Το άσπρο πουκάμισο (update)

17 05 2008

Aπό την πρώτη ώρα καταλάβαινες ότι εκείνο το φθινοπωρινό ταξίδι δεν θα ήταν ίδιο με τα συνηθισμένα. Είχε ένα άρωμα αλλιώτικο. Με το που πάτησα το πόδι μου στον καταπέλτη του πλοίου με συντρόφευε μια αίσθηση σαν ανάμνηση. Σαν άδειασμα, μια παρέλευση του χρόνου.

Μ’ ένα σακίδιο γκρι από αυτά που φοράνε οι πιτσιρικάδες στην πλάτη και την καλύτερη διάθεση που θα μπορούσα να έχω, αποφάσισα να ταξιδέψω με καράβι αρχές Νοέμβρη. Να γυρίσω τα νησιά. Να ζωγραφίσω τ’ αποκαμωμένα από το καλοκαίρι ακροθαλάσσια. Στο μυαλό και στη σκέψη μου. Να τα περάσω στις μπογιές και στα πινέλα.

Ήθελα να ξεγυμνωθώ από το ένα και μοναδικό άσπρο πουκάμισό μου και να πεταχτώ στο γαλάζιο και στο πορτοκαλί από το πέλαγο και το δειλινό. Να πορώσω το δέρμα, να εκπληρώσω την κάθε θέληση της θάλασσάς μου, να της χαρίσω την πιο θερμή μου αγκαλιά, να της βαφτίσω όλη μου τη ζωή. Να αδειάσω.

Οι λαστιχένιες σόλες από τα παπούτσια ακούγονταν να τρίζουν στο μέταλλο του γυμνού καταστρώματος. Το πλοίο βούιζε από το θόρυβο των μηχανών κι ένα σύννεφο λευκό ολοένα πλημμύριζε την ατμόσφαιρα. Φάνταζε έρημη κι η ρότα που μας τράβαγε. Σαν φευγιό χωρίς πλοηγό. Κάπου πέρα.

Η ομίχλη δεν έλεγε να κοπάσει. Κι εγώ κομπάρσος σε αδιάφορο ρόλο περιδιάβαινα από την πλώρη στην πρύμνη. Στα τυφλά. Με οδηγό μόνο μια αχνή άσπρη γραμμή από την κουπαστή, μετρούσα βήματα, σπιθαμές και μέτρα. Υπολόγιζα αποστάσεις, σα στραβός καπετάνιος που μάθαινε τις γωνιές από το καράβι του. Κάθε φορά που έφτανα στο ύψος του μηχανοστασίου, ένα διαπεραστικό κύμα υγρού ατμού σούβλιζε τη σάρκα και μου υπενθύμιζε ότι το φεγγάρι έχει κι άλλη πλευρά. Φωτεινή. Και καυτή.

Κάποια στιγμή η γραμμή της κουπαστής διακόπηκε απότομα. Μια θηλυκή σιλουέτα σχηματίστηκε μπροστά μου. Με το ένα πόδι σκαρφαλωμένο στα κάγκελα. Και τη ματιά της να την παίρνει το “μέσα” στα κύματα. Ανάμεσα στο λευκό της καταχνιάς διέκρινα τα μακριά μαύρα μαλλιά της. Μαζί με την αρμύρα λικνίζονταν στη διάθεση του Αίολου. Τα βήματά μου έτριξαν δίπλα της. Έμοιαζε να σφίγγει τα χέρια στο σώμα και οι χούφτες, σαν πουλί στο κλαδί, γαντζωμένες στο ξύλο της κουπαστής. Σα να ‘ψαχνε κάτι να τη σηκώσει. Να ξεφύγει από τα όρια. Και του πλοίου. Να γίνει ένα με το νερό. Με τον αέρα. Δεν ξέρω.

Πλησίασα και η ανάσα μου πέρασε στις αισθήσεις της. Σα να με γνώριζε. Δεν αντιστάθηκε. Σα να με περίμενε. Το πόδι κατέβηκε από τα κάγκελα και οι παλάμες δεν βασάνιζαν το ξύλο. Άρχισε να γέρνει το σώμα της αργά προς τα πίσω και στο τέλος τ’ απίθωσε πάνω μου. Πήρα τα κοκκινισμένα από το κρύο δάχτυλα και τα έτριψα με τα δικά μου.

Πήρα από την μπροστά τσέπη του σάκου το πακέτο με τ’ άφιλτρα. Άναψα ένα. Της έδωσα τη δεύτερη ρουφηξιά. Ένα ρίγος τη διαπέρασε. Έβγαλα το άσπρο μου πουκάμισο και το ‘ριξα στους ώμους της. Ένα χνώτισμα ξεπήδησε από μέσα της και το άφησε να ταξιδέψει.

Περπατήσαμε αγκαλιασμένοι κατά μήκος της ίδιας άσπρης γραμμής. Χωρίς να έχουμε κοιταχθεί στα μάτια. Χωρίς εικόνες και χρώματα. Χωρίς να έχουμε μιλήσει. Μόνο μια ζέση και μια έλξη υπήρχε. Αόρατη μέσα στον ξεχαρβαλωμένο καιρό που κατέβασε τα σύννεφα επιδεικτικά λες κι ήθελε να μας συνοδεύουν. Να αγκαλιάζουν. Σαν ένα άσπρο σεντόνι στα μάτια. Στο στήθος και πιο μέσα ακόμα.

Σταθήκαμε στην πρύμνη. Κει που το καράβι έσκιζε τη θάλασσα. Τ’ αφρισμένα κύματα πετάγονταν σαν λόγχες δεξιά κι αριστερά. Και τα μαλλιά της, ορθή γωνιά, ανέμιζαν, σημαία τώρα, τα σώματα κατάρτι. Κάποιες σταγόνες μοίραναν το πουκάμισο και αναδεύτηκαν με το ελαφρύ της άρωμα.

