RSS

Πορτοκαλανθός (Μυράνθη Καλλέργη)


Πορτοκαλανθός

  “Μεθυστική η μυρωδιά των ανθών…”

cropped-orange-blossoms-06.jpgΉταν πολλές οι σκέψεις αλλά περισσότερες οι αισθήσεις που τον αγκάλιαζαν εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα που βρέθηκε έπειτα από δέκα χρόνια στα μέρη της. Οδηγούσε ένα καφέ καντέτ που νοίκιασε λίγο έξω από τη Σούδα. Συνόδευε ένα καμιόνι με ξενοδοχειακό εξοπλισμό με προορισμό ένα πορτοκαλοχώρι, τον Φουρνέ και την τουριστική μονάδα «Μυράνθη». Στο βάθος του μυαλού του τριγύριζε η πρόταση από τον ιδιοκτήτη της να αγοράσει το ξενοδοχείο μαζί με το κτήμα σε απίστευτη τιμή.

Είχε συνειδητοποιήσει ότι μεγαλώνοντας, κατάντησε πιόνι του συστήματος κι ένας ακόμα κυνηγός του χρήματος, αλλά υπήρχε κι ένας πιο δικός του λόγος, που τον παρότρυνε ν’ αγοράσει αυτό το κτήμα. Προχωρούσε πατώντας ελάχιστα το γκάζι σκεπτόμενος την ασφάλεια του πανάκριβου εμπορεύματος. Αργά όπως τότε, εκείνο το καλοκαίρι, που με το σακίδιο στον ώμο, περιδιάβαινε με ένα πράσινο ποδήλατο όλη την Κρήτη.

Το τιμόνι ταίριαζε τις στροφές του Ομαλού, όμως το βλέμμα του μην αντέχοντας, έφευγε σε κείνο που τον είχε συνεπάρει. Σε μια ατέλειωτη έκταση τη γη σκέπαζε ένα χαλί πράσινο. Στολισμένο με μικρές λευκές βούλες, που το δειλινό που ‘γερνε στις αητοκορφές του Ψηλορείτη χάριζε λάμψη μ’ ένα ζωηρό φως κι έκανε τ’ ασπρολούλουδα να μοιάζουν με πορτοκαλί καναρίνια έτοιμα να πετάξουν. Ξανοίγοντας στον ουρανό έβγαζαν μια αστείρευτη μυρωδιά που έκανε πιο ζωντανή την εικόνα αυτού του παραδείσου και δεν τον ξεχνάς ποτέ, αρκεί να τον περπατήσεις μια φορά ανασαίνοντας την άνοιξη στην πλάση του.

Σα να’ ναι τώρα θυμάται τη Μυράνθη. Όπως τώρα ήταν σούρουπο. Έτρεχε σαν αγρίμι στα χωράφια. Ανάμεσα στ’ αμπέλια και ύστερα απέναντι από το χωματόδρομο, στους πορτοκαλεώνες που εκείνο τον καιρό ήταν λίγοι και τ’ άρωμα τους ελαφρύ. Συμπέρανε με πρόχειρο συλλογισμό ότι το αμπέλι δεν απέδιδε κέρδος όσο τα πορτοκάλια, γι αυτό άλλαξαν το είδος της παραγωγής. Τώρα, στα έσχατα φώτα της μέρας με τον ήλιο να καρφώνει στα μάτια, διαισθανόταν να τον τριγυρίζει μια λευκή σκιά στη μορφή της, σα διάφανη οπτασία.

Μέσα του είχε μείνει η ζωγραφιστή φιγούρα από το ξανθό κορίτσι των δεκαεφτά ετών που έτρεχε ανάμεσα στ’ αμπέλια όπως ο άνεμος και το άρωμά της, πνοή από ροζακί σταφύλι, να σκορπίζει στον αέρα. Όταν τότε την πρωτοείδε να διασταυρώνει το δρόμο, τη σταμάτησε.

-Σας παρακαλώ, επειδή μάλλον έχω χαθεί, υπάρχει κάποιο μέρος να περάσω το βράδυ;

-Υπάρχει μια πανσιόν εδώ κοντά. Μπορείτε να περάσετε μέσα από τις πορτοκαλιές;

Τότε δεν τον ενοχλούσε τίποτα. Δεν τον πείραζαν οι αναποδιές. Κατέβηκε από το ποδήλατο. Όμως εκείνη έβαλε όλη της τη φόρα και έγινε άπιαστη. Ακολούθησε τα βήματά της και όταν μετά από δέκα λεπτά έφτασε στην πανσιόν, την είδε να στέκεται στην εξώπορτα και να του χαμογελάει.

-Έγινες καπνός και δεν μου είπες ούτε το όνομά σου.

-Το γράφει η ταμπέλα.

– “Μυράνθη”;

n1519429401_30033497_677Πλησίασε την πανσιόν προσέχοντας την καλλίγραμμη επιγραφή μέχρι που ένας σοβαρός μεσόκοπος τύπος βγήκε από τη ρεσεψιόν και του συστήθηκε με συγκρατημένο χαμόγελο.

-Καλησπέρα. Βρίσκεστε στον αμπελώνα Καλλέργη. Είμαι ο ιδιοκτήτης αυτού του ξενοδοχείου. Πώς βρεθήκατε εδώ; Δεν είναι συνηθισμένο πέρασμα για τουρίστες.

– Κάνω το γύρο της Κρήτης και με τράβηξε η μυρωδιά από τ’ αμπέλια.

– Να και κάτι ευχάριστο. Τα σταφύλια μάς έφεραν έναν πελάτη. Μπορείτε να μείνετε όσο θέλετε. Και να περιηγηθείτε στο κτήμα. Καλή διαμονή κύριε…

– Φωκάς. Άγγελος Φωκάς.

Στην άκρη του ματιού του πρόσεξε την Μυράνθη να τρέχει στα κρυφά κι από τις γωνίες, σε ένα υπόγειο. Άφησε τα πράγματά του στη ρεσεψιόν και αποφάσισε να την ακολουθήσει. Πάτησε προσεκτικά τα ξύλινα σκαλοπάτια βαστώντας τις κουπαστές, γιατί έτριζαν επικίνδυνα. Από το βάθος η φωνή της έσπασε τη σιωπή.

– Μη φοβάσαι και να πέσεις δεν παθαίνεις τίποτα.

– Τι είναι εδώ μέσα;

– Σαν τι σου μοιάζει; Κελάρι είναι κύριε Φωκά. Γεμάτο κρασιά.

Δεν πρόλαβε να αναρωτηθεί πότε πρόλαβε να μάθει τόσο γρήγορα το όνομά του. Είδε την ατέλειωτη σειρά με βαρέλια και μπουκάλια που όλα ανέγραφαν τον ίδιο τίτλο “Μυράνθη” σα να τον προκαλούσαν. Κατέβηκε πιο γρήγορα και άρχισε να περιεργάζεται τα μπουκάλια και μετά να χαϊδεύει τα δρύινα βαρέλια. Πήρε ένα μικρό ποτήρι που βρήκε κι άνοιξε μια κάνουλα. Έφερε στη μύτη του το κρασί. Το χρώμα και η ευωδιά του ήταν τόσο καινούργια, αλλά του προξενούσαν ένα παράξενο συναίσθημα, σαν σκηνή που είχε ξαναζήσει.

