Tag Archive: Μάνη



Αη Λιας Κορυφη Ταυγέτου

Αη Λιάς- Κορυφή Ταυγέτου (φωτό από το blog Ευρώτας )

Ταΰγετος-Πνοή Ζωής  (του Δημητρίου Πουλημενάκου)

Θυμάρι, Δενδρολίβανο, Αμάραντος

και Δάφνη

Είναι τα Δώρα μου για Σε,

Ταΰγετε, χρυσαετέ,

απ’ το δικό σου χώμα!

Η σκέψη πάει στα παλιά, ο νους μου

ταξιδεύει

τότε π’ αγαπηθήκανε

Δίας και Ταϋγέτη!

Και όπως λεν’ οι ποιητές,

εσύ δεν είσαι κόρη!

Είσαι τ’ αρσενικό βουνό,

με τις πολλές κορφές σου,

με τη μεγαλοπρέπεια και την αντρίκεια χάρη,

γίγαντας ο πατέρας σου, Άτλαντας ξακουστός!

ταυγετος

Θα πάρω τ΄άρμα τ΄ Άη Λιά

θ΄ανέβω στην κορφή σου,

για να σε δω από ψηλά,

και να θαυμάσω από κοντά,

όλους τους θησαυρούς σου!

Προσκύνημα στο χώμα σου, ο δούλος σου να κάνω,

προσκύνημα στους θησαυρούς, που κρύβεις στα φτερά σου!

Σε βλέπω πενταδάχτυλε

με χιόνια και βροχές

σε βλέπω και ηλιόλουστο να λάμπεις

ως το δείλι,

ν’ ανοίγεις τις φτερούγες σου σε Σπάρτη,

Καλαμάτα,

σε Γύθειο και σε Οίτυλο μέχρι

Αλαγονία

και ν΄αγκαλιάζεις πατρικά ολόκληρη τη Μάνη.ταυγετος 3

Είδα από εδώ ψηλά αιθέρινα παλάτια,

και τρέχει η φαντασία μου σε Νύμφες

και Νεράιδες,

στης Άρτεμης κυνήγια με λύκους

και ελάφια,

στο λυκαυγές του Απόλλωνα

να χρωμολαμπυρίζει

και στις βραδιές της Άρτεμης

με δασοφεγγαράδα!

Με σαγηνεύει ο Μυστράς,

η Καστροπολιτεία.

Με μαγνητίζουν οι εκκλησιές

πνοή Παλαιολόγων,

του Νικηφόρου περασιές,

λόγιες, θείες στιγμές!

ταυγετος 2

Σαν σε υμνούσε ο ποιητής, άνοιγαν τα ουράνια

και ο Θεός κατέβαινε μέχρι τον Άη Λιά.

Τα δάση υποκλίνονταν μπροστά στο θείο φως

και οι κορφές χαμήλωναν,

κλείνοντας τα φτερά τους!

«Τότε αντάμα και οι τρεις

ποιητής, Θεός και Συ,

σκύβατε ευλαβικά στο χώμα,

Προσκύνημα από τους θεούς,

Πνοή ζωής για μας!»

Όταν αστράφτεις και βροντάς

και κεραυνοβολείς

και ο βοριάς λυσσομανά

με χιόνια, καταιγίδες,

τότε σημαίνουν οι ουρανοί

και τα φαράγγια σειούνται,

σ’ όλα τα πλάγια του βουνού,

σ’ όλα τα καταράχια

σε όλες τις δροσοπηγές και σ’ όλους

τους καιάδες!

«Είσαι ίδιος ο Όλυμπος,

Είσαι ίδιος ο Δίας,

Είσαι ίδιος ο Άτλαντας,

Αρσενικό βουνό!»

ταυγετος4

Όταν μας φέρνεις πλούσια

τα βροχοφόρα νέφη,

όλη η φύση χαίρεται,

Θεού η ευλογία.

Κάθε σταγόνα βάλσαμο για τις πορτοκαλιές,

της κοίτης Λακεδαίμονας

και της Λακωνικής

και οι βροχές χρυσάφι σου στης Μάνης τις ελιές.