Έβρεξα τα χείλη της μ’ ένα φιλί πριν με προλάβει εκείνη κι είδα το πρόσωπό της για πρώτη φορά. Τότε μια ηλιαχτίδα πρόβαλλε κι άνοιξε παράθυρο στο μουντό απόγευμα. Το πούσι διάφανε το άσπρο του φόρεμα. Απομακρυνόταν διακριτικά παίρνοντας μαζί του ουτοπικά όνειρα και λευκές φιλοδοξίες. Επιδιώξεις γλυκές, ρεαλιστικές και μάταιες. Το παρελθόν. Το μέλλον. Κι άφησε τη στιγμή να ζωγραφίζει.

Αντιφέγγιζαν όταν σήκωσε ψηλά τα αλαβάστρινα χέρια και σαν πλοκάμια τα κύκλωσε στους ώμους μου. Το άσπρο πουκάμισο πετάρισε, ξανοίχτηκε στον άνεμο. Τη μια έμοιαζε νεφέλωμα. Την άλλη γλάρος.

Στον ορίζοντα φωσφόριζε η ακτογραμμή του νέου νησιού. Σούρουπο. Τα πρώτα φώτα ανάβουν.




Μια θάλασσα (ρημέικ)

12 05 2008

Χθες περπάτησα στα μέρη της. Σα να τη συναντούσα πρώτη φορά. Φορούσε ένα γαλάζιο φουστάνι. Με δαντέλλα στο μπούστο. Τα χέρια της χάδια. Χαμόγελα τα μάτια της. Σύννεφα τα βλέφαρα. Που ανοιγοκλείνουν στον ουρανό. Με πήρε η αύρα του κορμιού της.

Με αγκάλιασε. Γλυκά στο πρώτο κύμα. Αφρός κύλισε πάνω μου. Το βλέμμα της είχε κάτι από φθινοπωρινό ψιλόβροχο. Αυτό που ανατριχιάζει, αλλά δεν ενοχλεί. Την έκλεισα στα χέρια μου.

Με πλάνεψε. Κάθε φορά αλλιώτικη. Πάντα δική μου όμως. Σε ένα ζεστό ταξίδι σαν καλοκαίρι. Στα πολύ βαθιά νερά της. Κι όταν είναι ήσυχη τη λατρεύω. Πιο πολύ τώρα όμως που φουρτουνιάζει. Μοιάζει να εκστασιάζεται.

Συνήθως τα βράδια αγγίζω με τ’ ακροδάχτυλα τα πρώτα της ίχνη. Το πρωί στάλα στάλα γίνονται πληγές. Κι αυτές λατρεύω. Ό,τι είναι δικό της. Ζαφείρια σκαμμένα στο χώμα. Πύργοι στην άμμο. Φωνή στην έρημο. Ζωή από άγγιγμα.

Ξενύχτησα πάλι. Για όλα. Για την ίριδα στα μάτια. Για τη γεύση της. Για το φέγγισμα στις όχθες της. Βαριά ανάσα. Δροσιά χυμένη στη λίμνη. Ποτάμι στο στήθος. Έρωτας.

Τ’ αλάτι καίει στο λαιμό. Η γλύκα στα χείλη. Η δαντέλλα φουσκωμένη. Τρικυμία. Καράβια τριγύρω. Εκείνη μέσα. Αυτή η νύχτα μένει. Μίλα μου. Μόνο απόψε. Γίνε για μένα. Όπως σε θέλω. Μια θάλασσα.




Η παράσταση αρχίζει

4 05 2008

 

 

Δεν είχε φύγει ακόμα το καλοκαίρι. Τα ξανθά χρώματα όμως στα φύλλα στα δέντρα και στο δρόμο έκαναν ζωηρή την παρουσία του φθινοπώρου. Και από τις δροσοσταλιές στις βιτρίνες καταλάβαινες την υγρασία της ατμόσφαιρας. Πρωϊ Σεπτέμβρη. Η επόμενη μέρα των εκλογών. Στην υπηρεσία που δουλεύω μας δίνουν πάντα άδεια αυτές τις Δευτέρες.

Απο την προεκλογική περίοδο απέμειναν απλωμένα στα πεζοδρόμια σαν σεντόνια μονόχρωμα φειγ-βολάν ανάμικτα κομμουνιστών και χρυσαυγητών, αφίσες κακόγουστες, σκισμένες και βρώμικες, με συνθήματα που υπόσχονται ή κατηγορούν. Οι ίδιοι οι επαγγελματίες των εκλογών αυτή τη μέρα κοιμούνται είτε πάνω σε επίπλαστες δάφνες, είτε για να ξεγελάσουν την πίκρα.

Προσπέρασα αδιάφορα το παρατημένο βαθυκόκκινο αντιεξουσιαστικό κιόσκι κι ένα φιλελεύθερο μπλου ρουά κι είπα να χωθώ σ’ ένα σινεμά δύο ταινιών -στην Αγίου Κωνσταντίνου κατεβαίνοντας δεξιά- για να δω περιπέτειες της Τζήνα αν και τις έχω μελετήσει σε dvd αμέτρητες φορές. Μέχρι να τελειώσει η προηγούμενη παράσταση (ποτέ δεν είδα ταινία από τη μέση όσο τσόντα κι αν είναι) χάζεψα στο διπλανό σεξ-σοπ τους πολύχρωμους δονητές με ζήλεια -κάνοντας τον παραλληλισμό- αλλά ανάμικτη και με περιέργεια για τα σχέδια και τα μεγέθη. Οι φουσκωτές -έτοιμες για όλα- κούκλες δεν έλεγαν πολλά.

