ από καρδιάς την Αθηνά Καρβουνιάρη για την υπέροχη ερμηνεία και απόδοση στην αφήγηση του κειμένου αλλά και την Τάνυα Νικολούδη με το μουσικό της θέμα «Σαλώμη» που έντυσε μοναδικά ταιριαστά όλο το αφήγημα
 
3 Σχόλια

Posted by στο 6 Ιουλίου 2013 σε Best of, Άνθρωποι, Βίντεο, Πεζά

 

Η σύγκρια


Μανιάτικη φορεσιά

Μανιάτικη φορεσιά

Η σύγκρια

του Βασίλη Πουλημενάκου

Μια φορά κι ένα καιρό στην Μάνη…

Δεν είχαν περάσει δυο χρόνια από τότε που παντρεύτηκε ο Θωμάς και είχε αρχίσει ήδη να δέχεται πιέσεις. Το σόι του ήταν από τα μεγαλύτερα στην ευρύτερη περιοχή του Κότρωνα κι εκείνη την εποχή -κάπου στα 1870- στα κεφαλοχώρια της Μάνης τα σόγια όριζαν το μέλλον και οι γδικιωμοί τους ζωντανούς. Και στη γέννα από σερνικά παιδιά γινόταν η πραγματική χαρά.

Στον γάμο του έγινε μεγάλο γλέντι αλλά τι τα θες, τι τα γυρεύεις. Η τετράπατη πυργοκατοικία του που έμοιαζε κάστρο με την εκκλησιά δίπλα και κολλημένα τα άλλα πυργόσπιτα από τους συγγενείς, φάνταζε να τον απειλεί πάνω από το κεφάλι του και να του εξουσιάζει τη σκέψη, σαν χρέος. Μαζί και το έρμο το Δεσποινιώ του, μια κούκλα να την πιεις στο ποτήρι, που όμως πέρα από το ματωμένο σεντόνι δεν είχε κάτι άλλο της προκοπής σα νύφη να επιδείξει στην κλειστή κοινωνία των Δημητρουλιάνων. Ούτε μια κόρη έστω για ξεκίνημα. Στέρφα έδειχνε η Δέσποινα, δυο χρόνια και βάλε το πάλευε με το Θωμά και τίποτα. Την πήγε και στο Γύθειο στο φίλο του γιατρό τον Γιάννη τον Γερακάρη αλλά κι εκείνος δεν την γιάτρεψε ως φαίνεται.

Ήταν και αχαμνόμερη η φουκαριάρα, ποιος να την υπολογίσει. Η φαμίλια της ήταν από φαμέγιους ταπεινούς, τίμιους όμως που τους ζήλευε ο ήλιος, το ασημόφωτο φεγγάρι και η πιο καθαρή ματιά της θάλασσας. Δούλευαν σε ξενοχώραφα και με αφεντικά τους Δημητρουλιάνους πρόκοψαν και έπαιρναν πια το καλύτερο μερτικό από τον ιδρώτα τους.

Με την ομορφιά της η Δέσποινα μάγεψε τον Θωμά με το που την είδε να πηγαίνει κολατσιό στα χτήματα και με την αγνότητα της ψυχής της, χωρίς να σκεφτεί υστερόβουλα, λιώνοντας στα λόγια και στην ομορφιά του, πρώτο και τελευταίο της άντρα τον αποκάλεσε κι έτσι τον λόγιζε από τότε για πάντα. Και γέμιζε η καρδιά της μόνο από τα γλυκόλογα της αιώνιας πίστης του Θωμά, του αισθηματία μανιάτη, που και πολυδιαβασμένος ήταν και περιποιητικός με τις γυναίκες, όσο δεν έπαιρνε άλλο.

-Βασίλισσα του Πασσαβά θα σε κάνω, μονάκριβή μου.