Σου πρέπουνε Ταΰγετε, διθύραμβοι,

παιάνες

όπως σε είχανε παλιά υμνήσει

οι Σπαρτιάτες,

γιατί κρατάς στα σπλάχνα σου

τη Δόξα την παλιά

κι απ’ τις νεότερες γενιές

της Αρετές της Μάνης.

ταυγετος5

Οι θησαυροί σου αθάνατοι, μάλαμα ο Μυστράς σου,

Βυζάντιο, Κατακουζηνοί και οι Παλαιολόγοι,

παγκόσμιο προσκύνημα η Σπάρτη του Λεωνίδα

παγκόσμιο προσκύνημα της Μάνης η Ανδρεία!

Αγάλλεται η Παντάνασσα και η Γιάτρισσα

σού γνέφει:

Κράτα ψηλά, Ταΰγετε, τα Άγια της φυλής μας

τα Ιερά του τόπου μας

για τη δική μας γη.

«Γιατί η Μεγαλοσύνη σου,

είναι οι θησαυροί σου,

το μυροβόλο αγέρι σου,

Πνοή Ζωής, για μας.

Θυμάρι, Δενδρολίβανο, Αμάραντος

και Δάφνη».

Δημήτριος Πουλημενάκος

Υποστράτηγος ε.α.

Γύθειο – Απρίλιος 2015

ταυγετος Σπάρτη

Ταΰγετος-Σπάρτη

Επεξηγήσεις Ονομάτων -Μυθολογία

  1. Ταΰγετος: Το ψηλότερο βουνό της Πελοποννήσου. Πήρε το όνομά του από την ερωμένη και γυναίκα του Δία, την Ταϋγέτη. Η παράδοση και οι ποιητές το αποκαλούν «Αρσενικό βουνό» λόγω της υπέροχης κορμοστασιάς και της επιβλητικότητάς του.
  2. Ταϋγέτη: Κόρη του γίγαντα Άτλαντα και της Πλειόνης, υπήρξε ακόλουθος της θεάς Άρτεμης και σύζυγος του Δία. Από τη σχέση αυτή γεννήθηκε ο Λακεδαίμονας.
  3. Απόλλωνας & Άρτεμη: Δίδυμα παιδιά του Δία με τη Λητώ. Για την περιοχή του Ταϋγέτου ο Απόλλωνας είχε αναλάβει τη δημιουργία ενός ιδανικού «Λυκαυγούς» και η Άρτεμη -που λέγεται και Σελήνη- τη δημιουργία ενός ιδανικού «Λυκόφωτος» με άπλετη φεγγαράδα.
  4. Σπάρτη: Κόρη του Ευρώτα και σύζυγος του Λακεδαίμονα.
  5. Νύμφες: Μικρές θεότητες των βουνών, των δασών κ.λ.π. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως η ομορφιά τους είχε τη δύναμη να εμπνέει τους ποιητές. Γι αυτό οι ποιητές αποκαλούνται και «Νυμφόπληκτοι».
  6. Πενταδάκτυλος: Άλλη ονομασία του Ταϋγέτου, ιδιαίτερα στα βυζαντινά χρόνια. Επίσης λεγόταν και Μακρινός και Αγιολιάς. Η ονομασία «Πενταδάκτυλος» είναι για τις πέντε κεντρικές του κορυφές στο μέσο του μήκους του (στο ύψος της Σπάρτης).
  7. Αλαγονία: Το δυτικό τμήμα του κεντρικού Ταϋγέτου, προς την πλευρά της Καλαμάτας (ανήκει στο Ν. Μεσσηνίας).
  8. Αη Λιάς: Το ψηλότερο σημείο του Ταϋγέτου. Εκεί βρίσκεται και το ομώνυμο εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία, όπου και οι κατασκηνώσεις κάθε καλοκαίρι των παιδιών της Ιεράς Μητροπόλεως Σπάρτης.
  9. Παλαιολόγοι-Κατακουζηνοί: Μεγάλες αυτοκρατορικές οικογένειες. Τις βρίσκουμε εκτός από την Κωνσταντινούπολη και σε πολλά άλλα μέρη. Είχαν σαν κέντρο την Καστροπολιτεία του Δεσποτάτου του Μυστρά.
  10. Νικηφόρος: Πρόκειται για τον υμνητή του Ταϋγέτου, Νικηφόρο Βρεττάκο, νεοέλληνα ποιητή και ακαδημαϊκό.
  11. Παντάνασσα-Γιάτρισσα: Προσωνύμια της Παναγίας στο Μυστρά και στο Μοναστήρι της Καστάνιας αντίστοιχα.