Η κοπέλα -μελαχροινή γλυκούλα -στο ταμείο του σινεμά, που με είδε από μακριά να την πλησιάζω, αδιάφορα κι αμίλητα πήγε να μου βγάλει το εισιτήριο.

-Ποιά θέση έχω; την πρόλαβα πιο πολύ για να της πιάσω την κουβέντα.

-Όπου θες κάτσε, είπε και της ξέφυγε το χαμόγελο.

Στα δάχτυλά της έπαιζε με το χαρτάκι έτοιμο να κοπεί από τη δεσμίδα.

- Τις έχεις δει τις ταινίες;

- Θες ανάλυση;

- Όχι, ειλικρινά σου μιλάω, φοβάμαι ότι τις έχω ξαναδεί.

- Και τι σε πειράζει άλλη μια φορά, θα τις εμπεδώσεις.

- Εκείνη που είναι με το συμμαθητή του γιού της, απίθανη είναι, διδάσκει.

- Ποιά καλέ;

- Η Τζήνα.

- Ποιά είναι η Τζήνα;

- Η πρωταγωνίστρια, καλά δεν ξέρεις ποιά παίζει;

- Συμπάθα με φίλε μου, αλλά για να κόβω εισιτήρια είμαι εδώ. Δεν έχω ιδέα από τις ταινίες. Να το κόψω το εισιτήριο τώρα ή θα με βασανίσεις κι άλλο;

- Δεν θα μπω ακόμα. Είναι νωρίς, δεν τέλειωσε η δεύτερη ταινία.

- Και σε χαλάει να την δεις από τη μέση, έτσι;

- Διακρίνω μια ειρωνία…. το όνομά σου;

- Ρένια… Σε πειράζω, συγνώμη. Αλλά όσοι έρχονται εδώ ενδιαφέρονται μόνο για να φτιαχτούν, να ξεχαστούν και να πάρουν δουλειά για το σπίτι.

- Κι εγώ της ίδιας κατηγορίας είμαι, αλλά μ’ αρέσει να αντιμετωπίζω με τη σειρά τα πράγματα. Με λένε Βασίλη.

- Όπως λέμε “my name is Bond”…

- Καλά κορόιδευε… Δεν μου λες βρε Ρένια, τόση ώρα είμαστε εδώ και δεν ακούγεται τίποτα από μέσα, ούτε μπαίνει ούτε βγαίνει κανένας. Μήπως σταμάτησε η παράσταση;

- Πάμε να δούμε, δεν αποκλείεται. Σήμερα ειδικά δεν πατάει ψυχή.

Η Ρένια βγήκε από την καμπίνα του ταμείου, ξεδιπλώνοντας ένα καλοφτιαγμένο σώμα μέσα σε ένα κόκκινο φόρεμα και χαμηλοτάκουνες γόβες. Μπήκαμε στην αίθουσα, οι ταινίες είχαν τελειώσει. Σε μια γωνιά μπορούσες να διακρίνεις δυό κλασσικούς θαμώνες να κοιμούνται. Κι ένα ελαφρύ ροχαλητό έντυνε τη σιωπή. Ψηλά το μικρό παράθυρο της μηχανής προβολής είχε κλείσει και τα σποτάκια του σινεμά ήταν σβηστά. Μόνο τα φώτα των εξόδων κινδύνου έφεγγαν κι έσπαγαν το μαύρο από το σκοτάδι.

Με άγγιξε ενστικτωδώς θέλοντας να αισθανθεί ασφάλεια και ζεστασιά. Καθήσαμε στις ακριανές θέσεις στην πάνω πτέρυγα, περιμένοντας κι εγώ δεν ξέρω τι. Θυμάμαι όμως ότι την είχα αγκαλιά και την χάιδευα τρυφερά, κρυφά και φανερά μέσα στο ημίφως κι ότι στα μάγουλά της σχηματιζόταν ένα χαμόγελο, τα δε μεγάλα μαύρα μάτια της ήταν κλειστά και τα χείλη της είχαν γεύση από κραγιόν.

Εκείνη πέρασε τα χέρια της μέσα από τα μαλλιά μου, σα να ήθελε να τα ισιώσει και είχε χωθεί στο λαιμό μου μυρίζοντας, φιλώντας και ανασαίνοντας βαθιά. Οι δυο θαμώνες είχαν ξυπνήσει είχαν ξεφύγει το βλέμμα τους από το κάδρο της μεγάλης οθόνης, ήρθαν σε κοντινές θέσεις και μας κοιτούσαν παράξενα.

- Θες να φύγουμε;

- Και η δουλειά σου;

- Θα την αφήσω. Έτσι κι αλλιώς έχω αποφασίσει να “αλλάξω παραστάσεις”.

Αυτό το “αποφάσισα να αλλάξω παραστάσεις” το ακούω από την Ρένια από τότε ως σήμερα. Και φοβάμαι ότι θα συνεχίσω να το ακούω στο διηνεκές. Σαν τα μηνύματα των μονομάχων των εκλογών. Μια ανέσπερη ελπίδα για το καλύτερο.

Την πήρα από το χέρι και περπατήσαμε την Σταδίου, χωθήκαμε χωρίς σκέψη σε κάποια στοά και γραφτήκαμε σε ένα σύλλογο Σαρακατσάνων, χωρίς να έχουμε σχέση, το κάναμε μόνο για να πάμε με το σύλλογο εκδρομή στο Πήλιο. Για να ανανεωθούμε και ν’ αλλάξουμε εικόνες. Στο σινεμά με τις δυο ταινίες ξαναπήγαμε -σαν επιστροφή στον τόπο του εγκλήματος- ξαναβρήκαμε τους δυο παραδοσιακούς θαμώνες που έγιναν και φίλοι μας. Τα βράδια συναντιόμαστε με τη Ρένια κρυφά από τον κόσμο σε μια μικρή γκαρσονιέρα κι εκεί ζωγραφίζουμε στις όχθες από το πέρασμα του χρόνου πινελιές έρωτα.