-Κι εσύ στον πύργο μας ο κύρης μου, η κορώνα μου κι ο άρχοντάς μου.H sigkria

Όλα άλλαξαν δυο χρόνια μετά. Και δεν την είχαν πάρει και τα χρόνια, στα 22 ήταν ακόμα. Αλλά το «πράμα από το πρωί δείχνει» λέγανε τα σόγια και οι φαρμακόγλωσσες νύφες κι αδελφές μουρμούραγαν. Άλλες απ’ αυτές μικροχηρέψαν όταν τους χαλάσανε τον άντρα οι βεντέτες με τους Μιχαλολιάνους και τους Πετροπουλιάνους και έτσι η καρδιά τους είχε γίνει πέτρα, όμοια μ’ αυτές του Κότρωνα και της Μάνης ολάκερης. Κι άλλες επειδή ξέμειναν ανύπαντρες γηροκομώντας ανάπηρους, τους έβγαινε κρυφή χαρά για την «άχρηστη». Και τις Κυριακές στην εκκλησιά του σογιού δεν την σίμωναν, ούτε για καλημέρα, λες και είχε αρρώστια κολλητικιά που μόλυνε και τ’ άλλα θηλυκά.

Ο Θωμάς δεν ήταν μεγάλος σε ηλικία. Στα 27 του κι αυτός μελαχρινάκι όπως η Δέσποινα, ψηλό κυπαρίσσι δυο μέτρα, της είχε μεγάλη αδυναμία, σαν λιμανάκι που άραξε την έβλεπε. Γιατί πριν, βλέπεις ήταν και σπουδαίος εραστής που δεν είχε φρένο και κράττει πουθενά. Τράβαγε με το μαύρο του άλογο στις παστρικιές της Τζίμοβας, όταν δεν έβρισκε ανοιχτή την πόρτα της χήρας στο Σκουτάρι, και της κάμαρας της δούλας του της Περσεφόνης. Όλες -και οι αρχοντοπούλες και οι φτηνές- τον ονειρεύονταν για ταίρι τους. Πλούσιος, σερνικός με όλη τη σημασία, δυναμικός, όμορφος, λογάς αλλά και ανοιχτοχέρης.

Κι εκείνου του κακοφάνηκε. Όχι τόσο για την φαμίλια του. Αλλά αγάπαγε τα παιδιά και το ‘θελε το παιδί από τη Δέσποινα. Ονειρευόταν εκείνη μάνα να το χει κολλημένο στο βυζί να το γαλουχεί, εκείνον να σκαλίζει στην κούνια του έναν ήλιο φωτεινό και να το μεγαλώνουν κι οι δυο με μέλι και καρύδια, σαν πρίγκιπα σωστό.

Τον πίεζαν όμως πια οι δικοί του και η κοινωνία η στενή. Δεν του λέγανε να χωρίσει το Δεσποινιώ, όμως του έφερναν απέξω απέξω σαν λύση μια σύγκρια. Κάποια γόνιμη τέλος πάντων γυναίκα να του κάνει παιδιά που θα μεγάλωναν το σόι του και θα έκανε και τον ίδιο τρανότερο στη Μάνη, με ντουφέκια – γιους και με σερνικομάνες – κόρες. Κι ας την είχε την άμοιρη Δέσποινα, σαν πρώτη αφέντρα. Έτσι κι αλλιώς παρά να την χωρίσει κάλλιο για κείνη να ‘χει κι άλλη στο σπίτι, παράδες και χώρους είχε να τις βολέψει.

Ο Θωμάς δεν μπορούσε να διανοηθεί να πει κάτι τέτοιο στην Δέσποινα, αλλά τις σπόντες τις άκουγε εκείνη, βρίσκανε τρόπο οι γυναίκες να τα κυκλοφορούν με τις δούλες. Κάποια μέρα λοιπόν αποφάσισε να βγει μπροστά και να προλάβει τη λύση που έβλεπε να έρχεται. Όταν πλάγιασε ένα βράδυ στον Θωμά και πριν την αρχίσει στα χάδια και τα φιλιά, του μίλησε.