Δημήτριος Πουλημενάκος, Υποστράτηγος ε.α., Γύθειο – Απρίλιος 2015

NikiforosVrettakos2_419081313

Νικηφόρος Βρεττάκος -Ταΰγετος

Advertisements

Η Μάνη από το δάσος της Βασιλιής -φωτο Γιάννης Κοφινάς

Η Μάνη από το δάσος της Βασιλικής -φωτο Γιάννης Κοφινάς

Περιδιαβάζοντας τη Μάνη

(του Δημητρίου Πουλημενάκου)

Τη Μάνη περιδιαβάζοντας

σαν άλλος Παυσανίας,

ξεκίνησα απ’ το Ταίναρο

τα άδυτα του Άδη,

του Ποσειδώνα το Ιερό

ακρόβραχο της Μάνης.

Ο στοχασμός μου χάνεται

σε μύθους και σε θρύλους

σε Δράκους και σε Πειρατές

που λήστευαν τον τόπο

και σε Νεράιδες του γιαλού

που αφέντευαν τη Μάνη.

Προσκύνημα και προσευχή

σ΄αυτό τον άγιο τόπο,

το πέρασμα στα Ιερά

του Ταίναρου τα βράχια

Φασκομηλιά να Μυριστείς

Ρίγανη και Θυμάρι.

Ανέβηκα και στο Σαγιά

στην πιο ψηλή κορφή του

Είδα τη Μάνη ολόκληρη,

τη Μέσα και την Έξω.

Κι έστειλα χαιρετίσματα

σε Κρήτη και Τσιρίγο.

Ανοίγεται το μάτι σου

και χάνεται η μνήμη

σε μύθους και σε ήρωες

στου Πύρριχου τα πλάγια

στα Κάστρα τα θεόχτιστα

της πέρα Κελεφάς.

Πέτρα με πέτρα στη σειρά

η γη σου Ανδρογέννα,

κάθομαι και στοχάζομαι

Μανιάτης ταπεινός:

«Πατρίδα, Πίστη κι Αρετή

η πέτρα σου μυρίζει,

που τη λαξεύουν τα παιδιά

όπου της γης Μανιάτες».

Δάκρυ ελιάς η πέτρα σου

και θρήνος τα βουνά σου

Παιάνες για τα τέκνα σου

στο πέρασμα του χρόνου

Χίλια στεφάνια δάφνινα

της Μάνης μοιρολόγια

Θούριοι, Ύμνοι εθνικοί

για την Ελευθερία.

Ύστερα στον Ταΰγετο

πήγαν τα βήματά μου

και είδα απο ‘κει ψηλά

χωριά και πολιτείες

Είδα τα κάστρα τ’ Αλμυρού

τους Πύργους της Αβίας,

της Καρδαμύλης Εκκλησιές

μπαρουτοβολισμένες.

Σαν ευλαβής προσκυνητής

στο Μέγα Μοναστήρι,

της Παναγιάς της Γιάτρισσας

μπήκα για προσευχή

Ανοίγουν τα Ουράνια

νιώθεις κι εσύ θεός

η Γιάτρισσα προστάτιδα

όλων των Μανιατών.

Τ’ αγέρι του Ταΰγετου

σμίγει με υμνωδία

και άρωμα απλώνεται

λιβάνι και θυμάρι

Ύμνος στη Θεομήτορα

της μέλισσας τραγούδι.