Μέχρι να βρεθεί η καλύτερη “παράσταση” έτσι ζούμε κι έτσι θα ζούμε, ταξιδεύοντας σε μικρές καθημερινές περιπέτειες, πάνω στις δάφνες από την μεγαλοσύνη της μετριότητάς μας. Μέσα από τα άγρια μαγιάτικα λουλούδια ξεπηδάει το όνειρο που νομίζουμε άπιαστο, είναι όμως βυθισμένο στην άνοιξη και το αγγίζουμε σαν ευωδιά μέσα από τον έρωτα, σαν ανασεμιά από τον αυθορμητισμό και την αγνότητα της ψυχής μας.




Θάλασσες

27 04 2008
“Ενα ποτήρι θάνατο θα πιω απόψε να μεθύσω…”
Ένας απο τους μεγαλύτερους Έλληνες Κύπριους μουσουργούς δεν είναι από σήμερα κοντά μας. Χτυπημένος από την επάρατη αρρώστεια ο Μάριος Τόκας γεννημένος στη Λεμεσό της Κύπρου πριν 54 χρόνια, έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι σε “θάλασσες” και “ουρανούς”.
Προώθησε την φιλία μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων και το τραγούδι του ”Η δική μου η πατρίδα” αποτελεί ύμνο για την ένωση της πατρίδας και του νησιού του. Η μουσική του ήταν από τις σημαντικότερες της γενιάς του και οι στίχοι με τους οποίους την έντυνε σπάνιοι και μοναδικοί. Έμειναν ιστορικά τα τραγούδια που έγραψε ειδικά για τον Δημ. Μητροπάνο τα “Λαδάδικα”, για τον Γιάννη Πάριο, Μανώλη Μητσιά, Στέλιο Διονυσίου, Δημητρα Γαλάνη όπως και γι άλλους. Θα αφήσει ανεκπλήρωτο κενό. Καλό σου ταξίδι Μάριε…
Χρόνια Πολλά και Χριστός Ανέστη σε όλους τους φίλους και τις φίλες μου
Θάλασσες (Μάριος Τόκας- Σαράντης Αλιβιζάτος)
Θάλασσες, μέσα στα μάτια σου θάλασσες
και με ταξίδευες, σαν το καράβι κι έλεγες:
Θα σ’ αγαπώ με τα καλοκαίρια
με τρικυμίες και με βροχές
με μαξιλάρι τα δυο μου χέρια
θα ονειρεύεσαι ό,τι θες
Ένα ποτήρι θάνατο θα πιω, απόψε να μεθύσω
Τα καλοκαίρια πες μου πώς μπορώ
μονάχος μου να ζήσω
Ένα ποτήρι θάνατο θα πιω απόψε να μεθύσω
σε μονοπάτι αδιάβατο θα βγω,
θα βγω να σε ζητήσω
Θάλασσες, μέσα στα μάτια σου θάλασσες
και με ταξίδευες, σαν το καράβι κι έλεγες:
Θα σ’ αγαπώ, μη μου συννεφιάζεις
σαν αμαρτία και σαν γιορτή
Μάθε στα μάτια μου να διαβάζεις
όσα με λόγια δε σου ‘χω πει

 




Αν με αφήσεις

20 04 2008


Αν με αφήσεις και με ξεχάσεις
-μπορεί να με άφησες ήδη-
ξέχασε και το χρόνο που πέρασε
ξέχασε και το χρόνο που χάθηκε.

Φεύγοντας να ξέρεις πώς,
δεν μπορείς να σκοτώσεις
ό,τι σα νερό
κυλάει λίγο -λίγο

Αφήνεις μια καρδιά που μου ζητά
να την προσφέρω
μαργαριτάρι στη βροχή
Και στις χώρες που δε βρέχει
να την κρύψω στη γη
σαν χρυσάφι και σαν φως.

Εγώ όμως θα κάνω ένα τόπο
που η αγάπη θα βασιλεύει
που η αγάπη θα είναι νόμος
και μια η αρχόντισσά του

Θα σε εφεύρω πάλι
μέσα από τις λέξεις
θα σου μιλώ σα να ‘σαι εκεί
σαν εραστής θα σ’ αγκαλιάσω

Αν οι καρδιές μπορούν ν΄αντέχουν
Πόσες μπορούν ν’ απαρνηθούν;
Σαν ιστορία βασιλιά
που τα ‘χει όλα,
μα θάνατο δεν έχει,
ούτε ζωή
Σαν ηφαίστειο παλιό
τόσο παλιό που ξέχασε
να βγάλει φλόγα,
να καεί….

Ne me quitte pas (Jacues Brel) (If you go away- Aν φύγεις μακριά)
Στο κλιπ ερμηνεύει το τραγούδι φανταστικά η Dee Dee Bridgewater.
Οι παραπάνω στίχοι είναι μια προσπάθεια για ελεύθερη -τελείως ελεύθερη όμως- δική μου απόδοση του τραγουδιού (κάποιων στίχων του) μαζί με δικές μου προσθήκες.




Η μικρή πορτοκαλένια

15 04 2008

H Πορτοκαλένια

(Του Οδυσσέα Ελύτη από τον ΗΛΙΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ)

Τόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου

Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει

Σιγά σιγά: η μικρή Πορτοκαλένια!

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς άγγιξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Κι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Κι όλα μαζί τη φώναξαν: Πορτοκαλένια!

Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Τη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Τη λέει ο χτύπος του νερού μες στις χρυσοστιγμές
Τη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι:

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια!
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δε σε ξέρει
Μήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους!