Γύρισε να δει την κοπέλα όμως εκείνη είχε ήδη εξαφανισθεί. Τακτοποιήθηκε στο δωμάτιο της πανσιόν και όταν το βράδυ έκλεισε τα μάτια του, ονειρεύτηκε μια νεράιδα βγαλμένη από το Φραγκοκάστελλο, κόρη κάποιου δροσουλίτη, να πετάει με το λευκό της φουστάνι πάνω από τα αμπέλια και τις πορτοκαλιές και να αφήνει πίσω της στο φόντο του σκοταδιού, ίχνη αστραφτερά σαν από νεραϊδόσκονη κι ένα άρωμα τόσο βαθύ και μεθυστικό όπως του κελαριού, μόνο που αυτή η σκόνη έσπερνε άρωμα πορτοκαλανθού κι ένα χρώμα που ζάλιζε όπου το αντίκριζες.

Το πρωί βρήκε δίπλα του, ένα κλαδί πορτοκαλιάς και από κάτω ένα σημείωμα προσεκτικά διπλωμένο.

“Την επόμενη φορά. Θα σε περιμένω… Άγγελέ μου…”

545888_4120902533562_1748850380_n
Όταν ξημέρωσε γύρισε την πανσιόν και όλο τη κτήμα ψάχνοντας για την Μυράνθη. Όμως εκείνη δεν βρισκόταν πουθενά κι εκείνος δεν ήθελε να ρωτήσει για εκείνη. Κράτησε το σημείωμα. Και μια υπόσχεση που δεν ήξερε αν έπρεπε να την πάρει σοβαρά και τι μπορούσε να σημαίνει.

Μετά από δέκα χρόνια λοιπόν η τύχη κι ένα τηλεφώνημα τα έφεραν να ξαναβρεθεί στα Χανιά. Αγωνιούσε να την δει, ίσως να τον περίμενε ίσως και όχι, αλλά σίγουρα θα τη συναντούσε μεγαλύτερη, μετρημένη, αλλά και ευαίσθητη. Κράτησε εκείνο το σημείωμα, κρυμμένο καλά σε κάποιο κουτί με γράμματα και φωτογραφίες. Και τώρα στην τσέπη του σαν φυλαχτό κι ενωτικό των χρόνων, λόγος λίγος αλλά αρκετός για να την ψάξει πάλι. Τόσα χρόνια αγάπη κι ελπίδα καρφιτσωμένες μαζί σ’ ένα σημείωμα. Μόνο που τώρα με μια καλή δουλειά στα χέρια του και αγοράζοντας το ξενοδοχείο, ένιωθε να θέλει την Μυράνθη αληθινά. Ήταν έτοιμος αν ήταν τα πράγματα θετικά να…

Στο Κτήμα Καλλέργη που πλέον πλημμύριζε από πορτοκαλιές, διακόπηκαν οι σκέψεις του αφού τον υποδέχθηκε στα σκαλιά από ένα μεγάλο και σύγχρονο ξενοδοχείο ο ίδιος ο Καλλέργης χαρούμενος για τη συνάντηση.

– Καλώς ορίσατε. Καλησπέρα. Φέρατε τον εξοπλισμό μας, κύριε …

– Φωκάς.

– Κύριε Φωκά. Μα σας θυμάμαι και μάλιστα πολύ καλά.

– Μετά από δέκα χρόνια κ. Καλλέργη;

– Πώς θα μπορούσα να μη σας θυμάμαι; Από εκείνον τον καιρό όλα εδώ άλλαξαν. Τίποτα δεν έμεινε ίδιο.

Ο Άγγελος Φωκάς κοίταξε γύρω του κοντοστάθηκε αλλά μετά από μικρή παύση ρώτησε.

– Η Μυράνθη πού είναι;

 O Καλλέργης τον κοίταξε παράξενα. Αλλά ο Άγγελος συνέχισε.

-…Η κοπέλα που έχετε δώσει το όνομα του ξενοδοχείου, η κόρη σας.

– Η Μυράνθη. Ελάτε μαζί μου.

Τον πήγε στο ίδιο παλιό κελάρι. Τα σκαλοπάτια ήταν πια από μπετόν, αλλά είχαν μείνει πλέον μόνο μερικές δεκάδες από τα μπουκάλια “Μυράνθη” και τα βαρέλια άδεια και γερμένα στο πλάι έμοιαζαν να νοσταλγούν την παλιά εποχή.

– Ό,τι έχει απομείνει από εκείνη κ. Φωκά. Τα έχω κρατήσει αυτά τα μπουκάλια για σας. Για τον αγοραστή του κτήματος θέλω να πω. Θυμάμαι πόσο σας άρεσε η γεύση του κρασιού μας. Όταν ήρθατε εδώ κάνοντας το γύρο του νησιού, είχαν περάσει τρεις μήνες από τότε που τη χάσαμε. Το κρασί αυτό πήρε το όνομά της, επειδή και τα αμπέλια έπαιρναν άρωμα από την Μυράνθη. Ξέρετε, της άρεσε να τρέχει ανάμεσά τους.

– Το… ξέρω.

– Μα δεν προλάβατε να την γνωρίσετε.

– Πείτε ότι το κατάλαβα κύριε Καλλέργη.

– Από τότε σαν από παραξενιά της φύσης άρχισαν τα αμπέλια να μαραίνονται και να αναπτύσσονται ραγδαία…

– Οι πορτοκαλιές.

– Ναι. Τα πορτοκάλια όμως αυτά έγιναν ανάρπαστα στις αγορές, η δε πανσιόν κατακλύστηκε από πελατεία, την αναπτύξαμε σε ξενοδοχείο τεσσάρων αστέρων. Απίστευτο δεν είναι; Και όλα ξεκίνησαν αμέσως μετά την επίσκεψή σας. Δεν έκανα παιδιά εκτός της Μυράνθης και θα ήθελα ειλικρινά να πάρετε εσείς το κτήμα. Φέρεται σα να σας αποζητάει. Τόσα χρόνια έμαθα να καταλαβαίνω τα δέντρα, τα άνθη, τους καρπούς. Αυτές τις μέρες που ήξερα ότι θα ερχόσασταν, βλέπω τις πορτοκαλιές πιο ανθισμένες από ποτέ.

– Παρακαλώ να το δώσετε σε μένα. Μείνετε ήσυχος. Θα το προσέχω όπως εκείνη.

Ο Άγγελος βγήκε από το κελάρι αποσβολωμένος και με ανάμικτα συναισθήματα περπάτησε στο κτήμα. Βούλιαξε τα βήματά του στο νωπό χώμα, έβγαλε από την τσέπη του το κιτρινισμένο πια χαρτάκι κι άρχισε να το σκίζει να το κάνει κομματάκια κι αυτά να τα παίρνει ο άνεμος, να τα σκορπίζει στις κορφές από τις πορτοκαλιές και τα λουλούδια τους να αναδύουν το πιο ερωτικό τους άρωμα.

Πλησίασε ένα άνθος πορτοκαλιάς. Άγγιξε τα πέταλα του, σκούπισε μια δροσοσταλίδα που έμοιαζε δάκρυ χαράς. Έκλεισε τα μάτια. Και το φίλησε.

  Το στόμα του δροσίστηκε από μια δύναμη υγρή, ερωτική. Ανάμικτη με γεύσεις από κρητικό ροδόμελο και φρεσκοστυμμένο πορτοκάλι.  Το μπουμπούκι άνοιξε, κόλλησε στα χείλη του, ο μίσχος λύγισε και τον αγκάλιασε μαζί με όλο το κλωνάρι. Σταμάτησαν μόνο αφού ο Άγγελος ρούφηξε σα μέλισσα τον τελευταίο κόκκο γύρης και αφού το λουλούδι μετάγγισε όλη του την ευωδιά.