-Θες κι άλλη γυναίκα άντρα μου; Να την έχεις να αυγατέψει τα αρσενικά της φαμίλιας και να μην κινδυνέψει να ξεκληριστεί η πατριά σου; Μάθε ότι σε νιώθω σα να ‘μαι στη θέση σου και ότι δεν έχω αντίρρηση. Μόνο, ένα σου ζητώ, άσε με να τη βρω εγώ. Να μη μου ‘ρθει καμιά γλωσσού και φαντασμένη πεσκέκι από τις συννυφάδες μου. Και για σένα να ‘ναι καλή γι αυτό που τη θες και για μένα να ‘ναι καλή παρέα.

-Δεσποινιώ μου, δεν θα μπορούσα ποτέ να σου το ζητήσω. Αφού όμως το αντέχεις, βρες όποια νομίζεις και φέρτη στο σπίτι. Εγώ θα σε έχω πάντα σαν πρώτη και λατρεμένη γυναίκα μου. Και μόνο την επιλογή τη δική σου θα ακολουθήσω.

Εκείνο το βράδυ, κάνανε τρελό τον έρωτά τους, ως την αυγή το τράβηξαν σα να γλεντούσαν την τελευταία τους νύχτα μαζί πριν από τη μάχη, σα να μην υπήρχε άλλο βράδυ που θα ‘μεναν μόνοι.

Η Δέσποινα με το που έφυγε ο Θωμάς για το διαφέντεμα της περιουσίας τους, κίνησε για το ψάξιμο. Φοβήθηκε πραγματικά μην της φέρουν καμιά που θα της έκανε τη ζωή δύσκολη. Και αφού το έθιμο για τις σύγκριες ήταν άγραφος νόμος στα μανιάτικα μεγαλόσογα, το πήρε απόφαση κι είπε τουλάχιστον να την εύρει μόνη και να γλυτώσει τη φερτή. Εξάλλου τα σόγια των φαμέγιων που θα ‘ψαχνε τα ήξερε καλά. Δεν άργησε να βρει τη Στελιανή. Μια ξαδέρφη της μακρινή από το Γερολιμένα, η πρώτη από πέντε αδελφές, πέταμα για τον πατέρα της και κατάρα για τη μάνα της -μεγαλύτερη κατάρα από τις άλλες της αδελφές.

-Διάολε, βγήκες πρώτη κι έφτιαξες το καλούπι έτσι που βγάζω μόνο θηλυκά, την έψελνε η μάνα της με το που ξύπναγε. Έτσι συνεχώς, μέχρι που η μάνα έβγαλε «παιδί» στην έκτη γέννα και σταμάτησε να ασχολείται με τις θυγατέρες. Έτσι στα 19 της η Στελιανή είχε μια καρδιά ματωμένη από γονιούς και μια την ανάγκη. Να φύγει από το σπίτι για οπουδήποτε, ρίχνοντας και μαύρη πέτρα πίσω. Έτσι η σοβαρή πρόταση της Δέσποινας, της άρεσε κι έφυγε χωρίς πολλές πολλές αντιρρήσεις από το σπίτι.

– Πρόσεξε μόνο Στελιανή, της έδωσε συμβουλή η Δέσποινα, μην πεις εκεί ότι είσαι η πρώτη από πέντε αδελφές γέννα γιατί κάηκες. Θα σε πουν κι εκεί καταραμένη. Κι άμα φύγεις από κει δεν θα βρεις ούτε σπίτι να σε σκεπάσει, ούτε άντρα να σε καρπίσει.

Όταν την πήγε στον Κότρωνα με τα λιγοστά της ρούχα και ασπρόρουχα κρεμασμένα σε ένα μπόγο, η Δέσποινα φρόντισε πρώτα να μην τους δει κανείς, έπειτα συνεννοήθηκε με το Θωμά, συναντήθηκαν έξω από το χωριό και καβάλα στα άλογα την πήγαν πέρα στον Γερακάρη στο Γύθειο να τους φωτίσει αν ετούτη η θηλυκιά είναι το γόνιμο χωράφι που γυρεύει η πατριά. Ο γιατρός την έψαξε με τα εργαλεία του, μπροστά στη Δέσποινα, όπως νόμιζε σα γιατρός έμπειρος σε τέτοια και δεν είδε κάτι που να τον κάνει να ενοχληθεί, όμως δεν είπε λέξη. Βγήκε μόνο έξω χαμογελώντας και ζήτησε από τον Θωμά να πάνε στην πλατεία, στου Παναγάκου τον καφενέ, να πιούν ένα ποτήρι και να αφήσουν τις γυναίκες να περπατήσουν στο νέο λιμάνι, να δουν τις μαούνες που πηγαινοέρχονται ξεφορτώνοντας τα καράβια.