Πασχαλινό χαμόγελο

11 04 2008

Το «Χαμόγελο του Παιδιού» κλείνοντας δώδεκα χρόνια δράσης και δημιουργίας, διοργανώνει πασχαλινό παζάρι με κατασκευές των παιδιών από τα Σπίτια του, των εθελοντών και των χορηγών του.

 

Το παζάρι θα γίνει στη στάση Μετρό του Συντάγματος από την Κυριακή 13 Απριλίου μέχρι και την Παρασκευή 18 Απριλίου.

Οι κατασκευές και όλα τα είδη θα διατίθενται προς πώληση, αποτελώντας όμορφα, χρήσιμα και πολύτιμα δώρα για συγγενείς, φίλους και βαφτιστήρια, ενισχύοντας ταυτόχρονα οικονομικά τις προσπάθειες του «Χαμόγελου».

Το παζάρι θα λειτουργεί από τις 7:30 το πρωί έως τις 10:30 το βράδυ.

(φωτό και κείμενο από το in.gr )




Το παιχνίδι των ερωτήσεων

7 04 2008

Με κάλεσε η αγαπημένη μου φίλη Madame de la luna να απαντήσω σε ένα ωραίο παιχνίδι ερωτήσεων. Την ευχαριστώ και θα απαντήσω με χιούμορ και ειλικρίνεια.

1. Όνομα: Βασίλης, vasilis, vasilis67, μισό πορτοκάλι
2.Γενέθλια: 24/5
3. ΖώδιοΔίδυμος
4. Χρώμα μαλλιών: Μαύρα κατσαρά
5. Χρώμα ματιών: Πράσινα
6. Έχεις ερωτευτεί ποτέ; Νομίζω δεν έπαψα ποτέ να ερωτεύομαι
7. Είδος μουσικής που ακούς; Ποιοτική μουσική κάθε είδους (συνήθως μπαλάντες)
8. Χαρακτήρας Disney/Warner Bross: Γκούφυ. Ο απλός (όχι ο άλλος με το φυστίκι)

9. Ποιος φίλος/φίλη σου μένει πιο μακριά; H madame de la luna (στη σελήνη)
10. Πρώτο πράγμα που σκέφτεσαι μόλις ξυπνήσεις: Δoυλειά γμτ
11. Κάτι που έχεις πάντα μαζί σου και δεν το αποχωρίζεσαι: Το PIN 
12. Τι έχεις στον τοίχο σου; Μπρούτζινους κύκνους να πετάνε σε σχηματισμό και πίνακες του Σπυρόπουλου
13. Τι έχεις κάτω απ’ το κρεβάτι σου; Το καλύτερο είναι πάνω στο κρεβάτι μου
14. Αν ήσουν μόνος/η στο σπίτι και άκουγες ένα βάζο να σπάει τι θα έκανες; Θα έκλεινα το παράθυρο που κάνει ρεύμα και θα έψαχνα μια πειστική δικαιολογία για το σπασμένο βάζο
15. Αγαπημένος αριθμός: 7
16. Αγαπημένο όνομα: Μαρία
17. Τα χόμπι σου: Διαβάζω, γράφω, παίζω μπάσκετ, ακούω -παίζω μουσική
18. Πού θα ήθελες να ήσουν τώρα; Σ’ ένα μανιάτικο πύργο να κάνω σχέδιο
19. Μια ευχή για το μέλλον: Υγεία ειρήνη και αγάπη σε όλο τον κόσμο
20. Αν μπορούσες να ταξιδέψεις στο χρόνο και να γυρίσεις πίσω, σε ποια εποχή θα πήγαινες; Στην εποχή της αναγέννησης
21. Φωτιά! Πάρε κάτι μαζί σου: Το λάπτοπ
22. Αγαπημένο λουλούδι: Πορτοκαλανθός
23. Αγαπημένη σειρά: Αυτή την εποχή καμία ιδιαίτερα, βλέπω κυρίως ειδησεογραφικές εκπομπές 
24. Αγαπημένη ταινία: Πολίτικη Κουζίνα
25. Αγαπημένο τραγούδι: Στα λιμάνια ανάψανε φωτιές
 26. Aγαπημένο βιβλίο: Το “Βενετσιάνικο Χρυσάφι”
27. Αγαπημένο ζώο: Δελφίνι
28. Αγαπημένο ρούχο: Τζην με πουκάμισο
29. Αγαπημένος καλλιτέχνης/ιδα: Χατζιδάκις  
30. Αγαπημένο χρώμα: Γαλάζιο -Πορτοκαλί
31. Αγαπημένο φαγητό: Γαρίδες σαγανάκι, ψητά
32. Με ποιον χαρακτήρα από cartoon (Disney, WB, comics) ταυτίζεσαι; Μ’ αρέσει ο Λούκυ Λούκ
33. Κακή συνήθεια: Η κυκλοθυμία μου
34. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που σου αρέσει: Καλοπροαίρετος
35. Χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς σου που δεν σου αρέσει: Αναβλητικότητα
36. Συνηθισμένη ατάκα: Δέν έχω
37. Δουλειά που θα ήθελες να κάνεις: Δάσκαλος, εκπαιδευτικός
38. Μεγαλύτερος φόβος: Απώλεια αγαπημένων μου προσώπων
39. Η καλύτερη pizza: Είναι με παρέα φίλων και  μπύρες σε κάποιο ματς στην τηλεόραση
40. Πιστεύεις ότι τα κατοικίδια ζώα είναι…: Καλή συντροφιά

 




H έξοδος

3 04 2008

waiting__by_amadeorikefake.jpg

Η κόκκινη φούστα

ΙΑ΄ - Η έξοδος

Για την Γωγώ δεν ήταν τόσο εύκολο. Για οποιαδήποτε γυναίκα δεν θα ήταν. Δεν γίνεται τόσο απλά να αφήσεις ίσως το μοναδικό σου αποκούμπι και να κοιτάξεις κατάματα την έξοδο. Αισθάνθηκε όμως ότι η θεία της είχε κάνει πολλά για εκείνη και δεν μπορούσε να της φορτώσει και τη γέννηση ενός παιδιού. Και μάλιστα εκτός γάμου.

