RSS

Το άσπρο πουκάμισο


Το άσπρο πουκάμισο (διήγημα)

Εκείνο το φθινοπωρινό ταξίδι δεν ήταν ίδιο με τα συνηθισμένα. Είχε ένα άρωμα αλλιώτικο. Με το που πάτησα το πόδι μου στον καταπέλτη του πλοίου με συντρόφευε μια αίσθηση σαν ανάμνηση.

Σαν μια παρέλευση του χρόνου, ένα γύρισμα σελίδας.

Μ’ ένα σακίδιο και την καλύτερη διάθεση που θα μπορούσα να έχω, αποφάσισα να ταξιδέψω με καράβι αρχές Νοέμβρη.

Να γυρίσω τα νησιά.

Να ζωγραφίσω τη χιλιοπατημένη από την καλοκαιρινή ορμή άμμο και τ’ αποκαμωμένα ακροθαλάσσια.

Στο μυαλό και στη σκέψη μου.

Να τα περάσω στις μπογιές και τα πινέλα.

Ήθελα να ξεγυμνωθώ από το άσπρο πουκάμισό μου και να πετάξω στο γαλάζιο και στο πορτοκαλί από το πέλαγο και το δειλινό.

Να πωρώσω το δέρμα, να εκπληρώσω τη θέληση της θάλασσας, να της χαρίσω, να της βαφτίσω όλη μου τη ζωή.

Να αδειάσω.

Οι λαστιχένιες σόλες από τα παπούτσια ακούστηκαν να τρίζουν στο μέταλλο του γυμνού καταστρώματος. Το πλοίο βούιζε από το θόρυβο των μηχανών κι ένα σύννεφο, γάλα λευκό, ολοένα πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Φάνταζε έρημη κι η ρότα που μας τράβαγε.

Σαν φευγιό χωρίς πλοηγό.

Κάπου πέρα.

Η ομίχλη δεν έλεγε να κοπάσει. Κι εγώ κομπάρσος σε αδιάφορο ρόλο περιδιάβαινα από την πλώρη στην πρύμνη. Στα τυφλά. Με οδηγό μόνο μια αχνή άσπρη γραμμή από την κουπαστή, μετρούσα βήματα, σπιθαμές και μέτρα. Υπολόγιζα αποστάσεις, σα στραβός καπετάνιος που μάθαινε τις γωνιές από το καράβι του. Κάθε φορά που έφτανα στο ύψος του μηχανοστασίου, σαν αλάνθαστο ρολόι ένα διαπεραστικό κύμα υγρού ατμού σούβλιζε τη σάρκα και μου υπενθύμιζε ότι το φεγγάρι έχει κι άλλη πλευρά.

Φωτεινή.

Κάποια στιγμή η γραμμή της κουπαστής διακόπηκε απότομα. Μια σιλουέτα σχηματίστηκε μπροστά μου. Με το ένα πόδι σκαρφαλωμένο στα κάγκελα. Και τη ματιά της να την παίρνει το «μέσα» στα κύματα. Ανάμεσα στο λευκό της καταχνιάς διέκρινα τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Μαζί με την αρμύρα λικνίζονταν στη διάθεση του Αίολου. Τα βήματά μου έτριξαν δίπλα της. Έμοιαζε να σφίγγει τα χέρια στο σώμα και οι χούφτες, σαν πουλί στο κλαδί, γαντζωμένες στο ξύλο της κουπαστής.

Σα να ‘ψαχνε κάτι να τη σηκώσει.

Να ξεφύγει από τα όρια.

Και του πλοίου.

Να γίνει ένα με το νερό.

Με τον αέρα.

Δεν ξέρω.

Πλησίασα και η ανάσα μου πέρασε στις αισθήσεις της.

Σα να με γνώριζε.

Δεν αντιστάθηκε.

Σα να με περίμενε.

Το πόδι κατέβηκε από τα κάγκελα και οι παλάμες δεν βασάνιζαν το ξύλο.

Άρχισε να γέρνει το σώμα της αργά προς τα πίσω και στο τέλος τ’ απίθωσε πάνω μου.

Έπιασα τα κοκκινισμένα από το κρύο δάχτυλα και τα έτριψα με τα δικά μου.

Πήρα από την μπροστά τσέπη του σάκου το κουτί με τ’ άφιλτρα. Άναψα ένα.

Της έδωσα τη δεύτερη ρουφηξιά. Ένα ρίγος τη διαπέρασε.

Έβγαλα το άσπρο μου πουκάμισο και το ‘ριξα στους ώμους της.

Ησυχία.

Ένα χνώτισμα ξεπήδησε από μέσα της και τ’ άφησε να ταξιδέψει.

Περπατήσαμε κατά μήκος της ίδιας άσπρης γραμμής.

Χωρίς να έχουμε κοιταχτεί στα μάτια.

Χωρίς εικόνες και χρώματα.

Χωρίς να έχουμε μιλήσει.

Μόνο μια ζέση υπήρχε.

Μια έλξη.

Αόρατη μέσα στον ξεχαρβαλωμένο καιρό που κατέβασε τα σύννεφα επιδεικτικά λες κι ήθελε να μας συνοδεύουν. Να αγκαλιάζουν. Σαν ένα άσπρο σεντόνι στα μάτια. Πηλός από νερό και χώμα στο στήθος και πιο μέσα ακόμα.

Σταθήκαμε στην πλώρη. Κει που το καράβι έσκιζε τη θάλασσα. Τ’ αφρισμένα κύματα πετάγονταν σαν λόγχες δεξιά κι αριστερά.

Και τα μαλλιά της,

ορθή γωνιά,

ανέμιζαν,

σημαία τώρα,

τα σώματα κατάρτι.

Κάποιες σταγόνες μοίραναν το πουκάμισο και αναδεύτηκαν με το ελαφρύ της άρωμα.

Έβρεξα τα χείλη της μ’ ένα φιλί κι είδα το πρόσωπό της για πρώτη φορά.

Τότε μια ηλιαχτίδα πρόβαλλε κι άνοιξε παράθυρο στο μουντό απόγευμα.

Το πούσι διάφανε την άσπρη του φορεσιά.

Απομακρυνόταν διακριτικά παίρνοντας μαζί του μνήμες, όνειρα κι επιδιώξεις.

