Χθες περπάτησα στα μέρη της. Σα να τη συναντούσα πρώτη φορά. Φορούσε ένα γαλάζιο φουστάνι. Με δαντέλλα στο μπούστο. Τα χέρια της χάδια. Χαμόγελα τα μάτια της. Σύννεφα τα βλέφαρα. Που ανοιγοκλείνουν στον ουρανό. Με πήρε η αύρα του κορμιού της.

Με αγκάλιασε. Γλυκά στο πρώτο κύμα. Αφρός κύλισε πάνω μου. Το βλέμμα της είχε κάτι από φθινοπωρινό ψιλόβροχο. Αυτό που ανατριχιάζει, αλλά δεν ενοχλεί. Την έκλεισα στα χέρια μου.

Με πλάνεψε. Κάθε φορά αλλιώτικη. Πάντα δική μου όμως. Σε ένα ζεστό ταξίδι σαν καλοκαίρι. Στα πολύ βαθιά νερά της. Κι όταν είναι ήσυχη τη λατρεύω. Πιο πολύ τώρα όμως που φουρτουνιάζει. Μοιάζει να εκστασιάζεται.

Συνήθως τα βράδια αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλα τα πρώτα της ίχνη. Το πρωί στάλα στάλα γίνονται πληγές. Κι αυτές λατρεύω. Ό,τι είναι δικό της. Ζαφείρια σκαμμένα στο χώμα. Πύργοι στην άμμο. Φωνή στην έρημο. Ζωή από άγγιγμα.

Ξενύχτησα πάλι. Για όλα. Για την ίριδα στα μάτια. Για τη γεύση της. Για το φέγγισμα στις όχθες της. Βαριά ανάσα. Δροσιά χυμένη στη λίμνη. Ποτάμι στο στήθος. Έρωτας.

Τ’ αλάτι καίει στο λαιμό. Η γλύκα στα χείλη. Η δαντέλλα φουσκωμένη. Τρικυμία. Καράβια τριγύρω. Εκείνη μέσα. Αυτή η νύχτα μένει. Μίλα μου. Μόνο απόψε. Γίνε για μένα. Όπως σε θέλω. Μια θάλασσα.

Advertisements