Μαζί με τα Μέγαρα άφησε και τη δουλειά της δακτυλογράφου. Είχε μαζέψει κάποια χρήματα πήρε και από τη θεία της κάποια άλλα, μαζί με την διαβεβαίωση ότι η πόρτα της θα είναι πάντα ανοικτή.

Μέχρι να φύγει έψαχνε στις εφημερίδες για ένα σπίτι αν είναι δυνατόν κοντά στον Πειραιά και κάποια δουλειά. Βρήκε στο Αιγαλεω ένα μικρό ισόγειο σπίτι με αυλή και με λουλούδια, της άρεσε ήταν χαμηλό και το ενοίκιο και το έπιασε.

Όταν άρχισε πια να μένει εκεί δεν ήταν περισσότερο από 21 χρονών. Δίπλα ακριβώς υπήρχε μια πολυκατοικία και στον δεύτερο όροφο έμενε η Σούλα μια ανύπαντρη γυναίκα 40 ετών τότε που τα επόμενα χρόνια θα γινόταν η καλύτερη φίλη της. Εκείνη συνάντησε από την πρώτη στιγμή και της είπε λεπτομέρειες για το σπίτι για την μικρή - μεγάλη ιστορία που κουβαλούσε μέσα του. Η Γωγώ κέρδισε την εκτίμηση και την αγάπη της Σούλας από την αρχή.

Το μεγάλο πρόβλημα ήταν στην εξεύρεση εργασίας και ειδικά για μια έγκυο γυναίκα χωρίς κάποιον δίπλα της ήταν ακόμα μεγαλύτερο. Ο αγαπημένος της Παντελής και μελλοντικός πατέρας χωρίς να το γνωρίζει, ήταν στο πρώτο του ταξίδι στους ωκεανούς και δεν είχε δώσει ίχνος ζωής εδώ και ένα μήνα. Η Γωγώ επικοινώνησε με την ναυτιλιακή εταιρεία και τους έδωσε το τηλέφωνο της Σούλας μέχρι να εγκαταστήσει το δικό της, για να το έχει ο Παντελής υπόψη του.

Ένα απόγευμα ανέβηκε στην Καστέλλα, έκατσε στο ίδιο τοιχαλάκι που γνωρίστηκαν. Και κεί κοιτάζοντας το πέλαγος είδε ξανά τα μάτια του να την κοιτάνε με την ίδια φλόγα όπως την πρώτη φορά. Μόνο που τώρα είχε κάτι από εκείνον μέσα της. Τα βράδια η Γωγώ πήγαινε στο λιμάνι του Πειραιά περιδιαβαίνοντας τα μέρη που περπατούσαν μαζί.

Έτσι συναντήθηκε μια μέρα με τον Σταμάτη. Την είδε μόνη της νύχτα στο λιμάνι, πίστεψε ότι είναι πόρνη και την πλησίασε.

- Θες να πάμε μαζί;

- Πού να πάμε;

- Δεν ξέρω, όπου να ‘ναι, εσύ να μου πεις. Στο σπίτι σου ή σε κάποιο ξενοδοχείο ας πούμε.

Η Γωγώ κατάλαβε τι ήθελε ο νεαρός αλλά της άρεσε το παιχνίδι με τις λέξεις και τις παρεξηγήσεις.

- Θες να κοιμηθούμε μαζί, έτσι;

- Να κοιμηθούμε αν το θες και συ.

- Έχεις ανάγκη λοιπόν από γυναικεία συντροφιά απόψε.

- Ναι όπως το λες είναι. Και είσαι πολύ όμορφη.

Δεν του είπε ότι δεν είναι πόρνη, δεν του είπε ότι είναι έγκυος. Εξάλλου εκείνον τον ενδιέφερε η συντροφιά της. Και μόνο.

Του έδωσε ότι γύρεψε. Κι εκείνη το ήθελε. Πήγαν στο Αιγάλεω κι έκαναν ξέφρενο έρωτα όλο το βράδυ. Όχι με χρονικά όρια και κανόνες. Πέρασαν έτσι μια γλυκειά ερωτική νύχτα. Μόνο κάθε φορά που το έκαναν, έκλεινε τα μάτια η Γωγώ , έλεγε “μέρα μου”, φανταζόταν τον Παντελή και ευχαριστιόταν την στιγμή. Μόνο έτσι.

Το πρωϊ φεύγοντας, της άφησε δέκα χιλιάδες και την ξύπνησε μ’ ένα φιλί στο στόμα.

- Θα ξανάρθω, με λένε Σταμάτη.

- Να ξανάρθεις.




Κόκκινο της Αφρικής

27 03 2008

_antrim__sunset__red_sea_oct_76.jpg

Η κόκκινη φούστα

Ι’ - Κόκκινο της Αφρικής

Blue stream - Ημερολόγιο - 25η ημέρα

Στο Σουέζ πήραμε πίσω τον Μοχάμετ και ησύχασα κι εγώ και οι βάρδιες στο μηχανοστάσιο. Το καράβι έμοιαζε να βρήκε ρυθμό στην Ερυθρά θάλασσα και η ρότα του στα αβαθή και κοραλλένια νερά ανάμεσα από τις φελούκες των ψαράδων της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας ήταν στρωτή χωρίς άλλες καθυστερήσεις. Θα πιάναμε στο Μογκαντίσου στη Σομαλία για ανεφοδιασμό σε καύσιμα και για νέες εντολές από την ιδιοκτησία. Κυκλοφορούσε στους ναύτες μια φήμη ότι οι Κινέζοι δεν είναι εντάξει με το ναύλο κι ότι ο συνωστισμός που επικαλέστηκαν στο λιμάνι της Σαγγάης για την αργοπορία, ήταν δικαιολογία για να κερδίσουν χρόνο.