Το παρελθόν. Το μέλλον.

Κι άφησε τη στιγμή να ζωγραφίσει.

Κάτι έλαμψε όταν σήκωσε ψηλά τα αλαβάστρινα χέρια και σαν από τριαντάφυλλα τα γέμισε στους ώμους μου.

Το πουκάμισο πετάρισε, ξανοίχτηκε στον άνεμο.

Στην αρχή έμοιαζε γλάρος.

Ύστερα χελιδόνι.

Στον ορίζοντα φωσφόρισε η ακτογραμμή του νησιού.

Σούρουπο.

Τα πρώτα φώτα ανάβουν.

Βασίλης Πουλημενάκος

 
Σχολιάστε

Posted by στο 17 Μαΐου 2022 σε Best of, Άνθρωποι, Πεζά, Ταξίδια

 

Ο σιδεράς που δεν καιγόταν


Ο σιδεράς που δεν καιγόταν (διήγημα)

Σε μια καλύβα κάπου μακριά, ένας βαρύγδουπος χτύπος  επαναληπτικός ηχούσε  κι αντηχούσε μακρόσυρτος στα γύρω βουνά. To αμόνι είχε ανάψει. Ένα σφυρί κι ένα κοπίδι δούλευαν ακατάπαυστα σ’ ένα άχαρο συγχρονισμό και ακούγονταν μέσα στην ηρεμία του δάσους σαν φάλτσες καμπάνες. Μια ταλαίπωρη παχιά λαμαρίνα έπαιρνε σχήμα.  Έπεφτε το σκοτάδι κι ο σιδεράς με το λιγοστό φως από ένα καντηλέρι και το τζάκι πάλευε μόνος του. Μέρες τώρα. Κι  είχε σκοπό να μείνει απόψε όλο το βράδυ εκεί ώσπου να τελειώσει.

Φορούσε ένα αμάνικο μακό φανελάκι που από τη βρωμιά και τα σκισίματα δεν ξεχώριζες το αρχικό χρώμα. Ήταν αξύριστος από μέρες και τα γένια  ξεφύτρωναν σαν χόρτα χοντρά και κοφτερά, μαύρα κι άσπρα κατά τόπους  κι έμοιαζαν όπως οι θάλασσες με τα ποτάμια, να θέλουν να ενωθούν με τις μακριές γκριζαρισμένες φαβορίτες. Το φθαρμένο τζιν παντελόνι κρεμόταν  άγαρμπο από  μια τιράντα καθώς η άλλη τον ενοχλούσε όταν σήκωνε τη βαριοπούλα και την είχε κόψει. Τα μπράτσα του από τη κάπνα και τη φωτιά είχαν πάρει ένα ζωηρό σκούρο χρώμα όπως και στο στέρνο του.

Θα ‘λεγε κανείς ότι προσπαθώντας να δώσει μορφή στο έργο του, έχανε  ολοένα τη δική του, την έβαζε πιο πίσω, σαν να την εκχωρούσε στο θεό της φωτιάς με αντάλλαγμα το καλύτερο αποτέλεσμα. Με την φωτιά είχε τόσο εξοικειωθεί που δεν μπορούσε πλέον να καεί από αυτήν. Το δέρμα του είχε αποκτήσει μια δεύτερη στρώση σαν ένα ξέχωρο πυρίμαχο δέρμα που του χάρισε η δουλειά, η μουτζούρα και η συνήθεια.

Κρυμμένος από τον κόσμο εκεί στο ξεμόνι του, άφηνε μέρα νύχτα τα παράθυρα ανοιχτά, σα να είναι το μόνο που του αρκούσε για να πάρει δροσιά το σώμα του και για να αποβάλλει λίγη κάψα από τη φλόγα του λιωμένου μπρούτζου. Στο τζάκι σε μια μεγάλη χύτρα κόχλαζε το μέταλλο και με μια βαθιά κουτάλα, ο σιδεράς έπαιρνε και τάιζε συνεχώς με λεπτομέρειες το έργο του, άφηνε να του φύγουν λίγες ανάσες μέχρι να κρυώσει ελαφρά ο χαλκός πάνω στο κυρίως σώμα κι ύστερα με το λεπτό κοπίδι  έκοβε και χάραζε. Με γυμνά δάχτυλα αργότερα τα λείαινε, ό,τι έπιανε το φρόντιζε ιδιαίτερα και με αγάπη.

Και μετά πρόσθετε. Κι έκοβε πάλι. Τα σαρκώδη χείλη, τα λεπτά φρύδια, τα αμυγδαλωτά μάτια,  το ανάγλυφο από τις βλεφαρίδες, η  γαλλική μύτη και τα αυτιά έπαιρναν λόγο, ρόλο και ζωή από τα χέρια του κι όσο περνούσε η ώρα η κούφια λαμαρίνα έπαιρνε ένα θηλυκό στρογγυλεμένο σχήμα, που φαινόταν έτοιμο να του μιλήσει.

Με τον λαιμό της ήταν σχολαστικός χρησιμοποιώντας και τα δυο του χέρια θέλοντας να τον κάνει όσο πιο αρμονικό γίνεται και να ταιριάξει αισθητικά με το λείο γώνιασμα στους ώμους. Τα στήθη πλούσια όσο χρειάζεται για είναι στητά και όμορφα ενώ οι ρόγες έμοιαζαν με φρούτα εποχής έτοιμα για δάγκωμα. Μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες είχε τελειώσει με όλο το σώμα κι απέμεναν απλές διαδρομές των δαχτύλων του πάνω στα μακριά πόδια και τα λεπτά χέρια για να τονίσει τις καμπύλες από τους μύες μέχρι και τα νύχια.

Τα μάτια του έγερναν κουρασμένα, αλλά είχε σταθεί να κοιτάζει έκθαμβος το δημιούργημά του, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του προσώπου του πάνω στα μουσκεμένα ρούχα, ίσως και κάποιο βούρκωμα στα μάτια να σκούπισε, μια κρυφή συγκίνηση ανάμικτη με περηφάνια. Πήρε από κάτω ένα βαρύ τσουκάλι με νερό,  κατέβασε την τιράντα από το παντελόνι, έχυσε το μισό στο κεφάλι του, ενώ το υπόλοιπο το άδειασε στο τζάκι ώσπου να σβήσει η φωτιά.