Και από τον Ταΰγετο

φεύγω με μια ευχή:

«Το Ρόδο το Αμάραντο

Από ψηλά να σκέπει,

Όλου του κόσμου τα παιδιά

Και τα παιδιά της Μάνης».

Στα κακοτράχαλα βουνά

τα μαύρα του Πολυαράβου,

κάθησα κι αφουγκράστηκα

να δω τι θα μου πουν:

«Αντιλαλούν οι ρεματιές

και σειούνται τα ρουμάνια,

τα βράχια τα απόκρημνα,

οι αητοφωλιές»

Οι μοναχοί τα σήμαντρα

χτυπούν στα Μοναστήρια

και οι παπάδες στα χωριά

χτυπάνε τις καμπάνες:

«Η Μάνη αντιστάθηκε

στου Ιμπραήμ τ΄ ασκέρι.

Εδώ κατατροπώθηκαν

τα στίφη του Ιμπραήμ».

Και στο Διρό κατέβηκα

πήγα στο Ακρογιάλι.

Να δω Μανιάτισσες τρανές,

να δω και τα δρεπάνια

που πέταξαν στη θάλασσα

του Ιμπραήμ τ΄ ασκέρια.

«Αιώνιο Προσκύνημα

Όλων των Μανιατών

Αιώνιος ο Θαυμασμός

Όλων των Γενεών»

Όλοι με καλοδέχτηκαν,

με την καλή καρδιά τους

Με πήγανε στους Πύργους τους

κι άλλοι στα φτωχικά τους.

Μου έδειξαν  τα «έχη» τους

μου ‘δειξαν τη σοδειά τους.

Κρασί απ’ τα αμπελάκια τους

και μέλι θυμαρίσιο,

το λάδι και το σύγκλινο

μεσ’ τα βαθιά πιθάρια.

«Νοικοκυραίοι άνθρωποι

Ολόθερμοι Πατριώτες

Μανιάτες με το Όνομα

και με Υ π ο γ ρ α μ μ ή».

Κατέβηκα στα Σπήλαια

μέσα στους Σταλαχτίτες,

κι αντάμωσα με τους θεούς

με Δράκους και Νεράιδες.

Σε πιάνει δέος! θαυμασμός!

σαν βλέπεις τα παλάτια

τη Μάνα τη Μανάτισσα

σε θρόνο καθισμένη

Γλυπτά αριστουργήματα,

έργα της θείας φύσης.

Πήγα στα πανηγύρια τους

πήγα και στις χαρές τους

Μανιατοπούλες λυγερές

να μπαίνουν στο χορό,

με φορεσιές Μανιάτισσας

ζωσμένες τα δρεπάνια

με τις δαντέλες στις ποδιές

πανέμορφες κυράδες.

«Σύμβολα του αγώνα τους

Για το δικό τους τόπο

Σύμβολα του αγώνα τους

Για την Ελευθερία»

Και απ’ το Διρό στο Οίτυλο

εκεί κατά το δείλι

Αντίκρισα μια ζωγραφιά

ν΄ απλώνεται στην πλάση

σαν ν’ αγκαλιάζει η Παναγιά

τη Μάνη πέρα ως πέρα

της αμφιλύκης χρώματα,

του ήλιου οι ανταύγειες.

Περνώντας από το Βαχό

είπα να ξαποστάσω,

κι από του Πόρου τις πηγές

κρύο νερό να πιώ.

Βγάζω από το δισάκι μου

ψωμί, ελιές, σταφύλια,

που μου ‘δωσαν οι φίλοι μου

από τη Μέσα Μάνη.

«Νοικοκυραίοι άνθρωποι

Φιλόξενοι Πατριώτες

Μανιάτες με το Όνομα

και με Υ π ο γ ρ α μ μ ή».

Κι όταν στο Γύθειο έφτασα

προτίμησα να μείνω

Στην πόλη την ηλιόλουστη

στην πόλη με τα φώτα

Στην πόλη των Ακαδημαϊκών

στην πόλη των Γραμμάτων

Στην πόλη που σεργιάνισε

ο Πάρης την Ελένη

Στην πόλη που ερωτεύτηκα

την πόλη που αγαπάω.

