Αυτή τη φορά ήθελα να φύγω να χαθώ… Χωρίς πολλά λόγια. Ένα ταξίδι αλλιώτικο ονειρεύτηκα στο Γύθειο και στη Μάνη εκεί που τ’ αλμυρά νερά θα μπερδεύονταν με τα γλυκά.. Εκεί που η λογική θα έχανε από τη φαντασία… το αυθόρμητο παιδί θα κέρδιζε τον σοβαρό μεγάλο, η περιπέτεια θα τσάκιζε τη σιγουριά, η φουρτούνα τη νηνεμία, εκεί που το μακρινό θα φάνταζε απαίτηση και προορισμός μαζί, στόχος…

Μακάρι να έμενα όλη τη μέρα… ώσπου να σουρούπωνε να έμενα, εκεί μέσα.. ψάχνοντας άραγε τι; Μέσα στα βαθιά της νερά και κυρίως κάπου ανάμεσα στα βράχια, που όταν έκανε αντηλιά τις απογευματινές ώρες, Χρώμα ήταν που βυθιζόταν στις σχισμές και έπαιζε μαζί μου κρυφτό σωμάτων και φωτός.
Ναι, ένα Χρώμα έπαιζε μαζί μου. Κι εγώ παρών στην πρόκληση, φώναζα τον Ήλιο να κρατήσει και το Νερό να γίνει χάδι και φωτεινό πέρασμα. Στην αρχή Γαλάζιο στο τέλος Πορτοκαλί όπως τα όνειρά μας. Όπως και το γλυφό νερό έπαιζε, καθώς χυνόταν γάργαρο στις Καμάρες του Αγερανού, ξεπηδώντας από την πηγή του ξάφνου το ‘βλεπες να ζωγραφίζει την επιφάνεια της θάλασσας με καμπύλες γραμμές- σαν παγωμένοι κρύσταλλοι-, χαλώντας παράδοξα σα σπασμένο παζλ το χαλί του βυθού. Εκεί λάτρεψα το βυθό πιο πολύ γιατί γινόταν ζεστότερος από την επιφάνεια. Έμοιαζε με ερωτικό ρίγος και πάθος που σε τραβάει από το λαιμό και δεν μπορείς παρά να ακολουθήσεις υπνωτισμένα . Να κλείσεις τα μάτια και να φύγεις. Πιο βαθιά στη θάλασσα.
Στην Πεταλέα πέρα από το Μαυροβούνι λάτρεψα τα όστρακα των αχινών που ο εφευρητικός γιος μου,-άξιος και θαραλλέος βοηθός, με ακολούθησε σε όλη την θαλασσινή διαδρομή αυτές τις μέρες -τα πέρναγε σε σπάγγο σαν θαλασσινό κολιέ. Και κάποιες φυσσαλίδες με ξετρέλαναν που έβγαιναν κρυφά από το βράχο, σαν να είχαν στήσει ραντεβού οι Ανάσες ήταν. Σημάδι υποθαλάσσιας πηγής βέβαια -ή κάποιας μορφής ζωής;- εκεί πάντως τα νερά σαν ηλεκτρικό ρεύμα σε διαπερνούν κατάσαρκα για λίγα μέτρα..
Στα Τρίνησα -όπου ήταν το αρχαίο φυσικό λιμάνι του Γυθείου- ευχαριστήθηκα το ταξίδι στο γαλάζιο, καθώς ο στόχος που ήταν το νησάκι απέναντι στα 300 μέτρα ήταν απόλυτα εφικτός. Το νησάκι με περίμενε έρημο, εκτός από τις οικογένειες των αχινών που χώνονταν στα βράχια, και με μια μόνο αμμουδιά -όλη κι όλη 10 μ2- έμοιαζε να είναι νησί φτιαγμένο για ερωτευμένα ζευγάρια.
Το ναυάγιο “Δημήτρης” στο Βαλτάκι ήταν εκεί όπως πάντα. Σαν σκιάχτρο καρφωμένο στα ρηχά, γκρίζα φιγούρα, σκοτεινή. Μπήκαμε από το άνοιγμα στο πλάι, στα έγκατα του σπασμένου καραβιού, το περπατήσαμε από άκρη σε άκρη προσεκτικά και ακούσαμε τις φωνές μας να αντηχούν στα τοιχώματα μακρόσυρτες, σαν παλιές φωνές ξεχασμένες από τους ανθρώπους και τη ζωή, που ψάχνουν αιτία για να ξεφύγουν από το γκρέμισμα του
χρόνου, να παρασυρθούν από τους ξένους, έξω. Εκει μάλιστα που έπινα τον καφέ μου δίπλα μετά στο μπαράκι της Γλυφάδας (όπως λέγεται η περιοχή γιατί αδειάζει κι εδώ ένα ποταμάκι από πηγή τα νερά του), συνάντησα ακμαιότατο τον πολύ καλό πολιτικό (αλλά και αδικημένο στην πορεία όπως συνήθως γίνεται με τους καλούς) της παλιάς γενιάς, τον πρώην υπουργό Αναστάση Πεπονή να διαβάζει “τα Νέα” του τρώγοντας καρπουζάκι.