Από το παράθυρο μπήκε ένα ψυχρό πρωινό αεράκι κι έδωσε άλλη ατμόσφαιρα και μια φρέσκια ανάσα. Στο ημίφως του κεριού η μπρούτζινη κοπέλα έμοιαζε να αργοκινεί τα βλέφαρα και πάνω στο ξύλινο τραπέζι όπως ήταν ξαπλωμένη, έμοιαζε να ανασηκώνει το δεξί πόδι και να κουνάει τα δάχτυλα του αριστερού χεριού. Ο σιδεράς έκπληκτος  αλλά πιο πολύ εκστασιασμένος την πλησίασε και γονάτισε δίπλα της με φόβο και δέος προσπαθώντας να παρατηρήσει κι άλλο τις κινήσεις της.

Το στήθος της φαινόταν από το πλάι να ανεβοκατεβαίνει κατά δυο-τρία εκατοστά, να τρεμοπαίζει σαν ζωντανό. Είδε κι ένα μικρό ποταμάκι σαν από ιδρώτα να κυλάει ανάμεσα και, κατηφορίζοντας, να αδειάζει  στον αφαλό που είχε περιποιηθεί ιδιαίτερα ο ίδιος, λίγο νωρίτερα. Τα πόδια της ανήσυχα, ανασηκώνονταν μια το ένα και μια το άλλο με μεγαλύτερη ταχύτητα τώρα, σα να αναζητούσαν απελευθέρωση, μια λύτρωση. Τα χέρια της, είτε κλείνανε σε γροθιές, τονίζοντας τους μύες στα μπράτσα, είτε έγδερναν με τα νύχια το τραπέζι, βγάζοντας από εκεί έναν σιγανό οξύ ήχο και από το στόμα μια ανάσα βαθιά.

Όταν ο σιδεράς ήρθε από πάνω της για να ερευνήσει πώς έβγαινε αυτή η ανάσα, τα χέρια της κινήθηκαν μηχανικά και τον τράβηξαν τόσο δυνατά και παθιασμένα που κόλλησε πάνω στο μπρούτζινο σώμα ενώ με τα πόδια της τον κλείδωσε. Δεν κατάλαβε πώς γλίστρησε μέσα της, έμεινε  μόνο να ακολουθεί το ρυθμό από το ανάσεμά της, φιλώντας  και δαγκώνοντας αδιάκοπα σαν σφυρί στο αμόνι τη μια το ζεστό της μπρούτζινο στόμα και την άλλη κατεβαίνοντας σαν χείμαρρος το λαιμό και το καυτό της στήθος. Έπιανε τα πόδια της γύρω του κι έκαιγαν. Όλα πάνω της ήταν τόσο καυτά, όσο δεν ήταν όταν την έπλαθε. Κι όσο περνούσε η ώρα, ο σιδεράς καιγόταν στην αγκαλιά  της, τα μάτια του πέταγαν φλόγες, το κορμί του ίδρωνε, έλιωνε κι έδενε με το υγρό μέταλλο, γινόταν ένα ο σιδεράς  μαζί της, σ’ ένα  ιδιότυπο κράμα σωμάτων. Κι όταν τέλειωσε μέσα στο πυρωμένο αταίριαστο ταίρι του, έμοιαζε κι εκείνη να τον ακολούθησε,  αδειάζοντας μια χάλκινη λάβα, σαν  χρυσαφένια θάλασσα κάτω από το πυρίμαχο δέρμα του και ακόμη πιο βαθιά, κατάσαρκα.

Τότε ο σιδεράς αισθάνθηκε στην ψυχή πώς είναι όταν καίγεσαι…

Βασίλης Πουλημενάκος

 
Σχολιάστε

Posted by στο 20 Φεβρουαρίου 2022 σε Best of, Άνθρωποι, Παραμύθια, Πεζά

 

Η τελευταία παράσταση


Η τελευταία παράσταση

(Δύο πρόσωπα: Μονόλογος με αφηγητή)

(Αφηγητής): Έγειρε το κεφάλι για να κάνει την υπόκλιση και τα μάτια της εξαφανίστηκαν από το χώρο. Ταξίδεψαν στο λευκό των υδρατμών, στα αδειάσματα της κούρασης,  στα χαλάσματα των χρόνων, στα φαντάσματα της παράστασης. Άγγιξαν τα λουστρίνια της. Χάιδεψαν τη σουβλερή μύτη τους. Το σανίδι κάτω μετά.

Το χειροκρότημα ήταν ατέλειωτο. Τόσο πολύ που δύσκολα βρήκε το κουράγιο να σηκώσει πάλι το κεφάλι. Πριν, μια σταγόνα κύλησε στο γυμνό της μπούστο. Έτρεξε η στάλα βιαστική και χώθηκε βαθιά στο μωβ φόρεμα, κατέβηκε στον αφαλό, έγινε μικρή λίμνη και απορροφήθηκε στο δέρμα.

Ιδρώτας. Για την παράσταση…

Πάθος. Για το θέατρο…

Δάκρυ…

Ύστερα γύρισε και κοίταξε δειλά στο βάθος δεξιά.  Στο βάθος πουθενά. Εκεί που την περίμενε πάντα. Εκεί που τον περίμενε πάντα. Κάθε Παρασκευή.

(ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ): Η πρώτη μας επαφή ήταν πριν πέντε μήνες, στην πρεμιέρα. Με το λαμέ του κουστούμι και την πίπα στο τσιγάρο έμοιαζε με γκόμενο αριστοκράτη που την ψάχνει στα θέατρα -θέατρο το λέμε το δικό μας, μεταξύ μας καμπαρομπουάτ είναι – μπας και χτυπήσει καμιά διανοούμενη μικρή να την πηδήξει ή καμιά κονομημένη γριά να τη μαδήσει. Στο βάθος δεξιά. Μου έκλεισε το μάτι. Ο ηλίθιος. Μα τι μαλάκας Θεέ μου. Πόσο πίσω είναι. Κι εγώ πηδιέμαι στο σανίδι να τον ευχαριστήσω…

Όπως κι όλους βέβαια. Τελικά τι είμαι; Μια θεατρίνα που διασκεδάζει τον κόσμο; Ή μια του κερατά που ευχαριστεί τον οποιονδήποτε. Ρε σεις, ναι αυτό είμαι. Ρίξτε κάνα φράγκο να σας παίξω ότι θέλετε. Ότι γουστάρει η ψυχή σας να σας παίξω. Ναι, ρε …τσόγλανοι. Αλλά κάντε με να αισθανθώ γυναίκα. Πώς είμαι έστω άνθρωπος ρε γαμώτο. Ας το διάολο πια με το δήθεν.