  Πέρασε ώρα ξαπλωμένος στην κρητική γη, μόνος πλάι στο δέντρο. Με τα χέρια του να χαϊδεύουν το χώμα.  Και τ’ ασπρολούλουδα να πέφτουν από τον αέρα ένα ένα σαν αστέρια στο στήθος του. Σαν μάτια που ταξίδεψαν στ’ όνειρο και κατέβασαν τα βλέφαρα. Σαν παραδείσια πουλιά που κατέβηκαν να πιουν νερό και να ξαποστάσουν.

  Όταν συνήλθε ήταν σχεδόν βέβαιος ότι μέσα σε όλα αυτά υπήρχε η Μυράνθη, το κορίτσι που αγάπησε πριν καν γνωρίσει, πριν το ανιχνεύσει, πριν το αγγίξει με τα δάχτυλα, πριν ανακαλύψει τα κρυφά μονοπάτια της ψυχής και της λαχτάρας της. Ακόμα και τώρα που του είπαν ότι δεν ζει στον κόσμο του, τον έλκει, τον καλεί κοντά της με τον τρόπο που μόνο μια γυναίκα ξέρει.

– Μα δεν είναι δυνατόν, δεν γίνονται αυτά! αναρωτήθηκε φωναχτά αυτή τη φορά ο Άγγελος Φωκάς και έλαμψαν τα μάτια του προσπαθώντας να ξεφύγει από το όνειρο, τη φαντασίωση που είχε περιπλεχθεί το μυαλό του…

  Έτρεξε πάλι πίσω στο κελάρι με τα κρασιά και βρήκε γονατιστό και δακρυσμένο τον Καλλέργη να κρατάει ένα μπουκάλι “Μυράνθη” στην αγκαλιά του.

– Το ξενοδοχείο λέγεται “Μυράνθη Καλλέργη”  και το όνομά της το γράφει ο τηλεφωνικός κατάλογος και οι ταξιδιωτικοί οδηγοί. Παντού εμφανίζεται σε όλα τα σάιτ στο διαδίκτυο. Σα να διευθύνει εκείνη το ξενοδοχείο. Πείτε μου την αλήθεια. Τι συμβαίνει με την Μυράνθη;

– Σου είπα την αλήθεια  Άγγελε, χάθηκε πριν δέκα χρόνια περίπου. Τρεις μήνες πριν εμφανισθείς εδώ.

– Τι εννοείτε «χάθηκε»; Θέλετε να πείτε ότι δεν ξέρετε αν ζει;

– Εξαφανίσθηκε. Σα ν’ άνοιξε η γη και την κατάπιε.  Ψάξαμε παντού σε όλη την Κρήτη σε όλο τον κόσμο. Δεν βρέθηκε ποτέ και πουθενά κανένα ίχνος της.

– Έχω την αίσθηση ότι δεν μου τα λέτε όλα.

  Ο Άγγελος άρχισε να εκνευρίζεται και προσπαθώντας να μάθει την αλήθεια  γίνεται επιθετικός, ίσως άδικα στον Καλλέργη. 

-Ένας πατέρας δεν θα πίστευε ποτέ το θάνατο του παιδιού του Άγγελε αν δε δει με τα μάτια του. Όμως δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα για ένα γονιό να έχει χάσει το παιδί του, να μην ξέρει που βρίσκεται, αν ζει, αν… Εδώ στο κελάρι αισθάνομαι κοντά της… 

Ο Άγγελος τον διέκοψε απότομα.

-Γιατί έφυγε η Μυράνθη από το σπίτι;

Ο Καλλέργης ταράχθηκε…δεν μίλησε όμως. Ο Φωκάς συνέχισε πιο ήρεμα…

– Το ξενοδοχείο και το κτήμα, σας είπα ότι θα το αγοράσω. Όταν υπογράψουμε τα συμβόλαια πρέπει να μου πείτε όλη την αλήθεια.

Ο ξενοδόχος είχε έτοιμα τα συμβόλαια και το στυλό στην τσέπη του. Για πρώτη φορά χαμογέλασε. Η τιμή του ξενοδοχείου ήταν μοναδικά χαμηλή. Παράξενο. Χαιρόταν ενώ ήταν έτοιμος χωρίς παζάρια να δώσει ένα συγκρότημα που βρισκόταν σε πλήρη άνθιση σε εξευτελιστική τιμή. Πήρε το επίσημο ύφος του και ακούμπησε το συμβόλαιο σε ένα βαρέλι.

-Υπογράψτε κύριε Φωκά και θα σας ανήκουν όλα.

Ο Άγγελος βιαστικά υπέγραψε και παρά την εμπορική και γραφειοκρατική διαστροφή του, δεν κοίταξε ποσά και λεπτομέρειες.

-Λοιπόν σας ακούω. Την Μυράνθη τη διώξατε, δεν εξαφανίσθηκε μόνη της. Τα λέω καλά;

– Την εποχή εκείνη, η πανσιόν και το κτήμα με τα αμπέλια δεν πήγαιναν καλά. Η μητέρα της είχε πεθάνει πριν κάμποσα χρόνια και μόνος μου δεν μπορούσα να την μεγαλώσω όπως της άξιζε. Είχα μεγάλη αγάπη στην Μυράνθη κι εκείνη το ίδιο σε μένα. Σκέφτηκα ότι έπρεπε να κάνω κάτι για εκείνη. Είχε πια μεγαλώσει, ήταν στα δεκαεφτά.

– Ήταν μόλις δεκαεφτά κύριε Καλλέργη.

-Την έβλεπα πώς έτρεχε, ήταν ζωηρή, ένας άνεμος ήταν. Από την άλλη μεριά κι εγώ μεγάλωνα, φοβήθηκα μη γίνει κάτι και μείνει μόνη…

– Κατάλαβα. Και αποφασίσατε να την παντρέψετε με κάποιον που δεν ήθελε… Αυτό είναι για σας τίμιο και σωστό; Να την δώσετε στον οποιονδήποτε πριν καν αισθανθεί τι σημαίνει ζωή; 

– Όχι Άγγελε! Ο άνθρωπος που τη ζήτησε ήταν προκομμένος, κοπέλι πρώτης τάξεως… Τι λέω όμως; έχεις δίκιο, τα κατάλαβα αυτά πολύ καλά αλλά ήταν αργά… θέλω να ξέρεις ότι ήθελα μόνο να είναι ευτυχισμένη…

– Αυτό που ξέρω κύριε Καλλέργη είναι ότι η Μυράνθη έφυγε και σας άφησε πλούτη. Χάσατε τη ζεστασιά και την αγάπη της μονάκριβης κόρης σας αλλά τελικά η επιχείρηση έκανε τεράστια επιτυχία. Αλήθεια γιατί την πουλάτε όσο-όσο; Δεν πίστεψα ξέρετε εκείνο το επιχείρημα που μου είπατε… Έχω όμως την απορία. Γιατί; Τώρα που υπογράψαμε τα συμβόλαια. Πείτε μου.