Πάνω στην τρίτη ρακή, του το ξεφούρνισε του Θωμά.

-Βρε Θωμά, ξέρεις πόσο φίλος μου είσαι, από παιδιά είμαστε μαζί, το ίδιο σχολειό βγάλαμε στον Άγιο Δημήτρη εδώ στον πάνω δρόμο. Για καλό σε ρωτάω. Μα από τώρα να πας δεύτερη γυναίκα για σύγκρια στο σπίτι και στη Δέσποινα;

– Τι να κάμω Γιάννη; Την αγαπάω τη γυναίκα μου αλλά και τα παιδιά τα θέλω. Και όταν και η Δέσποινα το δέχτηκε και με παρακίνησε, μόνο τότε αποφάσισα να φέρω τη δεύτερη. Λοιπόν πες μου, είναι εντάξει;

– Άκου Θωμά, εκείνη φαίνεται εντάξει, αλλά σε αυτά δεν μπορεί να ξέρεις ποτέ σίγουρα ποιος είναι και ποιος δεν είναι εντάξει. Και στη Δέσποινα όπως την εξέτασα πολλές φορές δεν βρήκα κάτι το κακό. Σκέψου όμως να μην σου κάνει κι η Στελιανή παιδιά.

– Φάε τη γλώσσα σου ρε Γιάννη, γιατί να μη μου κάνει κι ευτούνη;

– Γιατί βρε παλιόφιλέ μου πώς να το πω, πολλές φορές δεν φταίει το χωράφι αλλά το σπόρι που του φυτεύεις…

-Τι θες να πεις ρε Γερακάρη;

Έκανε οργισμένος ο Θωμάς, σηκώθηκε απότομα, άστραψαν τα μάτια του, έσφιξε τα φρύδια κι έπιασε ασυναίσθητα τη λαβή από το μαχαίρι στο ζωνάρι.

Θωμά, κάτσε κάτω κι άσε τα αίματα, είπε χαμηλόφωνα ο Γερακάρης ηρεμώντας τον. Κοίτα εδώ, με τα πάρε-δώσε σου στις παστρικιές ποτέ δεν συμφωνούσα. Λοιπόν, είμαι φίλος σου και γιατρός, για καλό στο λέω. Είναι μια πιθανότητα όπως και να το δεις. Και χειρότερα είναι να φανεί στη φαμίλια και στο χωριό ότι δεν μπορείς εσύ να κάνεις παιδιά.

– Και τι προτείνεις τότε, μου το λες; ψέλλισε ιδρώνοντας ο Θωμάς.

– Άκου να σου πω τι θα γίνει. Θα κάνουμε μαζί αυτά που πρέπει για να δούμε το σπόρο σου. Αν είναι εντάξει, τότε παίρνεις την Στελιανή σύγκρια και σου κάνει παιδιά. Αν δεν είναι, τότε άσε την στην ησυχία της, είναι και μικρό κορίτσι και όμορφο να βρει άντρα, εμείς θα πολεμήσουμε το κακό στη ρίζα του και μπορεί να κάνεις με τον καιρό παιδί αλλά με την Δέσποινα θα το κάνεις που σε λατρεύει.

Ο Θωμάς το δέχτηκε. Θορυβήθηκε πολύ και η περηφάνια του κλονίστηκε. Όμως έχοντας διαβάσει βιβλία, του φάνηκαν λογικά αυτά που του έλεγε ο γιατρός. Την κοπέλα την πήρε μαζί αλλά δεν την άγγιξε μόνο την άφησε να μένει στον πύργο της αδελφής του. Η Στελιανή αισθάνθηκε ότι κάτι άλλαξε μετά την κουβέντα με το γιατρό αλλά δεν ήξερε τι. Η Δέσποινα που δεν είχε υποψιαστεί επίσης τίποτα, έμοιαζε να ξαναερωτεύθηκε τον Θωμά, εξηγώντας την κίνησή του σαν απόδειξη της απέραντης αγάπης που της είχε και της αιώνιας πίστης που της είχε κάποτε τάξει.