Παράτησα το σπίτι στο χωριό για το μαράζι μου στο θέατρο. Κι έχω ρε μαλάκα, εκεί  αφημένη τη μάνα μου κι ένα γαμάτο σπίτι φτιαγμένο. Με κήπους, με γκαράζ για το αμάξι που θα ‘παιρνα, για τον άντρα που θα ‘παιρνα, για τα φράγκα που θα ‘παιρνα. Θα δούλευα τα πρωινά και τα απογεύματα θα το γέμιζα κουτσούβελα να το γεμίζουν κι αυτά με τη σειρά τους γέλια και κλάματα, να το καταστρέφουν κι εγώ να το ξαναφτιάχνω. Με τον πρίγκιπα πλάι. Και τα βράδια.

Και τώρα να τι έχω. Τα λουστρίνια. Ένα σανίδι από κάτω. Κι έναν γυφτογκόμενο που πιστεύει ότι επειδή μου έκλεισε το μάτι κάτι έκανε.

Στο διάλειμμα βρήκα στο καμαρίνι μια ανθοδέσμη με κάποια από τα λουλούδια που θα είχα στον κήπο, αν είχα, αν… Το καρτελάκι: «στο βάθος δεξιά». Για λίγο τρόμαξα και γύρισα. Όμως όχι. Πρέπει να ήταν εκείνος. Ο τύπος με το θέμα στο μάτι. Στο άλλο μισό της παράστασης δεν ήταν.

Μετά, τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Ήταν η υπερένταση από την πρεμιέρα ίσως. Ίσως κι αυτός. Σκέφτηκα ως εξής. Το μόνιμο ερωτικό αίτημά μου όλο αυτό το διάστημα που διαολογυρίζω στο θέατρο, είναι να βρω κάποιον που θα θέλει εμένα. Δηλαδή την Κατερίνα. Όχι την κοπέλα της παράστασης, όχι … όχι το χειροκρότημα που πάει σε εκείνη και αύριο θα πάει σε άλλη. Εγώ δεν θέλω το ευκαιριακό χειροκρότημα, το κράτημα θέλω στα χέρια, έναν στο πλευρό μου. Έστω για λίγο κάθε φορά. Να του γεμίζω όμως τότε τα βράδια και να μου αδειάζει τα πάθη. Να με παίρνει και να τον φέρνω πέρα δώθε. Ζητάω πολλά; Έναν δικό μου θέλω ρε! Που να γουστάρει εμένα. Το Κατερινάκι…

Κάθε Παρασκευή ήταν εκεί. Δεν μου έκλεινε πια το μάτι. Μόνο χαμογελούσε όταν τον κοιτούσα. Αλλά τα λουλούδια- λουλούδια -«στο βάθος δεξιά»- σε κάθε διάλειμμα. Και μετά το διάλειμμα, καπνός. Μαζί μία μία και οι άμυνες και οι ελπίδες μου. Γιατί όχι τελικά; Τι κακό έχει ένα κλείσιμο του ματιού; Θα το πεις παλιομοδίτικο, αλλά….. Ο άνθρωπος θέλει να είναι σαφής. Όχι σούξου-μούξου. Σου λέει καθαρά. Σου δείχνω ότι σε γουστάρω κυρία μου. Κάνε το κουμάντο σου λοιπόν, τώρα το ΄θελες πρόστυχο  το ‘θελες ευγενικό, αυτός είμαι και στην τελική εγώ σε γουστάρω. Εσένα, την κορμάρα σου, την ψυχή σου ίσως όχι, αλλά εσένα σίγουρα. Κάτι που θα παίζει κάθε Παρασκευή όμως; Κάθε Παρασκευή.

Μετά από τρεις -τέσσερις τέτοιες Παρασκευές τον αποζητούσα σαν τη χήρα στο κρεβάτι. Λες και τον είχα πάρει και ζήταγα το καπάκι. Κι εγώ το μόνο που είχα πάρει ήταν τα λουλουδικά του διπλανού ανθοπώλη, μερικά χαμόγελα και ένα κλείσιμο του ματιού- που μετά έμοιαζαν με αγκαλιά. Τον κοίταξα κάποια στιγμή σαν τα σκυλάκια που κοιτάνε απορημένα τα αφεντικά τους όταν είναι η ώρα να τα βγάλουν βόλτα. Έλα αγόρι μου, τι φοβάσαι. Έλα στο διάλειμμα -με τα άνθη τα ανοιξιάτικα μαζί- να μου πεις τι θέλεις, τι αισθάνεσαι για μένα βρε αδελφέ, τι γουστάρεις πια. Αφού το βλέπω ότι…

Ή κάνω λάθος πάλι.. λάθος έκανα; Άλλος ένας χαρούμενος θεατής; Άλλο ένα χειροκρότημα της παράστασης; Ένας ακόμα  θαυμασμός για μια ερμηνεία;

…….

Ας είναι…εγώ… εγώ…

…φίλε μου, ευτυχισμένε θεατή, ιδεατέ μου γκόμενε, για σένα μόνο, απόψε στην τελευταία παράσταση, εγώ θα παίξω για πάρτη σου. Γιατί; Επειδή όλο αυτό το διάστημα μου χάρισες το «κάτι» και την ελπίδα, επειδή ξύπνησες το διαολάκι μέσα μου. Θα γελάσω για σένα φίλε, θα δακρύσω, θα γλεντήσω για σένα. Κι εσύ από το “βάθος δεξιά”, θα κοιτάς.  Σα να κάνω στριπτίζ στα πόδια σου θα είναι. Και το άρωμά μου θα ναι το άλλο που έχω φυλάξει για σένα, για σαν εσένα. Παίξε μουσική. Tango.