Γύθειο, πόλη της Έριδος

Θεών και Ημιθέων

Του Ηρακλή, του Απόλλωνα

και του Ολυμπίου Δία.

Της Αθηνάς, της Άρτεμης,

του Κάστορα, του Ερμή.

Να διεκδικούν τον κτήτορα

ποιός θα την διαφεντεύει.

Ηλιόλουστη σαν σήμερα

παλιά πόλη και νέα

Όλη να καθρεπτίζεται

στου λιμανιού τη γυάλα

Λαμπρό λιμάνι του Μωριά

και καύχημα της Μάνης.

……

Φεβρουάριος 2015

Αφιερωμένο στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου

και σ’ ‘όλα τα παιδιά της Μάνης

Δημήτριος Πουλημενάκος

Γύθειο 1963


Απόσπασμα από το ντοκιμανταίρ «Λακωνία» του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου με αφηγητή τον Γιώργο Κάρτερ. To κομμάτι αυτό που αφορά το Γύθειο συνοδεύεται με το σχόλιο:
«Πανοραμικά πλάνα του Γυθείου από ψηλά. Άποψη των οικημάτων. Ψαράδες μαζεύουν τα δίχτυα τους στο λιμάνι. Άποψη του μικρού νησιού της Κρανάης απέναντι από το Γύθειο.»

Η πρωτότυπη ταινία βρίσκεται στο λινκ http://mam.avarchive.gr/portal/digitalview.jsp?get_ac_id=3484&thid=14060 του Ε.Ο.Α. όπου αναφέρεται το 1970 σαν περίοδος των γεγονότων του φιλμ.
Η περίοδος όμως που αφορά το Γύθειο είναι οπωσδήποτε πριν κατασκευασθεί ο νέος δρόμος για τη Μάνη και κατεδαφιστεί η Δημοτική Αγορά (στο σημερινό Κέντρο Υγείας.), γεγονότα της δεκαετίας του ’60 ενώ στην ταινία εικονίζεται η προηγούμενη κατάσταση Η ταινία τοποθετείται χρονικά στο 1963 ως το 1965, το έτος αυτό αναφέρεται σε άλλο σημείο του φιλμ, ίσως λοιπόν να έχει γίνει τμηματικά.
Στην σπάνια ταινία φαίνεται όρθιο το κτίριο Αλεξάκου (το παλιό «Σχολαρχείο») στην Ένωση της Κρανάης που κατεδαφίστηκε επίσης για να περάσει ο νέος δρόμος. Στην αρχή της περιήγησης στο Γύθειο από ψηλά ξεχωρίζει ο χώρος του γηπέδου που έχει μπαζωθεί αλλά δεν είναι ακόμα διαμορφωμένος σε γήπεδο με εξέδρα. Αμέσως μετά εμφανείς οι κατασκευές της εξόδου του Ξηριά που περνάει υπόγεια της οδού Ερμού και αδειάζει πλάι στο γήπεδο.
O παλιός ταρσανάς στο Νησί σε πλήρη λειτουργία, τα λιγοστά αυτοκίνητα, το παραδοσιακό άπλωμα των διχτυών στην παραλία, οι σιδερένιες κολώνες της Πανηλεκτρικής, οι σμιλεμένες κυλίστρες, τα σκαμμένα πρόσωπα, υπογράφουν μια εποχή που δεν θα ξαναγυρίσει.