-Όταν έφυγε η Μυράνθη ήρθε μια νύχτα, πες σαν όραμα, και μου είπε ότι θα έχει αυτόν που θέλει εκείνη αλλά και με την δική μου έγκριση. Δεν ήξερα πώς θα γίνει αυτό αφού είχε εξαφανισθεί και τι σήμαινε ο γρίφος. Αυτό το κτήμα Άγγελε έχει ακόμα την ανάσα της, πίστεψέ το την αισθάνομαι και από τότε που το άγγιξες εσύ έγινε πιο ανθηρό. Ξέρω ότι είναι τρελό αλλά σκέφτηκα ότι  θέλει εσένα, γι αυτό σου ζήτησα να πάρεις δικό σου και το συγκρότημα και το χτήμα. Έχω μια ελπίδα στο πίσω μέρος της ψυχής μου ότι έτσι η Μυράνθη θα με συγχωρέσει και θα εμφανισθεί πάλι ζωντανή. Την έχεις δει κι εσύ, έτσι δεν είναι; Πες μου ότι την έχεις δει…

  Ο Άγγελος Φωκάς έγνεψε θετικά, γονάτισε κι αυτός. Άγγιξε ένα μπουκάλι και με τον Καλλέργη έκαναν μαζί μια βουβή προσευχή. Είχε ήδη νυχτώσει.  Οι πορτοκαλανθοί έπαιρναν θέση για ύπνο. Μια αύρα από το Λυβικό πέρασε από το Φραγκοκάστελλο, πήδησε τον Ψηλορείτη κι έπεσε σαν σύννεφο. Ένα σεντόνι που σκέπασε σαν άχνη το κτήμα Καλλέργη στο Φουρνέ. Το φως στο κελάρι έσβησε. Έμεινε ένα άρωμα. Να πολλαπλασιάζεται. Διαπεραστικό…

    Ήταν πολύ κουρασμένος. Έσφιξε το συμβόλαιο στα χέρια και με το άρωμα των πορτοκαλανθών να έχει αγκαλιάσει την ατμόσφαιρα, κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Το ξενοδοχείο μέσα στις πρώτες μέρες της άνοιξης ήταν άδειο.

 Ανέβηκε αργά τη δρύινη σκάλα και με τρεμάμενα χέρια από τη συγκίνηση άνοιξε την πόρτα, μετά το παράθυρο για να μπει η αύρα με τις ευωδιές του Φουρνέ κι έπεσε στο κρεβάτι. Κοίταξε φευγαλέα το συμβόλαιο για να δώσει εντολή στον λογιστή του να μεταβιβάσει το ποσό στο λογαριασμό του Καλλέργη και με έκπληξη διαπίστωσε ότι στη θέση του ποσού έγραφε «ένα ευρώ». Ο γεροξενοδόχος τού χάριζε όλη του την περιουσία, όλα αυτά που κανονικά  έπρεπε να αφήσει στην κόρη του.

Ήταν αδύνατο να δεχθεί ένα τέτοιο δώρο. Οι κόποι μιας ζωής δεν εκχωρούνται έτσι. Σηκώθηκε γρήγορα και έψαξε να βρει τον Καλλέργη μέσα στην καταχνιά και τη δροσιά της ανοιξιάτικης νύχτας. Όλα τα φώτα του ξενοδοχείου ήταν κλειστά. Ο Άγγελος δεν ήξερε ποια πόρτα να χτυπήσει. Υπήρχε μια απέραντη σιωπή και μόνο ο αέρας από το ανοιχτό παράθυρο έδινε ακούσματα εκείνη τη βραδιά. Γύρισε πίσω και εκεί τον περίμενε άλλη μια έκπληξη.  

 Πάνω στο κομοδίνο βρήκε το βάζο γεμάτο με πορτοκαλανθούς όπως όταν είχε συναντήσει τη Μυράνθη πριν δέκα χρόνια. Άγγιξε τα εύθραυστα λουλούδια με προσοχή προσπαθώντας να μυρίσει, να γευθεί κάτι από την αγαπημένη του. Έκλεισε τα μάτια και τότε…

 – Γύρισες τελικά.  Καλώς όρισες  Άγγελε. Σε περίμενα.

 Πίσω από την πλάτη του μια φωνή βαθιά και θηλυκή που του θύμιζε τόσα…Όλα σαν ταινία πια επέστρεφαν στο μυαλό του. Το πράσινο ποδήλατο, το σακίδιο, τα αμπέλια και η αέρινη Μυράνθη, εκείνο το τρελόπλασμα που δεν είχε σταματημό, τα κρασιά στο κελάρι,  το χαρτάκι με το σημείωμα… Ήταν εκείνη, η φωνή της αξέχαστη αλλά και τόσο διαφορετική, φωνή ώριμη αλλά και τόσο ζεστή.

 Δίστασε να γυρίσει να την δει. Φοβήθηκε μήπως ήταν όνειρο και χαθεί. Μήπως είδε κι εκείνος μια οπτασία και πως η Μυράνθη τον επισκέφθηκε απλά για να του κάνει παρέα, σαν πνεύμα που δεν έχει βρει ακόμα ησυχία. Όλα αυτά που είχε καταλήξει ότι δεν ισχύουν, κυριάρχησαν πάλι στην σκέψη του. Έκανε μια ευχή…

 Αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο.

 – Κοίταξέ με.  Άγγιξε με.

 Γύρισε το πρόσωπο αλλά τα μάτια του παρέμειναν κλειστά.  Έφερε τ’ ακροδάχτυλα πάνω σε ένα σώμα που έβγαζε μια ονειρική αχλή, ένιωσε μια ανάσα κι ένα άρωμα γνώριμο. Χάιδεψε τα μακριά της μαλλιά. Τα βλέφαρα και τα χείλη. Πέρασε με το πάνω μέρος της παλάμης του όλο το πρόσωπο της και σκούπισε μια στάλα που δειλά ξεπήδησε. 

n683477544_948344_1916 Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε μια υπέροχη κοπέλα με ξανθά μαλλιά και γαλαζοπράσινα μάτια, ντυμένη με ένα πορτοκαλί μακρύ φουστάνι. Του χαμογέλασε.

-Λοιπόν; Σας θυμίζω τίποτα κύριε … Φωκά;

Η Μυράνθη είχε πάρει για λίγο το κοριτσίστικο πειραχτικό ύφος που τότε τον κατέκτησε.

 -Είναι αλήθεια…

 Δεν τον άφησε να ξαναμιλήσει. Τον έπιασε απαλά από το πρόσωπο και τον τράβηξε. Χαρίζοντάς του σε ένα βράδυ όλα όσα του όφειλε δέκα ολόκληρα χρόνια. Τη ζωή  της. Την χαμένη νιότη της. Και τον έρωτά της. Τον ανεκτίμητο έρωτα με όσα ταξίδεψαν μέσα της για εκείνον.

 Τον πορτοκαλανθό των ονείρων της.

Σώμα και ψυχή σε μια βραδιά ανείπωτη και ανεπανάληπτη.
Και ήχους του χάρισε.
Από έναν χτύπο καρδιάς που ακούστηκε διπλός.
Από το φτεροκόπημα που κάνουν τα αγριοπούλια.
Από δυο ανάσες που ενώθηκαν.
Από τη λέξη ενός λουλουδιού στον αέρα.
Από τη “στιγμή” της.