Σε θέλω όπως πρέπει

σαν φλόγα να έρθεις

σε θέλω στο σώμα

σαν σπίρτο να μπεις

σε θέλω, στο θέλω που δεν θέλει πρέπει

σε θέλω, δεν θέλω αγάπη,

μην πεις…

(ΑΦΗΓΗΤΗΣ): Ύστερα γύρισε και κοίταξε δειλά στο βάθος δεξιά.  Στο βάθος πουθενά. Εκεί που την περίμενε πάντα. Εκεί που τον περίμενε πάντα. Κάθε Παρασκευή. Εκεί που τώρα η θέση άδειασε.

Δάκρυ…

Πάθος. Για το θέατρο…

Ιδρώτας. Για την παράσταση…

Το χειροκρότημα ήταν ατέλειωτο. Τόσο πολύ που βρήκε το κουράγιο και σήκωσε πάλι το κεφάλι. Πριν, μια σταγόνα κύλησε στο γυμνό της μπούστο. Έτρεξε βιαστική η στάλα και χώθηκε βαθιά στο μωβ φόρεμα, κατέβηκε στον αφαλό, έγινε μικρή λίμνη και απορροφήθηκε στο δέρμα.

Έγειρε το κεφάλι για να κάνει την υπόκλιση και τα μάτια της εξαφανίστηκαν από το χώρο. Ταξίδεψαν στη λεύκανση των υδρατμών, στα αδειάσματα της κούρασης,  στα χαλάσματα των χρόνων, στα φαντάσματα της παράστασης. Άγγιξαν τα λουστρίνια της. Χάιδεψαν τη σουβλερή μύτη τους. Το σανίδι κάτω μετά.

σε θέλω, δεν θέλω αγάπη,

μην πεις…

…..

Βασίλης Πουλημενάκος

*φωτο -σκηνικά Θεατρική παράσταση ’ΨΥΛΛΟΙ ΣΤ’ ΑΦΤΙΑ’ στο θέατρο Μουσούρη

 
Σχολιάστε

Posted by στο 28 Ιανουαρίου 2022 σε Best of, Άνθρωποι, Καλλιτεχνικά, Πεζά

 

Το ζεϊμπέκικο της εκδίκησης


Το ζεϊμπέκικο της εκδίκησης

«Το ζεϊμπέκικο της εκδίκησης» των Γιάννη Μελέσιου-Μαρίας Στυλιανού (βιβλιοεκδόσεις Αναζητήσεις, 2020).

Κρήτη. Κατοχή 41-44. Η μπότα του κατακτητή ποδοπατά το έδαφος του ηρωϊκού νησιού, το μίσος θεριεύει στα μάτια των πρώτων ηρώων κι ο θάνατος καραδοκεί σε κάθε γωνιά, σε κάθε λαγούμι. Θεός ή Θάνατος? Τι σημασία έχει? Όπου περνά ο πόλεμος βάφει με αίμα. Θάνατος και οι διάλογοι δύο φίλων που αφηγούνται ιστορίες από εκείνη την εποχή. Έρωτας στην κατοχή? Κι αυτός γιατί ο έρωτας όπως και το πάθος καραδοκούν παντού και πάντα σαν αρχέγονη ευλογία, πιεστικά και αναπόδραστα φωλιάζουν κρυμμένα μέχρι να έρθει η ώρα της έκρηξής τους…

«Για μια στιγμή ένιωσα ενα δυνατό τσίγκλημα στην καρδιά. Σταγόνες ο ιδρώτας έσταζε αχνιστός από τα ροδομάγουλα και το πιγούνι της, σχηματίζοντας ιδρωσυρμή που χυνόταν στ’ αυλακοβύζι της»

Και γύρω απ΄όλα η θάλασσα γυναίκα κι αυτή, η γαλήνη κι η τρικυμία της:

«Μέσα στο μούχρωμα του πρωινού η γη της Κρήτης φαινόταν να κοιμάται σκεπασμένη με της θάλασσας την άχνα. Αφουγκραζόμουν του ύπνου της τον γλυκό ανασαμό κι δάκρυζα. Και πέρα μακριά ξεκόρμιζε περήφανα ο Ψηλορείτης με τα πόδια χωμένα στο νεφικό της πρωινής άχνης, θεριό τετρακέφαλο.»

Το βιβλίο μοιάζει να ημερεύει στην αγάπη δύο νέων στα νερά και στα μέρη της Αλεξάνδρειας. Οχι όμως για πολύ. Ακόμα και ανάμεσα στους καλύτερους φιλους μπορεί να έρθει το μοιραίο. Μια άτυχη στιγμή? Οπως και να χει για την κρητική ψυχη το αίμα ξεπλένεται με αίμα. Οπως ο πόλεμος. Ποιός αποδίδει το δίκαιο? Δίλημμα αναπάντητο. Είναι πάντως η δύναμη της εκδικησης που σε τυλίγει στον ιστό της, σε χορεύει ένα ζειμπέκικο και εκτελείς το χρέος σου, χωρίς άλλη σκέψη.

«Το ζειμπέκικο της εκδίκησης» είναι μυθιστόρημα που αποδίδει μια αληθινή ιστορία και διαδραματίζεται κυρίως στην Κρήτη. Δοσμένο με την χαρακτηριστική κρητική ντοπιολαλιά διανθισμένη με περίτεχνες αλλά και δύσκολες λέξεις, με σκληρό λόγο αφηγηματικό και ποιητικές προεκτάσεις, αποτελεί ένα λογοτέχνημα, πρωτότυπης γραφής, που είναι βέβαιο ότι οι αναγνώστες θα το λατρέψουν με την αλήθεια του, τις λέξεις του, την κρητική λεβεντιά του αλλά και τις ρομαντικές αποδράσεις του.

Bασίλης Πουλημενάκος

 
Σχολιάστε

Posted by στο 16 Ιανουαρίου 2022 σε Άνθρωποι, Βιβλία, Πεζά

 

Παγωμένο Νερό


Παγωμένο Νερό

Το «Παγωμένο Νερό» της Έλενας Χουσνή (εκδόσεις Κύφαντα, 2020).