Κάποιο σούρουπο όταν περνούσε το Blue Stream τον κόλπο του Άντεν και το Τζιμπουτί και ανοιγόταν στον Ινδικό Ωκεανό, ο Παντελής βρήκε τον Αιγύπτιο συνεργάτη του στο κατάστρωμα. Είχε χυθεί σε μια γωνιά κι έξυνε ένα μαύρο εβένινο παλούκι που είχε φέρει από τα μέρη του. Του έδινε μορφή γυναίκας. Σκάλιζε στήθη και καμπύλες. Έκατσε κι εκείνος και του άφησε ένα κουτάκι μπύρας δίπλα του. ’Εμεινε για λίγο αμίλητος να ατενίζει το κόκκινο ηλιοβασίλεμα στη θάλασσα μέχρι που γύρισε και τον κοίταξε. 

- Βρε Μοχάμετ θέλω να σε ρωτήσω από μέρες, πώς τις ρεγουλάρεις δυο γυναίκες στο σπίτι; Θέλω να πω δεν έχουν ανταγωνισμό μεταξύ τους;

Ο Μοχάμετ χαμογέλασε αλλά συνέχισε τη δουλειά του.

- Οι γυναίκες είναι όπως τις μάθεις Παντελή. Οι δικές μου είναι αγαπημένες γιατί ήξεραν από την αρχή ότι θα είναι έτσι. Μικρές ήταν και άμαθες όταν τις πήρα. Περίπου την ίδια εποχή τις παντρεύτηκα και τις δυο. Εμείς στη θρησκεία μας επιτρέπεται όπως ξέρεις να έχουμε περισσότερες γυναίκες. Πριν τις πάρουμε όμως, σκεφτόμαστε καλά αν μπορούμε οικονομικά να συντηρήσουμε και αυτές και τα παιδιά που θα κάνουμε. Δεν είναι σε όλους εύκολο να διαθέτουν πολλές. Εξάλλου κι εσείς αν θέλετε μπορείτε να έχετε γυναίκες δεύτερες και τρίτες. Μόνο που οι δικές σας είναι παράνομες.

- Σα να έχεις δίκιο Μοχάμετ. Μερικές φορές όμως οι παράνομες είναι οι πιο γλυκές. Κάνουν καλύτερο κρεβάτι, σου δίνονται περισσότερο. Γιατί όμως να γίνεται αυτό άραγε;

- Γιατί δεν υπάρχει μονιμότητα. Γιατί τον εραστή τον διαλέγουν όπως στην αγορά τα φρούτα τους ή τον κλέβουν από αλλού ενώ με τον σύζυγο που τον έχουν σίγουρο συμβιβάζονται. Οι παράνομες σχέσεις παίρνουν από σένα και σου δίνουν χωρίς να είναι υποχρεωμένες και αυτό κάνει τον έρωτά τους γνήσιο και πιο παθιασμένο από τον άλλο.

- Εσύ που έχεις χρόνια στα καράβια κι έχεις νόμιμα δυο γυναίκες, θα έχεις κάνει το κέφι σου με γκομενίτσες έξω στα λιμάνια, έτσι δεν είναι;

- Χαχα! Παντελή είσαι τελείως φρέσκος στον ωκεανό αλλά όπως σε κόβω είσαι έτοιμος να τιμήσεις το γυναικείο κορμί στο πρώτο λιμάνι που θα πιάσουμε. Άκου όμως κάτι. Αν θες να γίνεις καλός ναυτικός, να μην επηρεάζεται από θηλυκά. Να σκέφτεσαι πάντα το επόμενο λιμάνι κι όχι αυτό που άφησες.

- Είσαι σοφός Μοχάμετ.

- Είμαι ναυτικός Παντελή. Και χρόνια κάνω αυτό το σκατοεπάγγελμα. Το ποιές γυναίκες πηδάω και αν πηδάω στα ταξίδια μου, πρέπει να με προβληματίζει όσο το ποιοι άντρες μπορεί να πηδάνε τις δικές μου γυναίκες όσο εγώ λείπω. Το θέμα το ερωτικό πρέπει να το δεις ελεύθερα αλλιώς βασανίζεσαι. Αλλά με το που θα βγεις στο Μογκαντίσου θα σε βρει το ερωτικό και θα σε πάρει, δεν χρειάζεται να το σκέφτεσαι, ούτε να κάνεις κάτι εσύ. Διάθεση χρειάζεται να έχεις μόνο.

-Δηλαδή δεν θυμάσαι καμιά γυναίκα με πάθος; Να πεις ότι αν ξαναπάω σε εκείνο το λιμάνι θα την ψάξω;

- Παντελή, ζει στη Σομαλία ένα κορίτσι, μια νέγρα η Ζεχρά. Είναι μιλάμε ο έρωτας μεταμορφωμένος. Δεν σου λέω τίποτα άλλο. Άμα βγούμε θα στη γνωρίσω. Αν δουλεύει ακόμα στο ίδιο μπαράκι βέβαια, το “Shell”.