ΥΓ. Στην ταινία διακρίνονται ο ο μπαρμπα-Αλέξης να καλαφατίζει ένα σκαρί στο καρνάγιο του στην Κρανάη, ο Κούζουνας να απλώνει δίχτυα στην παραλία, ο Δαχτυλίδης σε γνώριμη θέση να βαράει τα χταπόδια του, το «σαραβαλάκι» όπως το έλεγαν (το γαλάζιο αυτοκίνητο) του Κοντογιάννη να τριγυρίζει στην πλατεία όπως και το φορτηγό του Τσαρπαλή να τραβάει για το μεροκάματο. Χαρακτηριστικές φιγούρες και εικόνες της εποχής.
Βασίλης Πουλημενάκος

Τίτλος: Λακωνία
Είδος: Ντοκιμαντέρ
Κουτελιδάκης Νίκος: Σκηνοθεσία
Υπουργείο Προεδρίας: Παραγωγή
Χατζηαθανασίου Νίκος: Σενάριο
Καραμανίδης Βαγγέλης: Φωτογραφία, Μοντάζ
Κάρτερ Γιώργος: Αφηγητής


Υπάρχουν άνθρωποι ανάμεσά μας που διδάσκουν όχι μόνο με τη ζωή τους αλλά και πέρα από αυτή ακόμα και με τον τρόπο που φεύγουν. Αφήνοντας έτσι μια παρακαταθήκη κι έναν δρόμο, έναν οδικό χάρτη για τις επόμενες γενιές. Ένας από αυτούς είναι και ο Τζιοκόντο Μορέττι ένας άνθρωπος που πρόσφερε πολλά στον πολιτισμό μιας μικρής πόλης, της γενέτειράς μου, το Γύθειο.

Ο Τζιοκόντο Μορέττι δεν ήταν απλά ένας μουσικός που ανέλαβε την μπάντα μιας πόλης. Είχε βέβαια γνώσεις, έμφυτο ταλέντο, πίστη και αγάπη σε αυτό που είχε σπουδάσει αλλά είχε και ήθος, όσο και δύναμη ψυχής για να αντιμετωπίσει τον προβληματισμό και την καχυποψία στην κλειστή συντηρητική μανιάτικη κοινωνία της εποχής της βεντέτας ακόμα – του «γδικιωμού». Μιας κοινωνίας που τότε (τέλη του 19ου αιώνα) η σχέση της με τη μουσική και τα ακούσματά της ήταν ελάχιστη αν εξαιρέσουμε τις πολύ ισχυρές οικονομικά οικογένειες.

Μέχρι και σήμερα το όνομά του παρότι πέρασαν πάνω από 70 χρόνια από το θάνατό του, είναι τραγούδι στα χείλη όσων τον γνώρισαν είτε άκουσαν για εκείνον, σαν μαέστρο, σαν δάσκαλο, σαν συγγενή, σαν φίλο. Και δεν είναι λάθος αν πει κάποιος ότι μουσικός αντίστοιχης αξίας και προσφοράς δεν ξαναπέρασε στα χρονικά του Γυθείου και όχι μόνο. Γιατί τα έσπαζε τα όρια από τότε. Σκοπός του άρθρου αυτού είναι η ανάδειξη του συνόλου της προσωπικότητας Μορέττι και η καταγραφή- τοποθέτησή της ιστορικά εκεί που της αξίζει.

Ο Τζιοκόντο Μορέττι γεννήθηκε το 1867 στην Περούτζια της Ιταλίας από ευγενείς γονείς που τον φρόντισαν δίνοντάς του υψηλή μόρφωση ειδικά στη μουσική. Για το πώς έγινε και εγκαταστάθηκε στο Γύθειο υπάρχουν εκδοχές. Άλλοι είπαν ότι ήρθε καλεσμένος της ελληνικής κυβέρνησης για να επενδύσει μουσικά την Ολυμπιάδα του 1896 ή ήρθε με σκοπό να αναλάβει μαέστρος στην μπάντα της ιταλικής παροικίας στην Πάτρα, αλλά έχοντας εκεί περιορισμένο χώρο και χρόνο δράσης κινήθηκε προς άλλες κατευθύνσεις βρίσκοντας λιμάνι συνεπαρμένος στο μαγευτικό Γύθειο. Υπάρχει ακόμα η εκδοχή ότι κύρια αιτία ήταν μια νεανική ερωτική ατυχία -λέγεται ότι η τότε μνηστή του ξεψύχησε στην αγκαλιά του- στην Περούτζια και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τον οδήγησαν να αυτοεξορισθεί και τελικά να μην επιστρέψει ποτέ στον τόπο καταγωγής του.