Πόσες αλήθειες κρυμμένες σε ένα βιβλίο. Η σκέψη μου στην αρχή πήγε αθέλητα ταξίδι στα εφηβικά μου χρόνια και μάλιστα στα πρώτα. «Θα είναι εκεί και το άλλο σου μισό» μου έλεγαν κι εγώ κοντοστεκόμουν να καταλάβω ποιο είναι το έρμο άλλο μου μισό και δεν το ξέρω, έστω το άλλο μου ολόκληρο.

Για την γραφίδα αυτή όμως δεν υπάρχουν παρανοήσεις, υπάρχουν απορίες και ερωτήματα. Δεν υπάρχουν τεμαχισμένα μισά αλλά ακέραια ολόκληρα που διεκδικούν και που πονάνε. Ισχύει απαρέγκλιτα το ένα συν ένα ίσον δύο. Καθαρά και ξάστερα, διαυγέστατα σαν το νερό. Κι αυτό ανάμεσα στην κοριτσίστικη περιέργεια και στη γυναικεία αποφασιστικότητα.

«Ποιός θα με ήθελε μισή; Και ολόκληρη ακόμα θα ήταν ένα θέμα, πως να κάνω αυτήν την ολότητα αξιαγάπητη, και αν θέλω να ξοδέψω μια ζωή για να το πετύχω. Αλλά μισή;»

Αμφισβητεί αλλά δεν απορρίπτει συλλήβδην. Έχει ροή χωρίς να ακολουθεί συγκεκριμένα χρονικά μονοπάτια, πηγαίνει, φεύγει, επιστρέφει, ακολουθεί, δείχνει δρόμους. Ταράζει νερά και μοιάζει στην πρώτη γεύση με ένα λόγο φευγάτο και κάπου αναρχικό. Όχι όμως, η γραφίδα ανθολογεί τη ζωή, απαυγάζει τις ομορφιές της, ακόμα και τις πιο αρχέγονες, απελευθερώνει σκέψεις, ανασύρει πόθους, εκρήγνυται, ηρεμεί, κατασταλάζει και τελικά πείθει, ίσως γιατί αυτό το τελευταίο χρειάζεται.

Γέρνει ο αναγνώστης συγκαταβατικά το κεφάλι και την παρακολουθεί-ακολουθεί στην σταδιακή απαλλαγή από τα ταμπού και τις δοξασίες της κοινωνίας, στα απόλυτα «ναι» από τα τόσο ποθητά «μη» της ζωής, σε μια ανάγκη να μην σκέφτεται τα μετέπειτα αλλά μόνο εκείνα. Λυρικότατη, περιγραφότατη, αναλυτικότατη, δοτικότατη, ασυγκράτητη, δεν σου αφήνει περιθώρια να σκεφτείς «δεν είναι αυτό που νομίζετε» γιατί είναι αυτό ακριβώς. Αντιστέκεται στο θάμπος, το ονειρώδες του ρομαντισμού που πιστεύει ανόητα ότι κάτι υπάρχει κάπου και «για πάντα». Στην πορεία το βιβλίο συγκλονίζει και κορυφώνει όπως ένα ερωτικό ντελίριο χωρίς σταματημό, όπως το άσβηστο μίσος, όπως ο θάνατος που δεν έχει βρει δικιωμό.

«Η πιο σαρκοβόρα στιγμή του έρωτα είναι αυτή η στιγμή, η στιγμή των σιαμαίων, όταν καταθλιπτικά κολλούν οι ζωές και παραδίδονται αμαχητί. Τότε είναι νεκρός ο άλλος. Γι αυτό είναι ο καλύτερος εραστής, αυτός ο νεκρός εραστής του πρώτου καιρού που βυθίζεται στην άβυσσό σου…»

Απενοχοποιεί, δικάζει και καταδικάζει η αλήθεια αυτή, γιατί βρίσκεται διαρκώς μεταξύ σφύρας και άκμονος, ακροβατώντας ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, ανάμεσα στο δίκιο και στο «δίκαιο» των άλλων. Αυτό που κάνει είναι να ανατρέπει τις συμβατικές λογικές και να επανατοποθετεί πεθυμιές και πράξεις εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται. Αντιδρά στο ατέλειωτο, στο ανεκπλήρωτο, στο ανολοκλήρωτο, στο μισό.

Όχι τη λέξη βία δεν την αναφέρει καθόλου ούτε με παράγωγό της, ούτε σαν ρήμα, την καταλαβαίνεις ανάμεσα από τις γραμμές, μέσα από τον πόνο και την τρέλα που δημιουργεί. Δεν την αναφέρει ίσως για να μη δώσει αξία περισσότερη στον θύτη, στο ότι επιχείρησε να νικήσει έτσι, να επιβληθεί. Αντίθετα θα δεις τη λέξη μίσος πολλές φορές και στο τέλος θα νιώσεις το παγωμένο νερό να ρέει σταθερό μέσα από τις λέξεις στο σώμα και στο αίμα σου, σαν γιατρικό και σαν δηλητήριο.

Αν δεν ήταν μυθιστόρημα το «Παγωμένο Νερό», όπως είναι δοσμένο σε πρώτο πρόσωπο, θα ήταν ψυχογράφημα. Είναι όμως μυθιστόρημα γεμάτο από αλήθειες, από ιστορίες της καθημερινότητας που άλλες κρύβονται και άλλες σκοτώνουν. Αφιερωμένο σε όλες τις γυναίκες.

«-Άργησα.-Τι θα μπορούσες να κάνεις; -Να σταματήσω το παγωμένο νερό.-Ήσουν πληγωμένη.-Ήμουν ανόητη. Μπορούσα… Αν τότε.. Αν νωρίς…-Δεν έφταιγες-Έφταιξα.-Έφταιξες, ναι.-Επιτέλους το λες, χρόνια το περίμενα….Συγνώμη…-Να ζωγραφίζεις.-Να μιλάς»..