 
13 Σχόλια

Posted by στο 20 Ιουνίου 2008 σε Best of, Πεζά

 

Κορώνα μου


Κορώνα μου
Η συνηθέστερη προσφώνηση στη Μάνη- και την Μέσα και την Έξω- σαν ένδειξη φιλίας και αναγνώρισης της αξίας-σπουδαιότητας του άλλου, είναι το «κορώνα μου» ή κορώνι ή και «κορωνίτσα» για τις γυναίκες στο πιο υποκοριστικό.
Από πού προέρχεται τώρα, εδώ είναι που υπάρχουν εκδοχές που όλες όμως κάπου συνδέονται και από κάπου ξεκινάνε. Κατ’ αρχήν η «κορώνα» είναι αρχαία ελληνική λέξη στη δωρική διάλεκτο, που δανείσθηκαν αργότερα οι λατίνοι και τη συναντάμε και σήμερα στο λεξιλόγιό τους πχ για τον κορωναιό. Αυτό σημαίνει ότι ήταν γνωστή στους μανιάτες τουλάχιστον από την εποχή του Βυζαντίου. Η χρήση της σαν προσφώνηση καθιερώθηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας από την ώρα που συνέβη ένα γεγονός που έμελλε ίσως να αλλάξει τη ροή της ιστορίας.
Οι εναπομείναντες στο Μυστρά ευγενείς από τη Βασιλεύουσα ή και κατευθείαν από τη Βασιλεύουσα, κυνηγήθηκαν όσο κανένας άλλος για προφανείς λόγους από τους Τούρκους και κατά τον 15ο αι. κατέφυγαν στα άπαρτα χώματα της Μάνης. Οι κάτοικοι του Ταινάρου τους υποδέχτηκαν θερμά, θεώρησαν τεράστια τιμή την παρουσία τους και οι ευγενείς του Βυζαντίου ενσωματώθηκαν πολύ εύκολα, σύντομα δε συγγένεψαν με γάμους, ενώ έγιναν και οπλαρχηγοί. Όταν τους μιλούσαν η έκφραση «κορώνα μου» εκτός από άκρως τιμητική παρέπεμπε και στο Βυζάντιο, στα περασμένα μεγαλεία μεν που όμως υπήρχε ο σπόρος και το έδαφος για να ξαναγεννηθούν. Στην πορεία του χρόνου η προσφώνηση «κορώνα-κορώνι» καθιερώθηκε σε όλους τους μανιάτες υπενθυμίζοντας κωδικοποιημένα το «χρέος» που υπήρχε, να απαλλαγεί ο τόπος από τη σκλαβιά και σε ευθεία αντίθεση με το «τουρμπάνι» το σήμα κατατεθέν των Οθωμανών.
Ακολούθως και στο νεοελληνικό κράτος από γενιά σε γενιά, ανεξάρτητα από τις πολιτικές θέσεις του καθενός και το «πολιτειακό» του κράτους, χρησιμοποιείται αυτή η πολύ παλιά προσφώνηση των μανιατών έντονα μέχρι σήμερα.
Βασίλης Πουλημενάκος

 
Σχολιάστε

Posted by στο 17 Οκτωβρίου 2021 σε ρίζες, Άνθρωποι, Ιστορία, Μανιάτικα

 

Ζωή ροζέ


ΖΩΗ ΡΟΖΕ – STUDIO COVER – ΜΟΥΣΙΚΗ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΤΣΩΝΑΚΗΣ – ΣΤΙΧΟΙ – ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΣ RECORDED 2020 ALL INSTRUMENTS BY GEORGE KARTSONAKIS ΟΛΑ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟ VIDEO EDITING BY GEORGE KARTSONAKIS A HOME STUDIO PRODUCTION RECORDED AT CAKEWALK SONAR – VST INSTRUMENTS VIOLIN – PAD – ACOUSTIC GUITAR – VOCALS – HARMONY ENGINE

Μια ανοιξιάτικη δροσιά κι ανεμοζάλη
σαν κύμα που ‘γινε αφρός
στο ακρογυάλι
Στη θάλασσα την πιο βαθιά άσπρο καράβι
και στην ανάσα τη ζεστή
στερνό λιμάνι


Ζωή ροζέ γουλιά γουλιά
τα δειλινά της
κάθε ματιά που χάνεται
στο λιόγερμά της
Ζωή ροζέ γουλιά γουλιά
από εκείνη
κάθε σταλιά δροσοσταλιά
γαλάζια λίμνη
Ζωή ροζέ παρακαλώ
στην αγκαλιά της
έχω πνιγεί, έχω κρυφτεί
στα όνειρά της

Αγριολούλουδα της γης και νυχτοπούλια
σαν φέγγισμα της χαραυγής
από την Πούλια
Και του ανέμου η φωνή θυμίζει εκείνη
είναι ταξίδι η στιγμή
για τη σελήνη

Ζωή ροζέ παρακαλώ
στην αγκαλιά της
έχω πνιγεί, έχω κρυφτεί
στα όνειρά της…

ΥΓ . Και η επίσης πολύ καλή ακουστική βερσιόν με φυσαρμόνικα και κιθάρα.

 
Σχολιάστε

Posted by στο 29 Ιουνίου 2021 σε Στίχοι, Τραγούδια

 

Τα τραγούδια μου


Η μουσική μου σελίδα στο Reverbnation https://www.reverbnation.com/vasilispoulimenakos

 
Σχολιάστε

Posted by στο 26 Μαΐου 2021 σε Άνθρωποι

 

Η παρέλαση των Αθανάτων


Η παρέλαση των Αθανάτων


Οι μοναχοί τα σήμαντρα

κτυπούν στα μοναστήρια

και οι παπάδες στα χωριά

βαράνε τις καμπάνες!

Φεγγοβολούνε τα βουνά

αστράφτουν οι ραχούλες,

των Αθανάτων σπήλαια

της Λευτεριάς αγνάντια!

Φέτος γιορτάζει η Λευτεριά

γιορτάζει η Ελλάδα

διακόσια χρόνια Λεύτερα

Χρόνια πολλά Ελλάδα!!


Των Αθανάτων οι μορφές

στο νου μου παρελαύνουν

με άμαξες, με άρματα

λάβαρα και σημαίες

Βλέπω μπροστά τη Λευτεριά

σημαιοστολισμένη

Να ‘χει στη μέση το σπαθί

στον ώμο το ντουφέκι

και να πετάνε γύρω της

διακόσια περιστέρια!

Είναι τα χρόνια τα χρυσά

της παλιγγενεσίας

αντρείωμα του Έλληνα

δόξα, τιμή στο γένος!

Όλος ο κόσμος χαίρεται

κι από χαρά δακρύζει

Όλος ο κόσμος χαιρετά κι εγώ χειροκροτώ!


Των Αθανάτων οι μορφές

μπροστά μου παρελαύνουν 

και το μυαλό μπερδεύεται

μέσα στην ιστορία

Ποιός είναι αυτός στη θάλασσα

με τις φωτιές στα χέρια

κι αυτός καβάλα στ΄άλογο

μες την Τριπολιτσά?

Ποιά είναι η αρχόντισσα

που τα νησιά αγκαλιάζει

και ο παππάς που ακολουθεί

με το σταυρό στο χέρι?

Ποιός είναι αυτός στα Σάλωνα

κι αυτοί στο Μεσολόγγι

πολέμαρχοι ή ποιητές

Φιλέλληνες ή ντόπιοι;

Όλος ο κόσμος χαίρεται

κι από χαρά δακρύζει

Όλος ο κόσμος χαιρετά κι εγώ χειροκροτώ!


Οι σκέψεις πάνε κι έρχονται

η μια μετά την άλλη

χάνονται και ξανάρχονται

στου νου μου την οθόνη

Της Άγιας Λαύρας λάβαρα

της Μάνης η Σημαία

τα τείχη της Ακρόπολης

της Πύλου τα κανόνια

Μανιατοπούλες λυγερές

κρατώντας τα δρεπάνια

κι η Θεία Δόξα των Ψαρών

να χαιρετά τα πλήθη.

Όλος ο κόσμος χαίρεται

κι από χαρά δακρύζει

Όλος ο κόσμος χαιρετά κι εγώ χειροκροτώ!