Βρήκε όμως νέα πατρίδα και αγάπη στο Γύθειο όπου το 1897 εγκαθίσταται μόνιμα σε ηλικία 30 χρονών και παντρεύεται την Δήμητρα Ψιλάκου από το σόι των Κοκκινάκηδων. Έφερε μαζί του ένα μεγάλο πιάνο και 30 όργανα ολοκληρωμένης μπάντας στήνοντας Ωδείο στον πρώτο όροφο του σπιτιού του, έχοντας ήδη οραματιστεί την πρώτη Μπάντα του Γυθείου.

Το 1900 είχε ήδη συγκεντρώσει τους μαθητές και μουσικούς του για την πρώτη Μουσική Μπάντα ανάμεσα σε τσαγκάρηδες, βαρκάρηδες και μικροεπαγγελματίες. Με τον καιρό η Μπάντα του έγινε ανάρπαστη στην ευρύτερη περιοχή, και χωρίς υπερβολή δεν υπήρχε σπίτι στο Γύθειο την προπολεμική περίοδο που να μην είχε έστω ένα άτομο που να ασχολούνταν με τη μουσική παίζοντας κάποιο όργανο (κυρίως μαντολίνο, φλάουτο, βιολί, κιθάρα, πιάνο) κάνοντας το Γύθειο μια πόλη-Ωδείο. Η κλειστή κοινωνία του Γυθείου ήρθε πραγματικά κοντά, έμαθε να συνεργάζεται και να δημιουργεί ποιοτικά, ενώ οι ρομαντικές βραδιές Πανσελήνου έμειναν ιστορικές στην Πλατεία του Γυθείου, στην Πλατεία του Δημαρχείου αλλά και στο νησάκι της Κρανάης. Μην ξεχνάμε ότι η εποχή εκείνη ήταν χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα και η μουσική υπό το ημίφως του φεγγαριού και τα φαναράκια της παραλίας είχε ξεχωριστή, αλησμόνητη αξία.

Μετά το 1920 η Μπάντα του Τζιοκόντο Μορέττι γνώρισε την μέγιστη άνθησή της, αφού ωρίμασαν οι νεαροί μαθητές ενώ δημιουργήθηκε και μπάντα Μαντολινάτας. Μουσικές όπως η Μαντάμ Μπατερφλάυ, Ναμπούκο, Άιντα, Ριγκολέττο κλπ. έγιναν τόσο προσφιλείς όσο και αγαπητές στον καθένα στο Γύθειο που έγνοιες επαγγελματικές, οικονομικές και προσωπικές αντιδικίες έχαναν τη δυναμική τους δίνοντας χώρο σε ευγενή αισθήματα. Η δε Μπάντα του Μορέττι ανταγωνιζόταν σε αξία και τις μεγαλύτερες μπάντες εκείνη την εποχή στην Ελλάδα.

Το βασικό προσωπικό όργανο του Μορέττι-μουσικού ήταν το όμποε και το κλαρίνο αλλά ποτέ δεν παρουσίασε το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του σε δημόσια εμφάνιση παρά μόνο σε πρόβες από κλειστές αίθουσες, στις περιπτώσεις που οι μαθητές του δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν με τίποτα στις οδηγίες του. Παρέμεινε πάντα ένας μαέστρος ντυμένος με την χαρακτηριστική στολή και το λοφίο (όπως φαίνεται στη πάνω φωτό του 1935 από το Αρχαίο Θέατρο του Γυθείου με τη Μουσική του Μπάντα). Παρ’ όλα τα κελεύσματα και τις σημαντικές οικονομικές προτάσεις ποτέ ο Μορέττι δεν άφησε το Γύθειο για να αναλάβει Μπάντες με μεγαλύτερο εύρος και κοινό, όπως το αθηναϊκό. Έμεινε πάντα πιστός στα ιδανικά του, στη μουσική, στην αγάπη για τον τόπο που τον άνδρωσε, τον έκανε σπουδαίο και τόσο αγαπητό.