Βασίλης Πουλημενάκος

 
Σχολιάστε

Posted by στο 19 Δεκεμβρίου 2021 σε Best of, Άνθρωποι, Βιβλία, Πεζά

 

Κορώνα μου


Κορώνα μου
Η συνηθέστερη προσφώνηση στη Μάνη- και την Μέσα και την Έξω- σαν ένδειξη φιλίας και αναγνώρισης της αξίας-σπουδαιότητας του άλλου, είναι το «κορώνα μου» ή κορώνι ή και «κορωνίτσα» για τις γυναίκες στο πιο υποκοριστικό.
Από πού προέρχεται τώρα, εδώ είναι που υπάρχουν εκδοχές που όλες όμως κάπου συνδέονται και από κάπου ξεκινάνε. Κατ’ αρχήν η «κορώνα» είναι αρχαία ελληνική λέξη στη δωρική διάλεκτο, που δανείσθηκαν αργότερα οι λατίνοι και τη συναντάμε και σήμερα στο λεξιλόγιό τους πχ για τον κορωναιό. Αυτό σημαίνει ότι ήταν γνωστή στους μανιάτες τουλάχιστον από την εποχή του Βυζαντίου. Η χρήση της σαν προσφώνηση καθιερώθηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας από την ώρα που συνέβη ένα γεγονός που έμελλε ίσως να αλλάξει τη ροή της ιστορίας.
Οι εναπομείναντες στο Μυστρά ευγενείς από τη Βασιλεύουσα ή και κατευθείαν από τη Βασιλεύουσα, κυνηγήθηκαν όσο κανένας άλλος για προφανείς λόγους από τους Τούρκους και κατά τον 15ο αι. κατέφυγαν στα άπαρτα χώματα της Μάνης. Οι κάτοικοι του Ταινάρου τους υποδέχτηκαν θερμά, θεώρησαν τεράστια τιμή την παρουσία τους και οι ευγενείς του Βυζαντίου ενσωματώθηκαν πολύ εύκολα, σύντομα δε συγγένεψαν με γάμους, ενώ έγιναν και οπλαρχηγοί. Όταν τους μιλούσαν η έκφραση «κορώνα μου» εκτός από άκρως τιμητική παρέπεμπε και στο Βυζάντιο, στα περασμένα μεγαλεία μεν που όμως υπήρχε ο σπόρος και το έδαφος για να ξαναγεννηθούν. Στην πορεία του χρόνου η προσφώνηση «κορώνα-κορώνι» καθιερώθηκε σε όλους τους μανιάτες υπενθυμίζοντας κωδικοποιημένα το «χρέος» που υπήρχε, να απαλλαγεί ο τόπος από τη σκλαβιά και σε ευθεία αντίθεση με το «τουρμπάνι» το σήμα κατατεθέν των Οθωμανών.
Ακολούθως και στο νεοελληνικό κράτος από γενιά σε γενιά, ανεξάρτητα από τις πολιτικές θέσεις του καθενός και το «πολιτειακό» του κράτους, χρησιμοποιείται αυτή η πολύ παλιά προσφώνηση των μανιατών έντονα μέχρι σήμερα.
Βασίλης Πουλημενάκος

 
Σχολιάστε

Posted by στο 17 Οκτωβρίου 2021 σε ρίζες, Άνθρωποι, Ιστορία, Μανιάτικα

 

Ζωή ροζέ


ΖΩΗ ΡΟΖΕ – STUDIO COVER – ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΤΣΩΝΑΚΗΣ – ΣΤΙΧΟΙ – ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΣ RECORDED 2020 ALL INSTRUMENTS BY GEORGE KARTSONAKIS ΟΛΑ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ VIDEO EDITING BY GEORGE KARTSONAKIS A HOME STUDIO PRODUCTION RECORDED AT CAKEWALK SONAR – VST INSTRUMENTS VIOLIN – PAD – ACOUSTIC GUITAR – VOCALS – HARMONY ENGINE

Μια ανοιξιάτικη δροσιά κι ανεμοζάλη
σαν κύμα που ‘γινε αφρός
στο ακρογυάλι
Στη θάλασσα την πιο βαθιά άσπρο καράβι
και στην ανάσα τη ζεστή
στερνό λιμάνι


Ζωή ροζέ γουλιά γουλιά
τα δειλινά της
κάθε ματιά που χάνεται
στο λιόγερμά της
Ζωή ροζέ γουλιά γουλιά
από εκείνη
κάθε σταλιά δροσοσταλιά
γαλάζια λίμνη
Ζωή ροζέ παρακαλώ
στην αγκαλιά της
έχω πνιγεί, έχω κρυφτεί
στα όνειρά της

Αγριολούλουδα της γης και νυχτοπούλια
σαν φέγγισμα της χαραυγής
από την Πούλια
Και του ανέμου η φωνή θυμίζει εκείνη
είναι ταξίδι η στιγμή
για τη σελήνη

Ζωή ροζέ παρακαλώ
στην αγκαλιά της
έχω πνιγεί, έχω κρυφτεί
στα όνειρά της…

ΥΓ . Και η επίσης πολύ καλή ακουστική βερσιόν με φυσαρμόνικα και κιθάρα.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 29 Ιουνίου 2021 σε Στίχοι, Τραγούδια

 

Τα τραγούδια μου


Η μουσική μου σελίδα στο Reverbnation https://www.reverbnation.com/vasilispoulimenakos

 
Σχολιάστε

Posted by στο 26 Μαΐου 2021 σε Άνθρωποι

 

Η παρέλαση των Αθανάτων


Η παρέλαση των Αθανάτων


Οι μοναχοί τα σήμαντρα

κτυπούν στα μοναστήρια

και οι παπάδες στα χωριά

βαράνε τις καμπάνες!

Φεγγοβολούνε τα βουνά

αστράφτουν οι ραχούλες,

των Αθανάτων σπήλαια

της Λευτεριάς αγνάντια!

Φέτος γιορτάζει η Λευτεριά

γιορτάζει η Ελλάδα

διακόσια χρόνια Λεύτερα

Χρόνια πολλά Ελλάδα!!


Των Αθανάτων οι μορφές

στο νου μου παρελαύνουν

με άμαξες, με άρματα

λάβαρα και σημαίες

Βλέπω μπροστά τη Λευτεριά

σημαιοστολισμένη

Να ‘χει στη μέση το σπαθί

στον ώμο το ντουφέκι

και να πετάνε γύρω της

διακόσια περιστέρια!

Είναι τα χρόνια τα χρυσά

της παλιγγενεσίας

αντρείωμα του Έλληνα

δόξα, τιμή στο γένος!