Ο γιατρός αφού τον εξέτασε διεξοδικά, του έδωσε ένα μπουκαλάκι με φάρμακο, κάποια βότανα να πίνει το ζουμί τους, προληπτικά όλα -έτσι του είπε- και στη Δέσποινα ο Θωμάς έλεγε πώς είναι για να τον κρατάει όρθιο στη σκληρή δουλειά της μέρας. Μετά από δυο μήνες η Δέσποινα ένιωσε άξαφνα κάτι να σκιρτάει μέσα της και αμέσως κατάλαβε ότι ήταν ο καρπός του κύρη της.

Όταν με τη βοήθεια της Παναγίας, του γιατρού και της Στελιανής, γεννήθηκε η κόρη τους, το γλέντι που στήθηκε από το Θωμά στην καστροπολιτεία του στον Κότρωνα ήταν τρικούβερτο. Ίσως ήταν η πρώτη φορά που γίνηκε στη Μάνη γλέντι για γέννα θηλυκού. Και μάλιστα διπλό γλέντι αφού εκείνη την ημέρα διάλεξε ο Γερακάρης να ζητήσει σε γάμο την Στελιανή και τα όργανα έπαιζαν ως το ξημέρωμα. Έζησαν σε εκείνη τη γωνιά της Μάνης για πολλά χρόνια ευτυχισμένα και το όμορφο κοριτσάκι με το αγοράκι που έκανε αμέσως μετά η Στελιανή στον Γερακάρη να γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Έζησαν αυτοί καλά λοιπόν… κι εμείς καλύτερα..

Γλωσσάρι:

Σύγκρια: Η δεύτερη γυναίκα που έφερνε στο σπίτι ένας από γενιά με μεγάλη περιουσία, όταν η πρώτη δεν έκανε παιδιά και ήταν εθιμικό δίκαιο στην παλιά Μάνη ξεπερνώντας τις θρησκευτικές αντιρρήσεις. Η λέξη βγαίνει από το “συν-γραία”. Πάντως το εθιμικό αυτό δίκαιο, στην πράξη πρέπει να εφαρμόστηκε μόνο στην οικογένεια των Νικλιάνων, από τις πλέον ξακουστές στη Μάνη.

Φαμέγιοι: Κάτοικοι της Μάνης, χωρίς σημαντική περιουσία, συνήθως δούλευαν για να ζήσουν και σε ξένα κτήματα.

Γδικιωμός: Η εκδίκηση, η βεντέτα, ο άγραφος νόμος της Μάνης, όπου μέχρι και τα νεώτερα χρόνια η επίσημη ελληνική αστυνομία δεν ανακατευόταν.

Αχαμνόμεροι: Η λέξη συναντάται από την αρχαιότητα στη Μάνη και αναφέρεται στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, συνήθως ζούσαν σε οικισμούς σε “χαμηλά μέρη”, κοντά σε ποτάμια ή τη θάλασσα.

Πατριά: Το όνομα, η γενιά και η περιουσία της οικογένειας που για να διαιωνιστεί έπρεπε να γεννηθούν αρσενικά παιδιά και μάλιστα όσα περισσότερα γιατί πολλά χάνονταν πάνω στο γδικιωμό. Κυρίως τις πιέσεις για αγόρια τις είχαν στα μεγάλα μανιάτικα σόγια όπου ήταν μεγαλύτερος και ο κλήρος.

ΥΓ. Το αφήγημα «Η σύγκρια» έχει κυκλοφορήσει σε e-book από τις εκδόσεις Σαΐτα εδώ.

 
6 Σχόλια

Posted by στο 19 Απριλίου 2013 σε Άνθρωποι, Μανιάτικα, Παραμύθια, Πεζά