Blue Stream - Ημερολόγιο - 29η Ημέρα

Όταν πιάσαμε στο Μογκαντίσου, ενημερωθήκαμε από την εταιρεία ότι οι Κινέζοι έλεγαν ψέματα και ναύλος δεν υπήρχε έτοιμος. Τόσες μέρες στη θάλασσα κάναμε ένα ταξίδι χωρίς προορισμό. Για να μη γυρίσουμε πίσω η εταιρεία κατάφερε να μας βρει ναύλο με ξυλεία από το Ουέλιγκτον της Νέας Ζηλανδίας, αφού πρώτα περνούσαμε από το Πορτ Ελίζαμπεθ της Ν. Αφρικής. Η στάση στην Ινδία που σχεδιάζαμε αναστέλλεται και αυτή. Αντιδράσαμε αλλά απειληθήκαμε ότι δεν θα πληρωθούμε. Με την αλλαγή αυτή θα καθυστερούσε η επιστροφή άλλο ένα μήνα.

Εκείνο το βράδυ ο Παντελής γνωρίστηκε με τη Ζεχρά. Ο Μοχάμετ τού έδειξε το μαγαζί που δούλευε αλλά δεν πήγε μαζί του. Προτίμησε να ακολουθήσει τους άλλους για κάποιο στριπτιζάδικο που άνοιξε τελευταία στο λιμάνι και κάνει θραύση στο ναυτικό κόσμο.

Το μπαρ “Shell” ήταν πλημμυρισμένο με ένα κόκκινο φως, τόσο έντονο που άλλαζε το χρώμα σε όλα τα πρόσωπα. Έμοιαζε με τη Σομαλία, την κόκκινη χώρα και την αφρικάνικη έρημο με τον ήλιο που τα θαμπώνει όλα στο πέρασμά του και κάνει αντικατοπτρισμούς στις εικόνες. Δεν είχε πολύ κόσμο. Ακουγόταν χαμηλά μουσική από αμανέδες ανατολίτικους και στο ταβάνι γύριζε θορυβωδώς ένας τεράστιος ανεμιστήρας δίνοντας επιπλέον ρυθμό και ψευδαίσθηση δροσιάς στην υγρή ατμόσφαιρα.

Στη μπάρα έβαζε ποτά μια νεαρή μαύρη γαζέλα με μαλλιά ράστα που λικνιζόταν σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια του τραγουδιού. Ο Παντελής έκατσε στο σκαμπό του μπαρ και έγειρε στο μέρος της για να της παραγγείλει, να πάρει την ευωδιά της και κάτι από την αύρα της Αφρικής της.

-Μartini bianco.

Έσκυψε μπροστά για να τον δει καλά, έσυρε το στενό πράσινο μπουστάκι που φορούσε πάνω στην μπάρα και η μύτη της σχεδόν άγγιξε το πρόσωπό του. Σα να ήθελε να τον εξερευνήσει με όλες τις αισθήσεις της.

- Blue Stream? Τον ρώτησε μετά, σαν να έψαχνε τη δική του γεύση κοιτώντας τον στα μάτια επιδεικνύοντας ένα ελαφρύ χαμόγελο, με μια φωνή βαθιά κι ένα βλέμμα γεμάτο υποσχέσεις.

- Zehra?

Ήταν εκείνη. Κατάλαβε ότι το όνομά της είχε γίνει γνωστό στο καράβι, αλλά έμοιαζε να το καμαρώνει Στήλωσε το σώμα, πετώντας το στήθος μπροστά και πήρε το ύφος ντίβας του κινηματογράφου. Έφτιαχνε το ποτό του ενώ τον κάρφωνε με κλεφτές και φανερές ματιές. Μίλαγε αγγλικά.

- Δεν πήγες να δεις το στριπτίζ σώου; Όλοι οι ναύτες εκεί πάνε. Εσύ πώς από εδώ;

- Ήθελα να γνωρίσω την πιο όμορφη Αφρικάνα.

Μετά από τρία ποτήρια ποτού και αφού τέλειωσε τη δουλειά της η Ζεχρά τού έκλεισε το μάτι και ο Παντελής  την ακολούθησε σαν υπνωτισμένος. Μέσα από στενά δρομάκια και με την υγρασία σαν ομίχλη να θολώνει την ατμόσφαιρα ανάμεσα από ζευγαράκια και μεθυσμένους ναύτες, τον οδήγησε στο σπίτι της. Και σ’ ένα δωμάτιο όπου τα χρώματα ήταν ανάλογα μ’ εκείνα του μπαρ. Ανάλογα με τον ερωτισμό και το πάθος που ανέδυε το σώμα αυτή της γυναίκας, αυτής της πόλης.

Ήταν το μέρος που δεν θέλει συζήτηση και γνώσεις ξένων γλωσσών, δεν έχει λόγο το μυαλό, η λογική, ούτε το παρελθόν, ούτε το μέλλον σου. Μόνο οι αισθήσεις μιλάνε και αυτές στη δική τους γλώσσα. Εκεί δεν ανήκει κανείς πουθενά, μόνο στη στιγμή εκείνη. Ο Παντελής έζησε μαζί της μια απίστευτα θερμή κι ανεπανάληπτη νύχτα. Όπως τριβόταν ιδρωμένο το σώμα του στο δικό της έμοιαζε στο ημίφως με πειρατή που κουρσεύει στο πέλαγος κομμάτια σάρκας ανάμικτα μαύρα και ροζ, που κλέβει ανάσες και μυρωδιές της κόκκινης ηπείρου.

Ξύπνησε το πρωί με μια σοκολατιά γαζέλα γυμνή στο πλάι του. Ντύθηκε και φεύγοντας της άφησε μερικά χάρτινα δολάρια και εκείνη το βραχιόλι της. Ένα βραχιόλι φτιαγμένο από φτηνές κόκκινες πέτρες της ερήμου. Οι πέτρες αυτές της Αφρικής είναι σαν τις γυναίκες της. Δεν λάμπουν απλά. Όταν τις αφήσεις στον ήλιο και τις αγγίξεις μετά, καίνε.  

(φωτό ”Antrim- ηλιοβασίλεμα στην Ερυθρά θάλασσα -Oct. 76″)