Των Αθανάτων τα παιδιά

μπροστά μου παρελαύνουν

με ενδυμασίες τοπικές

κι ελληνικές σημαίες

Η Ρούμελη και ο Μοριάς

κι όλη η Παλιά Ελλάδα

Μακεδονία ξακουστή

Ήπειρος, Θεσσαλία

κι η Θράκη μ ‘ολα τα νησιά

και το πλατύ Αιγαίο!

Όλος ο κόσμος χαίρεται

κι από χαρά δακρύζει

Όλος ο κόσμος χαιρετά κι εγώ χειροκροτώ!


Τελειώνει η παρέλαση

και ο χορός αρχίζει

Όλοι χορεύουν κυκλικά

και όλοι τραγουδάνε

Λένε τραγούδια της χαράς

τραγούδια της αγάπης

τραγούδια για τη λευτεριά

και τη γλυκιά πατρίδα

Φέτος γιορτάζει η Λευτεριά

γιορτάζει η Ελλάδα

Διακόσια χρόνια λεύτερα

Χρόνια Πολλά Ελλάδα!!

Δημήτριος Πουλημενάκος (2021)

 
Σχολιάστε

Posted by στο 24 Μαΐου 2021 σε Ιστορία, Μανιάτικα, Στίχοι

 

Γενεαλογικό δένδρο: Ο Μήτσος Πουλημενάκος


Αναζητώντας της Ρίζες της καταγωγής μας και του ονόματός μας (των Πουλημενιάνων), βρίσκουμε το Γιάννη Πουλημενάκο, σαν τον πρώτο γνωστό πρόγονο, από το χωριό Σκουτάρι του Δήμου Γυθείου και σήμερα Δήμου Ανατ. Μάνης. Είχε κάνει γάμο με την Ελένη Πουλημενάκου (αγνώστου γένους).

107426252_3382610098418112_3980878609566730622_n

Ο Μήτσος Πουλημενάκος στις αρχές του 20ου αι. στο αρχαίο θέατρο Γυθείου

Γεννήθηκε στα 1835 και όλη του τη ζωή -φυσικά αγροτική- την πέρασε στην ίδια περιοχή. Από το γάμο του με την Ελένη απέκτησε δύο παιδιά, τον Παναγιώτη Πουλημενάκο που γεννήθηκε το 1865 και το Μήτσο Πουλημενάκο που γεννήθηκε το 1870.

Ο προπάππος μου Μήτσος Πουλημενάκος (1870-1932) ήταν λιμενεργάτης στο λιμάνι του Γυθείου. Χειριζόταν το μηχανικό βίντσι που φόρτωνε και ξεφόρτωνε τα εμπορεύματα  ή οδηγούσε τις μαούνες στα εμπορικά καράβια και λόγω της ιδιότητας αυτής ήταν πολύ χειροδύναμος.  Παντρεύτηκε την Παναγιώτα (Πότα) Κουντούρη από φερτή Τσιριγώτικη οικογένεια κι έκαναν 5 παιδιά: την Ελένη, τον Γιάννη, τον Βασίλη (τον παππού μου), την Μαργαρίτα και τον Νίκο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Δημοτολογίου του Δήμου Γυθείου κατά την περίοδο των χρόνων 1860 έως 1890 παρουσιάστηκε μεγάλος αριθμός κατοίκων που εντάχθηκαν στα Δημοτολόγια (νεοεγγραφέντες) που ήλθαν στο Γύθειο από όλα τα χωριά της Μάνης για λόγους εργασίας. Έτσι εικάζεται πως κατά την περίοδο αυτή ήλθε και η οικογένεια Πουλημενάκου στο Γύθειο από το Σκουτάρι.

Επίσης στα χρόνια αυτά ήλθαν στο Γύθειο για δουλειά και οι οικογένειες Κουντούρη από τα Κύθηρα (Τσιρίγο), η οικογένεια Λιγνού (Σαντορινιού) από το νησί της Σαντορίνης και η οικογένεια Βαβουγιού από τον Αγ. Νικόλαο (Μελτινοχώρια) Γυθείου. Αυτές οι οικογένειες μαζί με την οικογένεια Πουλημενάκου απέκτησαν με γάμους συγγενικές σχέσεις και έζησαν με εργασίες κατασκευής λιμενικών έργων, με εργασίες εμπορικές και με άλλες επαγγελματικές ασχολίες στα πλαίσια της ανάπτυξης του λιμανιού και της όλης πόλης του Γυθείου.

(πληροφορίες από το γενεαλογικό δέντρο-βιβλίο της οικογένειας)

 
 

ΚΥΠΡΙΣ- Η ΑΝΑΔΥΩΜΕΝΗ ΤΗΣ ΠΑΦΟΥ


afroditi pafou

ΚΥΠΡΙΣ- Η ΑΝΑΔΥΩΜΕΝΗ ΤΗΣ ΠΑΦΟΥ

Κύπρις- Η αναδυωμένη της Πάφου

(του Δημητρίου Πουλημενάκου)

 

Άνοιξαν τα ουράνια

τα Σύμπαντα βουίσαν,

κάθισα κι αφουγκράστηκα

ν’ ακούσω τι θα πουν!

-Αντιλαλούν τα πέρατα

οι γαλαξίες σειούνται,

θεοβροντές και κεραυνοί

δρεπανοφόρα νέφη,

τρανοί θεοί να μάχονται

ποιος θα μας διαφεντεύει!

Θεομαχία στα ψηλά

θεομηνία κάτω,

ο Ήλιος άλλαξε τροχιά

τ’ αστέρια ξεστρατίσαν,

ο  Ουρανός πληγώθηκε

η Γαία στα χαμένα,

αίμα  και δάκρυ η βροχή

στη θάλασσα της Πάφου,

στα αφρισμένα κύματα

μέσα στην καταχνιά!

-Και σαν κοπάσει ο χαλασμός

και ηρεμήσει η πλάση

τρία φεγγάρια ήλιοι

φωτοβολούν τον τόπο,

παίζουνε μέσα στο γιαλό

ρομαντικά παιχνίδια

ερωτικό προμήνυμα

στης Κύπρου τα νερά!

Χρυσή βροχή από ψηλά

με τ’ Ουρανού το αίμα

να σμίγει με τ’ αφρόγαλο

στων φεγγαριών τους ήλιους,

να ξεπροβάλει η Ομορφιά

η Ουρανία κόρη,

να αναδύεται γυμνή

σ’ ολόλευκο κοχύλι

και να τη συνοδεύουνε

άσπρα περιστεράκια!

-Λάμπει η θεά απ’ ομορφιά

ακτινοβολούν τα κάλλη,

όλα μυρίζουν έρωτα,

όλα μυρίζουν χάρη!

Ο ουρανός καθάριος

στα ερωτικά η πλάση!

Χαίρεται ο Ήλιος στα ψηλά

και κάτω η Ημέρα,

η Ομορφιά γεννήθηκε

μεσ’ το γιαλό της Πάφου!

Όλοι την καλοδέχτηκαν

πανηγυρίζει η Πάφος,

ρίχνουν λουλούδια στο γιαλό

μοσχοϊτιές στο διάβα!

Οι ΄Ωρες και οι Χάριτες

στα χέρια τη σηκώνουν,

την ανεβάζουν στα ψηλά

της Πάφου τα παλάτια,

τη ντύνουν στα ολόλευκα,

με άνθη τη στολίζουν

και της φορούν αρώματα

της Κύπρου θεία δώρα!

-Αφρόλουστη, Αφρόμορφη

και Αφρογεννημένη

η Κύπρις μπαίνει στο ναό

και στο δικό της σπίτι,

την ανεβάζει σε θρονί

ο Ιερός Κινύρας

και με χλαμύδα του Έρωτα

την ντύνει θεϊκά!