Ανάμεσα στις μέρες με τις βουτιές στο γαλάζιο, ευχαριστήθηκα την πειρατική βραδιά της Κατερίνας Καριζώνη και του Πολιτιστικού συλλόγου Οιτύλου στην παρουσίαση του βιβλίου της “Ο Μονόφθαλμος” στις 12 Αυγούστου στο Οίτυλο. Μια εκπληκτική πειρατική αναπαράσταση με άλογα, σεντούκια, με λίρες και εμπορεύματα, σκλάβες και φυσικά πειρατές με μπαλωθιές από όπλα παλιά και αληθινά, με ποτό ρούμι αλλά και σύγκλινο και πίτες για όλους!
Στις 13 Αυγούστου χάρηκα στο νησάκι της Κρανάης και στον Πύργο των Γρηγοράκηδων μια εκδήλωση για τον Γιάννη Ρίτσο (φέτος κλείνουν 100 χρόνια από τη γέννησή του) όπου ξαναζήσαμε από αφηγήσεις τα εφηβικά χρόνια του Ρίτσου που πέρασε στο Γύθειο (η μητέρα του ήταν από το Γύθειο) και μάλιστα στην Κρανάη ήταν το σπίτι του, στον Πύργο συγκεκριμένα έμενε σαν φιλοξενούμενος όπως και στο σπιτάκι του φαροφύλακα. Τα τραγούδια Ρίτσου-Θεδωράκη αλλά και του Χρ. Λεοντή -Ρίτσου, τραγουδισμένα από το Μουσικό όμιλο Γυθείου έκαναν την ξεχωριστή βραδιά ακόμα πιο ξεχωριστή, έγινε τραγουδιστή στα χείλη. Όπως με το : “…Και να αδελφέ μου που μάθαμε να κουβεντάζουμε ήσυχα κι απλά. Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα…” που έγραψε κάποτε τόσο απλά τόσο μοναδικά ο ποιητής της ρωμιοσύνης…εξηγώντας έμμεσα και την πεμπτουσία της δημοκρατίας μέσα από την ελευθερία των ιδεών.
“…Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο…”
Και να, τώρα ξανά στην ρουτίνα της καθημερινότητας, γεμάτος όμως και ακόμα φορτισμένος από εικόνες, ήχους, γεύσεις, αγγίγματα και συναντήσεις με καλούς φίλους, με τ’ αρώματα της γης και της θάλασσας , βρίσκω την ευκαιρία να μοιραστώ με όλους εσάς τους καλούς φίλους μου, τις μικρές μου στιγμές, τις απόλυτα καλοκαιρινές.

Στις φωτό από επάνω..α) Μουσκεμένα βατραχοπέδιλα μπαμπά και γιου, όστρακα αχινών και πορτοκαλί αστερίας λίγο μετά τις βουτιές στις Καμάρες του Αγερανού εκεί που το νερό της πηγής κρύωνε την επιφάνεια και ζέσταινε το βυθό, β) Το ιδανικό σούρουπο στο Νέο Οίτυλο, γ) Το απέραντο γαλάζιο στο Γύθειο με φόντο απέναντι την πλευρά της Νεάπολης, δ) Το ναυάγιο στο Βαλτάκι, ε) Ο κ. Σάκης Πεπονής με βερμούδα δίπλα μας στο καφέ Γλυφάδα στ) το Γύθειο -άποψη απο το μώλο, ζ) Ο χορός της σκλάβας μπροστά στην καπετάνισσα και στον πειρατή Μιχάλη Μανιάτη, στην πειρατική αναπαράσταση στο Οίτυλο, η) Από την βραδιά του Ρίτσου στον Πύργο των Γρηγοράκηδων, θ) Η Κρανάη -φωτό από τον πάνω δρόμο και τέλος ι) Ο Φάρος της Κρανάης με την πολεμίστρα στα τείχη του.