Από το γάμο του απέκτησε μια κόρη, την όμορφη Τζαλίντα. Για την οποία λέχθηκε ότι ενδιαφέρθηκε κάποια στιγμή ο Γιάννης Ρίτσος σαν νεαρός μαθητής Γυμνασίου. Η Τζαλίντα του πρότεινε να έρθει στο σπίτι-Ωδείο τους και να διδαχθεί κάποιο όργανο. Ο Γιάννης Ρίτσος δεν ανταποκρίθηκε στην πρόταση και καλύτερα γιατί χάσαμε ίσως ένα ειδύλλιο κι έναν μουσικό, αλλά κερδίσαμε τον ποιητή της Ρωμιοσύνης.

Το 1940 το καλοκαίρι έγινε μια μεγάλη βραδιά στο Γύθειο αφιερωμένη στον Μορέττι γιορτάζοντας τα 40 χρόνια προσφοράς του. Η τιμή και η συμπάθεια στο πρόσωπό του έφτασε στο απώγειό της, έμοιαζε όμως με το κύκνειο άσμα του, γιατί όπως πάντα οι μεγάλες και ευαίσθητες προσωπικότητες δεν έχουν το τέλος που τους αρμόζει.  Ο Τζιοκόντο Μορέττι τον καιρό του πολέμου με την Ιταλία, όντας Ιταλός υπήκοος μετήχθη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αθήνα παρότι δεν μπόρεσε ποτέ να αποδεχθεί τον πόλεμο των συμπατριωτών του στην Ελλάδα. Συγχρόνως έχασε την τάξη και την οργάνωση που είχε πάντα στη ζωή του κι όταν κατά την κατοχή έμεινε ελεύθερος, αφενός την μπάντα τη διέλυσε, αφετέρου τον κατέκλυσαν τόσα ψυχολογικά προβλήματα που όσοι τον έβλεπαν τότε έλεγαν ότι ήταν ένα φάντασμα του εαυτού του.

Δεν έκατσε πολύ στο Γύθειο. Το καλοκαίρι του 1941 κατέληξε στη Σπάρτη όπου έμενε ο γαμπρός του Αντώνης Ζερβομπεάκος. Ύστερα από κάποιες μέρες πήγε στο Νεκροταφείο της Σπάρτης και αυτοκτόνησε κόβοντας τις φλέβες του. Τραγική «σύμπτωση» και για την ιστορία: Τρεις μέρες πριν ο Μορέττι δώσει τέλος στη ζωή του, ο γαμπρός του εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στο Μονοδένδρι.

Θα πρέπει κάποιος να μπορέσει να γυρίσει, να κάνει αναδρομή με κάποιο τρόπο σε εκείνη την εποχή για αντιληφθεί το μέγεθος, την έκταση της ποιότητας που είχε καλλιεργήσει αυτός ο γίγαντας στο προπολεμικό Γύθειο, ώστε ο γεμάτος έριδες κόσμος να έρθει σε τέτοιο σημείο επαφής και συνεννόησης, ώστε να μάθει να συναποτελεί κοινωνία και να μην μπορεί να ζήσει χωρίς μουσική. Για τη μουσική και την εξύψωση του ποιοτικού στοιχείου που εργάστηκε όλη του τη ζωή ο Δάσκαλος Τζιοκόντο Μορέττι.

Βασίλης Πουλημενάκος

ΥΓ. Στοιχεία για το κείμενο πήρα από το βιβλίο του Νίκου Παναγόπουλου  «Το προπολεμικό Γύθειο» και από αφηγήσεις μεγαλύτερων. Στη τελευταία φωτό αριστερά ο Μορέττι με τον μπατζανάκη του Άγγελο Παναγόπουλο με τα ποδήλατά τους, στο αγαπημένο χόμπυ του Μορέττι, το κυνήγι. Το τραγούδι «Για θυμήσου Μιχαλάκη» στο βίντεο που ακολουθεί είναι του Τάκη Παναγόπουλου και αναφέρεται στο προπολεμικό Γύθειο, σε μια εκτέλεση από τη Γυθειάτικη Κομπανία.