Τις φεγγαρόλουστες βραδιές

και τις ζεστές ημέρες

παρέα με τις όμορφες

της Πάφου τις Νεράιδες,

στα ακρογιάλια περπατά,

τη δύση αγναντεύει,

πίνει νερό απ’ τις πηγές

του Τρόοδου, τ’ Ολύμπου

και ατενίζει από ψηλά

την ομορφιά της Κύπρου!

-Αφροδίτη!

Θεία Ουράνια Ομορφιά

και Ελληνίδα κόρη,

να μην ξεχνάς τις ρίζες σου,

το σπίτι, τους δικούς σου,

Όλυμπο, Πενταδάκτυλο,

Κερύνεια, Σαλαμίνα,

ο ερχομός σου θαλπωρή

το πέρασμά σου πόθος,

ο έρωτάς σου η Ζωή

κι όλα μαζί αγάπη

και σαν Ολύμπια θεά,

της Κύπρου να ‘σαι αφέντρα!

 

Δημήτριος Πουλημενάκος

Υποστάτηγος ε.α.

Γύθειο, Ιούνιος 2017

 

1979-Η-Γέννηση-της-Αφροδίτης-Cyprus-e1473002345454

 
2 Σχόλια

Posted by στο 6 Ιανουαρίου 2018 σε Ιστορία, Κύπρος, Στίχοι

 

Φως και Ήλιος


«…ΠΑΡ’  ΔΕ  ΛΑΚΩΝΙΔΑ  ΓΑΙΑΝ  ΑΛΙΣΤΕΦΑΝΟΝ  ΠΤΟΛΙΕΘΡΟΝ  ΙΞΟΝ  ΚΑΙ   ΧΩΡΟΝ  ΤΕΜΨΙΒΡΟΤΟΙΟ  ΗΕΛΙΟΙΟ  ΤΑΙΝΑΡΟΝ…»*   ΟΜΗΡΟΣ

«…Στη Λακωνική γη έφτασαν, τη θαλασσοστεφανωμένη χώρα του Ήλιου, που ζεσταίνει τους θνητούς στο Ταίναρο…»

  * Από τον «Ύμνο στον Απόλλωνα ΄Ηλιο του Ταίναρου»

tenaro15

Ακρωτήριο Ταίναρο

ΦΩΣ ΚΑΙ  ΗΛΙΟΣ

ΚΑΤΑΦΑΣΗ ΖΩΗΣ ΣΤΗ ΜΑΝΗ

Α΄  Π ρ ο σ η λ ι α κ ά

Η πρώτη αχτίδα της αυγής, στη Μάνη Καλημέρα,

στιγμές χρωμάτων Έρωτα, Ζωής και Ομορφιάς!

Είναι η Μάνη της καρδιάς, του Ήλιου η Πατρίδα,

τ’ Αυγερινού φεγγοβολή, φωτοβολές της Πούλιας!

Η πρώτη αχτίδα της αυγής

Νέκταρ και Αμβροσία,

της ηλιαχτίδας το φιλί,

Πνοή Ζωής στη Μάνη!

Στο γήινο παράδεισο, της Μάνης το περβόλι,

Φασκομηλιά να μυριστείς, βασιλικό και δυόσμο,

γαζίες και λεμονανθούς, ρίγανη και θυμάρι,

του Ήλιου φωτοστέφανα, αρώματα της Μάνης!

attraction-attraction-3

Μάνη προσήλια, λεύτερη,

του Ήλιου φωτομάνα,

της Αρετής ανθόκηπος,

λειμώνας αντρειοσύνης!

Η Λεβεντιά κι η Ομορφιά του Ήλιου θεία δώρα,

τ’ Απόλλωνα ανταύγειες, της Αφροδίτης χάρες!

Λουλούδια πετρολούλουδα της Πέτρας και του Ήλιου,

της Πέτρας το αντίδωρο στου Ταίναρου τον Ήλιο!

Η Λεβεντιά σου, Μάνη μου,

μοναδική και μία,

μα σαν μιλάμε για Ομορφιά,

συζήτηση καμία!

Ήλιε μου στην Πατρίδα σου, νερό, δροσιά, το Φως σου,

πηγές δροσιάς τα πρωινά, φεγγαροβόλα βράδια!

Πλειάδες και Αυγερινός, δροσοβολές στη γη σου,

όλα Ζωή και Ομορφιά και Λεβεντιά και Χάρη!

article26015-w_hr

Βάθεια

Μάνη και Φως μια αγκαλιά,

στου Ήλιου τ’ ανηφόρι,

σαν ένα σφιχταγκάλιασμα,

της Γης και τ’ Ουρανού!

Β΄  Α π ο σ κ ι ε ρ ά

Αποσπερνά, στ’ αποσκιερά τ’ αγέρι να σε φέρει,

να δεις τον ΄Ηλιο στ’ άρμα του με την αρματωσιά του!

…Φεύγει και πάει να κοιμηθεί, πέρα κατά τη Δύση

και να γυρίσει την αυγή, διαυγής, φρεσκαρισμένος!

Να δεις σ’ όλα τα χρώματα,

να … βασιλεύει ο Ήλιος,

σα ν’ αγκαλιάζει η Παναγιά

τη Μάνη πέρα ως πέρα!

limeni_30756

Λιμένι

Της αμφιλύκης χρώματα, χίλια φεγγάρια ήλιοι,

να πλέκουν με τα σύννεφα της Μάνης γαϊτανάκι,

κορδέλες ροζ και κίτρινες, πορτοκαλί, γαλάζιες

και να χορεύουν στο γιαλό χρυσόξανθες νεράιδες!

Και συ να ζεις το όνειρο

στου Ήλιου τις ανταύγειες,

από το Ακροταίναρο

μέχρι την Ταϋγέτη!

Στα χρώματα της θάλασσας, μεσ’ στου Διρού το δείλι,

φαντάζει μεγαλόπρεπα της Μάνης η Σημαία,

να αγκαλιάζει από ψηλά, στα χαμηλά να πλέει,

να αρμενίζει στ’ ανοιχτά, στα ύψη ν’ ανεμίζει!

Προσκύνημα στη θάλασσα,

προσκύνημα στον ΄Ηλιο,

χρυσά στεφάνια στο γιαλό,

στον Ουρανό φιλί!

Γ΄  Γ α λ ά ζ ι α   Φ ε γ γ ά ρ ι α

Φεγγάρια Αυγουστιάτικα, Γαλάζια της Κρανάης

και φάροι Αλεξανδρινοί στου λιμανιού τη γυάλα,

μας ταξιδεύουν στα ψηλά, στα όνειρα μας πάνε,

σαν σμίγουν το Επίγεια άστρα με τα Ουράνια!

Φεγγοβολεί το πέλαγος

πανσέληνα φεγγάρια

και ένα Φως καθάριο

σε λούζει, Μάνη, Γη μου!

apodraseis2

Σπήλαια Δυρού

Και σαν ανοίξει η Αυλαία και τα Φώτα της Ράμπας ανάψουν,

ένα Ουράνιο Φως καταυγάζει του θεάτρου κερκίδες, σκηνές!

Είναι το Φως Ποιητών και Ηρώων, των προγόνων χρυσής εποχής,

που φωτίζει Μικρούς και Μεγάλους, με Γαλάζια Φεγγάρια Ζωής!

Είναι το φως του Σοφοκλή,

το Φως τ’ Αριστοφάνη,

χίλια φεγγάρια ανέσπερα,

Πνοή Ζωής στη Μάνη!