Όλος ο κόσμος χαίρεται

κι από χαρά δακρύζει

Όλος ο κόσμος χαιρετά κι εγώ χειροκροτώ!


Των Αθανάτων οι μορφές

μπροστά μου παρελαύνουν 

και το μυαλό μπερδεύεται

μέσα στην ιστορία

Ποιός είναι αυτός στη θάλασσα

με τις φωτιές στα χέρια

κι αυτός καβάλα στ΄άλογο

μες την Τριπολιτσά?

Ποιά είναι η αρχόντισσα

που τα νησιά αγκαλιάζει

και ο παππάς που ακολουθεί

με το σταυρό στο χέρι?

Ποιός είναι αυτός στα Σάλωνα

κι αυτοί στο Μεσολόγγι

πολέμαρχοι ή ποιητές

Φιλέλληνες ή ντόπιοι;

Όλος ο κόσμος χαίρεται

κι από χαρά δακρύζει

Όλος ο κόσμος χαιρετά κι εγώ χειροκροτώ!


Οι σκέψεις πάνε κι έρχονται

η μια μετά την άλλη

χάνονται και ξανάρχονται

στου νου μου την οθόνη

Της Άγιας Λαύρας λάβαρα

της Μάνης η Σημαία

τα τείχη της Ακρόπολης

της Πύλου τα κανόνια

Μανιατοπούλες λυγερές

κρατώντας τα δρεπάνια

κι η Θεία Δόξα των Ψαρών

να χαιρετά τα πλήθη.

Όλος ο κόσμος χαίρεται

κι από χαρά δακρύζει

Όλος ο κόσμος χαιρετά κι εγώ χειροκροτώ!


Των Αθανάτων τα παιδιά

μπροστά μου παρελαύνουν

με ενδυμασίες τοπικές

κι ελληνικές σημαίες

Η Ρούμελη και ο Μοριάς

κι όλη η Παλιά Ελλάδα

Μακεδονία ξακουστή

Ήπειρος, Θεσσαλία

κι η Θράκη μ ‘ολα τα νησιά

και το πλατύ Αιγαίο!

Όλος ο κόσμος χαίρεται

κι από χαρά δακρύζει

Όλος ο κόσμος χαιρετά κι εγώ χειροκροτώ!


Τελειώνει η παρέλαση

και ο χορός αρχίζει

Όλοι χορεύουν κυκλικά

και όλοι τραγουδάνε

Λένε τραγούδια της χαράς

τραγούδια της αγάπης

τραγούδια για τη λευτεριά

και τη γλυκιά πατρίδα

Φέτος γιορτάζει η Λευτεριά

γιορτάζει η Ελλάδα

Διακόσια χρόνια λεύτερα

Χρόνια Πολλά Ελλάδα!!

Δημήτριος Πουλημενάκος (2021)

 
Σχολιάστε

Posted by στο 24 Μαΐου 2021 σε Ιστορία, Μανιάτικα, Στίχοι

 

Γενεαλογικό δένδρο: Ο Μήτσος Πουλημενάκος


Αναζητώντας της Ρίζες της καταγωγής μας και του ονόματός μας (των Πουλημενιάνων), βρίσκουμε το Γιάννη Πουλημενάκο, σαν τον πρώτο γνωστό πρόγονο, από το χωριό Σκουτάρι του Δήμου Γυθείου και σήμερα Δήμου Ανατ. Μάνης. Είχε κάνει γάμο με την Ελένη Πουλημενάκου (αγνώστου γένους).

107426252_3382610098418112_3980878609566730622_n

Ο Μήτσος Πουλημενάκος στις αρχές του 20ου αι. στο αρχαίο θέατρο Γυθείου

Γεννήθηκε στα 1835 και όλη του τη ζωή -φυσικά αγροτική- την πέρασε στην ίδια περιοχή. Από το γάμο του με την Ελένη απέκτησε δύο παιδιά, τον Παναγιώτη Πουλημενάκο που γεννήθηκε το 1865 και το Μήτσο Πουλημενάκο που γεννήθηκε το 1870.

Ο προπάππος μου Μήτσος Πουλημενάκος (1870-1932) ήταν λιμενεργάτης στο λιμάνι του Γυθείου. Χειριζόταν το μηχανικό βίντσι που φόρτωνε και ξεφόρτωνε τα εμπορεύματα  ή οδηγούσε τις μαούνες στα εμπορικά καράβια και λόγω της ιδιότητας αυτής ήταν πολύ χειροδύναμος.  Παντρεύτηκε την Παναγιώτα (Πότα) Κουντούρη από φερτή Τσιριγώτικη οικογένεια κι έκαναν 5 παιδιά: την Ελένη, τον Γιάννη, τον Βασίλη (τον παππού μου), την Μαργαρίτα και τον Νίκο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δημοτολογίου του Δήμου Γυθείου κατά την περίοδο των χρόνων 1860 έως 1890 παρουσιάστηκε μεγάλος αριθμός κατοίκων που εντάχθηκαν στα Δημοτολόγια (νεοεγγραφέντες) που ήλθαν στο Γύθειο από όλα τα χωριά της Μάνης για λόγους εργασίας. Έτσι εικάζεται πως κατά την περίοδο αυτή ήλθε και η οικογένεια Πουλημενάκου στο Γύθειο από το Σκουτάρι.

Επίσης στα χρόνια αυτά ήλθαν στο Γύθειο για δουλειά και οι οικογένειες Κουντούρη από τα Κύθηρα (Τσιρίγο), η οικογένεια Λιγνού (Σαντορινιού) από το νησί της Σαντορίνης και η οικογένεια Βαβουγιού από τον Αγ. Νικόλαο (Μελτινοχώρια) Γυθείου. Αυτές οι οικογένειες μαζί με την οικογένεια Πουλημενάκου απέκτησαν με γάμους συγγενικές σχέσεις και έζησαν με εργασίες κατασκευής λιμενικών έργων, με εργασίες εμπορικές και με άλλες επαγγελματικές ασχολίες στα πλαίσια της ανάπτυξης του λιμανιού και της όλης πόλης του Γυθείου.

(πληροφορίες από το γενεαλογικό δέντρο-βιβλίο της οικογένειας)