΄Αρχοντα ΄Ηλιε τ’ Ουρανού, περνώντας απ’ τη Μάνη,

να μην ξεχνάς το Ταίναρο, το σπίτι, τους δικούς σου,

το Φως σου να ‘ναι θαλπωρή, Ζωή το πέρασμά σου

κι απ’ τον Ουράνιο θρόνο σου, ζ ε σ τ ά  να  διαφεντεύεις!

Του Ταίναρου ο Ήλιος

Δύναμη στη Ζωή μας,

Της Πέτρας η πικρή ελιά,

γλυκό κρασί της Μάνης!

taksidi-notia-peloponnisos28.jpg

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΠΟΥΛΗΜΕΝΑΚΟΣ

Υποστράτηγος ε.α.

Γύθειο-Σεπτέμβριος 2016

 
Σχολιάστε

Posted by στο 27 Δεκεμβρίου 2016 σε Άνθρωποι, Ιστορία, Μανιάτικα, Στίχοι

 

Tα τραγούδια μου


 
1 σχόλιο

Posted by στο 12 Σεπτεμβρίου 2016 σε Best of, Καλλιτεχνικά, Στίχοι, Τραγούδια

 

Κάποιο σύννεφο αστέρι (Σαν πουλί)


Μετά από αρκετό καιρό αναρτώ βίντεο από ένα καινούργιο τραγούδι με ένα αγαπημένο στίχο  που έγραψα πριν αρκετά χρόνια το «Σαν πουλί» και με τον συνθέτη-τραγουδιστή Κώστα Γαλίτη, που μου έκανε την τιμή να το μελοποιήσει, σαν τραγούδι ονομάζεται πια «Κάποιο σύννεφο αστέρι». Στην εγγραφή του τραγουδιού εκτός από την ερμηνεία ο Κώστας Γαλίτης παίζει κλασσική κιθάρα και φυσαρμόνικα.

Kάποιο σύννεφο αστέρι (Σαν πουλί)

ΜΟΥΣΙΚΗ-ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Κώστας Γαλίτης
ΣΤΙΧΟΙ: Βασίλης Πουλημενάκος

Με ταξίδευες με χάδια
και σου άφηνα σημάδια
Το κορμί σου μια μικρή ζεστή φωλιά
Σου μιλούσα τραγουδούσα στο πλευρό σου ξενυχτούσα
και πλημμύριζε το βράδυ μυστικά

Με ρωτούσες και γελούσα,
αν κοιμόμουν άμα ζούσα
Και με φίλαγες στις άκρες σαν πουλί
Αγκαλιά μου σε κρατούσα και ποτέ μου δεν μπορούσα
να σκεφτώ πως θα πετάξεις
σαν πουλί

Ποιος χειμώνας, καλοκαίρι ποιο φθινόπωρο θα φέρει
στα ματόκλαδα την άνοιξη ξανά
κάποιο ουρανό-αστέρι, κάποιο σύννεφο-αγέρι
να χαράξουμε στη γη σαν ζωγραφιά

Με ρωτούσες και γελούσα, αν πεινούσα αν διψούσα
Και με κέρναγες μια στάλα σαν πουλί
Άγγελέ μου σε κρατούσα και ποτέ μου δεν μπορούσα
να σκεφτώ πως θα πετάξεις
σαν πουλί..

πουλια

 
Σχολιάστε

Posted by στο 26 Ιουνίου 2016 σε Best of, Βίντεο, Στίχοι, Τραγούδια

 

Ετικέτες: ,

Mικρό πουλί της προσφυγιάς


n151224-12

ΜΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΙΑΣ

(του Δημητρίου Πουλημενάκου)

 

Μικρό πουλί της προσφυγιάς

ψάχνω να βρω απάγκιο,

για να κουρνιάζω τις βραδιές,

Ελλάδα Μάνα Γη μου!

 

Ψάχνω να βρω απάγκιο!

Είχα ορθάνοιχτα φτερά και στα ψηλά πετούσα,

εκεί που το τραγούδι μου άγγιζε τα ουράνια!

Μου μπήξαν βέργες στην αυλή, σκιάχτρα στο πέρασμά μου,

Με φόβισαν και μ’ έδιωξαν, μ’ είπαν αγριοπούλι!

Και τώρα έρημο πουλί

ψάχνω να βρω απάγκιο!

 

Οι σκέψεις πάνε κι έρχονται, η μια μετά την άλλη,

χάνονται και ξανάρχονται στου νου μου την οθόνη!

Συννεφιασμένος ουρανός κι ο νους μου νεφελώδης,

…τι είχα και τι έχασα και πού θα καταλήξω…

κάθομαι και στοχάζομαι

πουλί ξενιτεμένο!

 

‘Στραποβολεί ο ουρανός κι ηφαίστειο η γη μου,

των αδερφιών τα αίματα πήραν φωτιά και καίνε

ό,τι στον ουρανό πετά κι ό,τι στη κινείται!

Βρυχάται ο Δράκος κι αντηχεί ο βρυχηθμός στ’ αυτιά μου

και οι Σειρήνες του γιαλού, ποια θα με ξεγελάσει..!

Κι εγώ μοναχικό πουλί

ψάχνω να βρω αγάπη!

 

Τα βάζω με τη Μοίρα μου, τα βάζω με τον Ήλιο,

κοιτάζω την Ανατολή και της γυρνώ την πλάτη.

Ψάχνω να βρω την πίστη μου, μα πόρτες σφαλισμένες…

Ψάχνω να βρω τ’ αδέλφια μου από το ίδιο αίμα

και τη γλυκιά μανούλα μου,

που πάει κατά τη … Δύση.

 

Στον ουρανό ψηλά κοιτώ και τον παρακαλάω,

να βρω γιατρό και γιατρικό να γιάνω τα φτερά μου,

να βρω νερό να δροσιστώ, αέρα ν’ αναπνεύσω

και μια μικρή ζεστή φωλιά

τα βράδια να κουρνιάζω!

 

Ελλάδα Μάνα Γη μου!

…Μπορεί να έχασα πολλά, Πίστη, Φτερά, Πατρίδα…!

Κέρδισα όμως τη Ζωή, είδα το Φως, τον Ήλιο,

που μου ’δωσαν οι φίλοι μου, σαν πέρασα τη γη τους.

Μικρό πουλί της προσφυγιάς, χωρίς γονείς, αδέλφια

με την Ελλάδα στην καρδιά,

Πνοή Ζωής για μένα!

 

Μου άπλωσαν τα χέρια τους, μ’ άνοιξαν την καρδιά τους

και τα φτερά μου γιάνανε, ψηλά για να πετώ!

Βρήκα ελιά να στηριχτώ, δεντρί να τραγουδάω,

ένα γαλάζιο ουρανό, χωρίς φραγμούς και σκιάχτρα

κι ένα μπαλκόνι απάγκιο,

Ελλάδα Μάνα Γη μου!

 

Πουλάκι αηδονόγλωσσο, όπως και στα παλιά,

θα το φωνάξω δυνατά, με τη γλυκιά λαλιά μου,

σ’ όλον τον κόσμο ν’ ακουστώ, σ’ Ανατολή και Δύση,

σε Χριστιανούς, σ’ Αγαρηνούς και σ’ όλους τους μεγάλους,

πως στη Ζωή μου έταξα

να τραγουδώ  “Ε λ λ ά δ α” !

 

Δημήτριος Πουλημενάκος

Υποστράτηγος ε.α.

Γύθειο, Μάρτιος 2016

 

prosfyges-main

 
2 Σχόλια

Posted by στο 19 Ιουνίου 2016 σε Άνθρωποι, Στίχοι